https://www.facebook.com/artemissky.blogspot?ref_type=bookmark

ΑΡΤΕΜΙΣ

ΑΡΤΕΜΙΣ
Ήταν θεά του κυνηγιού,”πότνια θηρών” κατά τον Όμηρο,θεά των αγριμιών και της Σελήνης.

ΕΛΛΑΣ - HELLAS

'' Επιόντος άρα θανάτου επί τον άνθρωπον, το μεν θνητόν, ως έοικεν, αυτού αποθνήσκει, το δ' αθάνατον, σώον και αδιάφθορον, οίχεται απιόν. `Οταν επέρχεται ο θάνατος στον άνθρωπο, το μεν θνητό μέρος αυτού, καθώς φαίνεται, πεθαίνει, το δε αθάνατο, η ψυχή, σηκώνεται και φεύγει σώο και άφθαρτο '' ΠΛΑΤΩΝΑ

ΕΛΛΑΣ - HELLAS .

ΕΛΛΑΣ - HELLAS .
ΑΝΟΙΚΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Είχε προσωπική σχέση με τη Σαπφώ ο ποιητής Αλκαίος;

«Τον καιρό της Σαπφούς», έργο του Τζον Γουίλιαμ Γκόντγουαρντ, Μουσείο J. Paul Getty (1904).

Είχε προσωπική σχέση με τη Σαπφώ ο ποιητής Αλκαίος;

Για την προσωπική σχέση του Αλκαίου με τη Σαπφώ δεν είναι, βέβαια, τίποτε γνωστό, όμως ήδη η αρχαιότητα τους έβλεπε σαν ποιητικό ζευγάρι και έτσι τους παρέστησε (αγγειογραφία του 5ου αι. π.Χ.: Schefold 55). Απέναντι στην τρυφερή θηλυκότητα της Σαπφώς στέκεται - δημιουργώ­ντας την αίσθηση μιας ζωηρής αντίθεσης - ο αντρίκιος, γεμάτος δύναμη αγωνιστικός χαρα­κτήρας του Αλκαίου.
ΟΛΟΙ έχουν ακουστά για τον λυρικό ποιητή Αλκαίο από τη Μυτιλήνη (Μυτιληναίος). Γεννήθηκε μεταξύ 630 και 620 π.Χ. στη Μυτιλήνη της Λέσβου. Οι χρονολογίες της ζωής του, για τις οποίες δεν έχουμε από που­θενά αλλού πληροφορίες, συνάγονται, λειψές όμως και αβέβαιες, μόνο από τα ποιήματά του. Ο Αλκαίος ήταν βαθιά μπλεγμένος στους κομματι­κούς αγώνες των αριστοκρατών της πατρίδας του: σε μια αψιμαχία με τους Αθηναίους στον Ελλήσποντο έχασε την ασπίδα του· ύστερα από μια απόπειρα δίχως αποτέλεσμα κατά του τυ­ράννου Μυρσίλου έπρεπε να πάει εξορία· τον θάνατο του τυράννου ο Αλκαίος τον χαιρέτισε με στί­χους πανηγυρικής αγαλλίασης (332 LP" τους στίχους του Αλκαίου τους χρησιμοποίησε αργότερα ο Οράτιος - ωδή Ι 37 - για τον θάνατο της Κλεο­πάτρας). Με τον Πιττακό, που πήρε στη συνέ­χεια την εξουσία, ο Αλκαίος φαινόταν να έχει φιλικές σχέσεις, ύστερα όμως από λίγο του επιτέθηκε άγρια και έπρεπε να ξαναπάει εξορία (Θράκη, Αίγυπτο;). Κατοπινότεροι στίχοι του μιλούν για μια επάνοδο του στην πατρίδα, κάτι που ίσως μας επιτρέπει να σκεφτούμε κάποια αμνηστεία· ένα ποίημα (50 LP) δείχνει τον ποιητή σε μεγα­λύτερη ηλικία, η χρονολογία όμως του θανάτου του είναι άγνωστη.
Η ζωή των αριστοκρατών

Το πλούσιο έργο του Αλκαίου περιλάμβανε ποιή­ματα που γράφτηκαν με τις πιο διαφορετικές αφορμές και είχαν το πιο ποικίλο περιεχόμενο, ήδη όμως η αρχαιότητα τα έβαλε σε κάποια τά­ξη: ύμνοι σε θεούς και ήρωες, καθώς και μυθο­λογικά θέματα, εκπροσωπούνται, στα αποσπά­σματα που έχουμε, μόνο σποραδικά· τραγούδη­σε τον Απόλλωνα, τους Διόσκουρους και τον Ερμή- από τις επικές μορφές έβαλε στην ποίηση του τον Αίαντα και την Ελένη. Tα λεγόμενα «στασιωτικά» του ποιήματα ήταν, κατά κανόνα, ποιήματα καθημερινής πολιτικής πραγματικό­τητας, που τραγουδιούνταν στις συντροφιές των ομοϊδεατών και άσκησαν μεγάλη επίδραση στα αττικά σκόλια: αγωνιστική διάθεση, μίσος και έχθρα, αγαλλίαση για τις νίκες, απελπισία για τις ήττες χαρακτηρίζουν αυτά τα τραγούδια, και μαζί προειδοποιήσεις μπροστά στον κίνδυνο από τους τυράννους και προσκλήσεις σε αγώνες για την ελευθερία. Εδώ ανήκει η ματιά στην αί­θουσα των όπλων (357 LP), αλλά και η πρό­σκληση σε πιοτό με την παρέα ενώ έξω λυσσο­μανάει ο χειμώνας (338" ο Οράτιος το μιμήθηκε στην ωδή Ι 9): τέτοια ποιήματα μας δίνουν μια ιδέα για τον τρόπο ζωής αυτών των αριστοκρα­τών. Από πλευράς περιεχομένου στενά δεμένα με αυτά είναι τα τραγούδια του πιοτού, που τρα­γουδιούνταν στα συμπόσια· μερικές φορές με ένα ελαφρά φιλοσοφικό χρώμα εκφράζουν αλή­θειες της ζωής με έναν τρόπο που θυμίζει γνωμι­κά. Από τα ερωτικά του τραγούδια δεν μας σώ­θηκε σχεδόν τίποτε· δεν έλειπαν, ωστόσο, από τον κύκλο των θεμάτων του. Μπροστά σε άμεσα βιωματική ποίηση φαίνεται πως βρισκόμαστε με το ποίημα 326· αρχαίες υποδείξεις και ποικι­λότροπη αργότερα μίμηση μπορούμε να θεωρή­σουμε ότι μας πρόσφεραν την απόδειξη ότι το ποίημα είχε αλληγορικό χαρακτήρα και ότι εν­νοούσε τη στιγμή ενός επαναστατικού ανατρε­πτικού κινήματος (χρησιμοποιήθηκε από τον Αισχύλο στους Επτά, από τον Σοφοκλή στην «Αντιγόνη», αργότερα από τον Οράτιο στην ωδή Ι 14)· η αλληγορία για το κράτος-πλοίο έγινε στο τέλος κοινό γλωσσικό κτήμα (J. Anouilh στην Αντιγόνη του). Μεγάλη εικονογραφική δύναμη έχει η συγκλονιστική περιγραφή της βασανιστι­κής κάψας του καλοκαιριού (347).

Η προσωπική σχέση Σαπφούς και Αλκαίου


Όπως η Σαπφώ, έγραψε και ο Αλκαίος σε αιολι­κή διάλεκτο· αυτό το δίδυμο αστέρι αποτελεί την κορυφαία στιγμή του ελληνικού λυρισμού. Για την προσωπική σχέση του Αλκαίου με τη Σαπφώ δεν είναι, βέβαια, τίποτε γνωστό, όμως ήδη η αρχαιότητα τους έβλεπε σαν ποιητικό ζευγάρι και έτσι τους παρέστησε (αγγειογραφία του 5ου αι. π.Χ.: Schefold 55). Απέναντι στην τρυφερή θηλυκότητα της Σαπφώς στέκεται - δημιουργώ­ντας την αίσθηση μιας ζωηρής αντίθεσης - ο αντρίκιος, γεμάτος δύναμη αγωνιστικός χαρα­κτήρας του Αλκαίου. Με την αμεσότητα και τη χρωμα­τική τους ποικιλία, με την εικονογραφική δύνα­μη των εκφράσεων τους και με την ψυχική τα­ραχή που αυτές προκαλούν, με το ταμπεραμέντο και με το πάθος τους τα ποιήματα αυτά συνε­παίρνουν τον αναγνώστη και τον μεταφέρουν πέρα από τις στιγμές του χρόνου στις οποίες αυ­τά αναφέρονται. Στους ύμνους του η γλώσσα του βρίσκει - με έναν τρόπο εντελώς φυσικό -γερό στήριγμα στη γλώσσα του έπους· κατά τα άλλα εμφανίζεται λιτή και δίχως εκφραστικό πάθος. Από την πλευρά της μορφής ο Α. χρησι­μοποίησε το πλούσιο απόθεμα σε αιολικά, με περισσή τέχνη κατασκευασμένα στροφικά τρα­γούδια (τετράστιχα- δάκτυλοι, ίαμβοι, χορίαμβοι, γλυκώνειοι)· με εξαιρετική τέχνη κατα­σκευασμένες στροφές πήραν το όνομα τους από το όνομα του, από το όνομα της Σαπφώς και από το όνομα του Ασκληπιάδη, είχαν όμως ήδη πάρει την οριστική τους μορφή στην εποχή του.
Tα ποιήματα του Αλκαίου ήταν πολύ δημοφιλή στους Αττικούς, όπως δείχνουν οι πολλαπλές επιδράσεις τους στα σκόλια· τραγικοί και κωμι­κοί ποιητές τον παραθέτουν ευκαιριακά. Τη με­γαλύτερη επίδραση την άσκησε στον Οράτιο, ο οποίος τον μιμήθηκε συχνά και σύγκρινε το «πιο γεμάτο σε δύναμη τραγούδι» του Αλκαίου με το τραγούδι της Σαπφώς (ωδή III 13).
Η γενική εκτίμηση είχε ως αποτέλεσμα να συμπεριληφθεί το όνομα του Αλκαίου στον Κανόνα των λυρικών ποιητών, που περιλάμβανε εννέα κλασικούς, στους οποίους οι αλεξανδρινοί λό­γιοι απέδιδαν ύψιστη τιμή. Ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος έκανε μια θεμελιώδη έκδοση των ποι­ημάτων του Αλκαίου σε 10 βιβλία· ακόμη και στον Ιο αι. μ.Χ. γράφονταν υπομνήματα στο έργο του. Το μαρτυρούν υπολείμματα τους σε ευρήματα μας από τον 2ο και 3ο αι. μ.Χ. στην Αίγυπτο. Ως εμάς έφτασαν μόνο αποσπάσματα, στα οποία προστέθηκαν, εντελώς πρόσφατα, πολυάριθμα παπυρικά ευρήματα.

http://www.sakketosaggelos.gr/

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Η ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΣΑΠΦΩ

 

Περίφημος εκ Λέσβου λυρική ποιήτρια, ή και άλλως αιολιστί ονομαζόμενη Ψάπφα. Γεννήθηκε λήγοντος του Ζ΄ αιώνος π. Χ., πιθανότερο στην Μυτιλήνη, όπου παιδεύθηκε και έζησε και καθ’ όλες τις ενδείξεις πέθανε άγνωστο ακριβώς πότε, πάντως όχι πέρα του πρώτου ημίσεως του ΣΤ΄ π. Χ. αιώνος. Η παράδοση την σχετίζει και με την άλλην πόλη της Λέσβου Ερεσσόν, η οποία νωρίς χάραξε στα νομίσματα της την εικόνα της ποιήτριας. Κατάγονταν εξ οικογενείας αριστοκρατικής αν όχι πλούσιας και εξαετείς έμεινε ορφανή πατρός. Ούτος ονομάζονταν καθ’ Ηρόδοτο Σκαμανδρώνυμος, παρά τους μεταγενέστερους όμως, εκ συγχύσεως με συνώνυμους της, φέρεται με διάφορα πατρικά ονόματα, απαριθμούμενα υπό του Σουΐδα. Γνωρίζουμε τρεις αδελφούς της, τον Χάραξο, ο οποίος μετέρχονταν την εμπορία οίνου, όπως και πλείστοι άλλοι Λέσβιοι κατά την εποχή εκείνη, στην Αίγυπτο, όπου κατασπατάλησε την περιουσία του δι’ εταίρα τινά Ροδώπη ή Δωρίχα, η οποία ήταν δούλα και απελευθέρωσε, τον Λάριχο, ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα οινοχόου εις το πρυτανείο της Μυτιλήνης, υπούργημα συγχωρούμενο μόνον εις ευπρεπείς και ευπατρίδες νέους, και τον Ευρύγιο, περί του οποίου ουδέν είναι γνωστό. Ήταν σύγχρονος του Πιτακού και του ομοτέχνου της Αλκαίου, με τον οποίον συνεδέθη ή ποιήτρια δια χαριεστάτου επεισοδίου. Εκ τούτον έχουμε την εισαγωγή ερωτικής εκμυστηρεύσεως του Αλκαίου προς την Σαπφώ και την έξυπνη και αποστομωτική απάντησή της.
Η Σαπφώ άκμασε σε χρόνους πολιτικών ανωμαλιών και κοινωνικών ταραχών τής πατρίδος. Την απώλεια του Σιγείου διαδέχθηκαν εκτάκτως φανατικές συγκρούσεις μεταξύ αριστοκρατικών και δημοκρατικών και η ποιήτρια, καθ’ όλες τις ενδείξεις, συμμερίσθηκε την τύχη της ηττημένης μερίδας των ευπατριδών.  Ακαθόριστος όμως τυγχάνει η διάρκεια και ο τόπος της εξορίας της. Αναφέρεται εις το Πάριο χρονικό ότι έφυγε στην Σικελία, όπου μάλιστα, κατ’ άλλους, νυμφεύθηκε
κάποιο πλούσιο Άνδριο Κερκόλα, από τον οποίο απέκτησε και θυγατέρα την εν τοις ποιήμασί της συναντημένη λατρευτή της Κλείδα, όνομα αποδιδόμενο και εις την μητέρα της ποιήτριας.
Η εξορία αυτή της Σαπφούς μας μεταφέρει στο ζήτημα της θέσεως της γυναίκας στην λεσβιακή πολιτεία. Αι προς τούτο μαρτυρίες και ενδείξεις, ανεπαρκείς και συγκεχυμένοι μέχρι τούδε, είναι ικανές πάντως να μας πείσουν ότι η γυναίκα κατά τους χρόνους της Σαπφούς στην Λέσβο μετείχε του πολιτικού και κοινωνικού βίου και απόλαυε ελευθερίας και δικαιωμάτων, ων όμοια δεν γνώρισε έκτοτε η γυνή σε καμία εποχή. Ενταύθα, κατ’ εξαίρεση εξ όλης της Ελλάδος, η γυνή έτυχε αγωγής και παιδείας και αφέθηκε ελεύθερη στην ανάπτυξη των ατομικών της δεξιοτήτων. Βρίσκουμε θιάσους γυναικών αριστοκρατίδων με σκοπούς και με δράση μορφωτική, κοινωνική και καλλιτεχνική. Η Σαπφώ φαίνεται ανήκουσα και ίσως ηγουμένη τοιούτου τινός ομίλου γυναικών, του οποίου γνωρίζουμε εκ της ποιήσεώς της και τίνας μετόχους, την Ατθίδα, την Μεγάρα, την Τελέσππα κ.ά. Ανάλογη ήταν και η επιμέλεια δια την μόρφωση της γυναίκας. Λειτουργούσαν στην Λέσβο σχολές  μουσικής, ποιήσεως και ορχηστικής, που παρείχαν και ευρύτερη μόρφωση κοινωνική στις μαθήτριες τους. Κάποια τέτοια σχολή καταφαίνεται διευθύνουσα και η Σαπφώ, την οποίαν συναγωνίζονταν οι της Ανδρομέδας, Γοργούς κ. ά. Η φήμη της σχολής αυτής ήταν διαδεδομένη σε όλη την Ελλάδα· έρχονταν μαθήτριες όχι  μόνο από τις άλλες πόλεις της Λέσβου, άλλα και από την Φρυγία, την Λυδία και λοιπή Μικρασία, την Σαλαμίνα, Αττική κλπ. Εκατόν κατ’   Όβίδιον ήσαν αι τρόφιμοι της σχολής της Σαπφούς, εξ ων γνωρίζομε μερικά εκ των «ποιημάτων της, όπως την Αναγόρα την Μιλήσια, την Γογγύλα Κολοφωνία, την Ευνείκα Σαλαμινία, την Κυδνώ, Ανακτορία κ.ά. Ως μαθήτριές της αναφέρονται και η Δαμοφίλα η εκ Παμφυλίας, η οποία μιμήθηκε την Σαπφώ στην ποίησή της, και η Ήριννα απίθανης όμως.
Τα ποιήματα της Σαπφούς, που διαιρέθηκαν από τους Αλεξανδρινούς σε 9 βιβλία, ήσαν καθαρώς λυρικά, ωδές και ύμνοι προς την Ήρα, την Αφροδίτη, κλπ., επιθαλάμια και υμέναιοι, επιγράμματα, από τα οποία σώζονται υπό το όνομά της δύο και ελεγείες άγνωστοι αλλού. Εκ τούτων δεν διασώθηκαν μέχρις ημών εκτός από ικανά αποσπάσματα και μερικές ωδές, από τις οποίες μόνο μία άρτια.
Οι Μούσες τίμησαν την ποιήτρια «τὰ σφὰ ἔργα δοῖσαι» και το δώρο να υπηρετεί αποκλειστικά και μόνο αυτές στο «μουσοπόλῳ οἴκῳ» της, όπου θρήνοι και οι βαρυθυμίες είναι απαγορευμένες και δυσπρόδεκτες. Η απασχόληση αυτή με τις μούσες είναι η μόνη σταθερή αξία της ζωής. Χωρίς αυτή τίποτα δεν ισχύει ο πλούτος και το κάλλος, τα οποία είναι πρόσκαιρα εις τον άνθρωπο τον «εἰς ὕστερον ἔρωτα», την υστεροφημία.  Σαρκαστικώτατα ταλανίζει κάποια άμουσο πλούσια και επιφανή γυναίκα, η οποία παραμελεί την «τῶν ἐκ Πειρίας βρόδων». Κάθε μεμουσωμένης ψυχής ο έρως είναι το μόνο και κάλλιστο εντρύφημα· αυτός έρχεται άλλοτε βίαιος και λαύρος, άλλοτε ήπιος και λυσιμελής και αναπτερώνει την ψυχή της· ενώπιον του αδρανεί το λογικό και η ανθρώπινη καρδιά είναι πάντοτε εύκαμπτος. Η Σαπφώ ερώσα «ποθήει καὶ μάεται κατὰ στάλαχμον», περιπίπτουσα εις παντελή απραξία και ψυχική αμηχανία, κατά την οποία «οὐκ οἶδ’ ὄττι  θέω· δίχα μοι τὰ νοήματα». Πολλάκις δεν ευρίσκει ανταπόκριση και παραπονείται ότι «ὅττινας γὰρ εὖ θέω, κεῖνοι με μάλιστα σίννονται» εις την εγκατάλειψη και την μόνωσή της, όταν η σελήνη και η πλειάς έχει δύσει, παρέρχονται δε κενές οι μεσονύκτιες ώρες, επικαλείται την Αφροδίτη να έλθει ως βοηθός και σύμμαχος της, όπως και άλλοτε. Η επίκλησή της φαίνεται να εισακούγεται από την θεά, διότι ο έρως προσήλθε μεγαλοπρεπέστατα «πορφυρίαν περθέμενος χλάμυν» και δρόσισε την ψυχή της, την «καιομένη πόθῳ». Ο έρως αυτός, πάντοτε φλογερός και με όλες τις  διακυμάνσεις ενός ισχυρότατου αισθήματος, από το χαρούμενο παιχνίδι μέχρι το παράφορου πάθος, αναφέρεται ως επί το πλείστο εις τις περί αυτού γυναίκες. Τον ερωτά της προς την απούσα Ανακτορία παραβάλλει με την του Πάριδος και Ελένης και νοσταλγεί βαθύτατα να επανειδεί την διάχυτη λαμπρότητα της μορφής της και το ερατό βάδισμα της, θέαμα απολαυστικότερο δι’ αυ-
τήν και της μεγαλοπρέπειας των λυδικών πολέμων. Αυτή όμως λησμόνησε την ποιήτρια και την ωραία ζωή των, όταν έτρεχαν μαζί και συνέλλεγαν άνθη και στεφανωμένες χόρευαν. Αντιθέτως, η Αριγνώτα, κατά την ποιήτρια, πνίγεται από τον αλγεινό πόθο της Σαπφούς και των φίλων της, και στεντορείως από την Λυδία τις προσκαλεί πλησίον της, αλλ’ η νύξ δεν μεταδίδει την φωνή της. Κατά τρόπον απροσδιόνυσο, δι’ ημάς, μια γυναίκα, εκφράζει το ερωτικό της αίσθημα προς την Αγαλλίδα, με ζηλοτυπία και πάθος και περιγράφει την επί τη θέα της κατάστασή της, καθ’ την οποία την καταλαμβάνει αφασία, νευρική υπερδιέγερση, διανοητική συσκότιση, εφίδρωση, ρίγη, ωχρίανση προσώπου και τελεία κατάπτωση σωματική και ψυχική, ώστε «τεθνάκην ὀλίγον πιδεύῃς». Αλλαχού διαπιστώνει ότι είναι συνεπής προς τις σχέσεις με τις μαθήτριές της, εις την μετ’ αυτών δε αναστροφή επικαλείται την Αφροδίτη να οινοχοήσει «ἄβρως ἐν χρυσίαισιν κυλίκεσσιν» και να δεχθεί το θύμα του «λευκοῦ τράγου» των εύθυμων συμποσιαστριών, δια να ευδοκήσει, στους αγώνες του κάλλους, την επιτυχία των. Εις την ομήγυρη ταύτη η ποιήτρια άδει υποκρούουσα τα υπ’ αυτής «κασπολημένα μέλεα» και εξάρχει του προ του βωμού της Ήρας «πολιγηθέος ὀρχηθμοῦ».
Με ψυχολογία αυτόχρημα μικροαστική παρθένου με αυστηρές οικογενειακές παραδόσεις αναμένει στην προς Νηρηίδας ωδή της την επάνοδο του Χαράξου εξ Αιγύπτου, τον οποίο αλλαχού αυστηρότατα επιτιμά δια την ερωτική του περιπέτεια, εσεμνύνετο δε δια την θέση και διαγωγή του Ααρίχου, τον οποίο εξυμνεί και υπερεπένει στα ποιήματα της.
Στα επιθαλάμια, εκτελούμενα διαλογικώς υπό χορών παρθένων και νέων, υμνεί τους νυμφίους, την προσέλευση του γαμπρού, την παρθενία, τον υμέναιαον κτλ.
Τα μη διασωθέντα ποιήματα της Σαπφούς είχαν ως θέματα τον θάνατον του Αδώνιδος, την εξύμνηση της πολιούχου Ήρας, τους Έρωτες του Ενδυμίωνος και της Σελήνης, τους μύθους της Νιόβης, Θησέα, Προμηθέα, τον Απόλλωνα συγχορεύοντα με Μούσες και με Χάριτες και τον μυθολογικό δαίμονα της συνοδείας της Αφροδίτης, ο οποίος έτυχε ως δώρο της, την αιώνια νεότητα και το άφθαστο κάλλος.

Η περί της Σαπφούς Παράδοση

Εκ των μελών τούτων της Σαπφούς προς Φάωνα, γνωστών μόνον εκ πληροφοριών των αρχαίων συγγραφέων και πεποιημένων με την ζωηρότητα και ενάργεια της τέχνης της, έδωσαν κάποια αφορμή να πλάσει η αττική κωμωδία τους ρομαντικούς θρύλους του περιφρονουμένου προς τον Φάωνα, πραγματικό πρόσωπο, έρωτος της και του συνεπεία τούτου και με σύγχυση προς την αποδημία της εις Σικελία άγνωστου δ’ εκβάσεως πηδήματος της από την πέτρα της Λευκάδας, το οποίον άλλως φαίνεται θρησκευτικό εξιλαστικό έθιμο και κοινός ποιητικός τόπος της αρχαίας λυρικής ποιήσεως. Οι όψιμοι αυτοί θρύλοι προσέδωσαν στην ποιήτρια μυθολογικό χαρακτήρα και χρησιμοποιήθηκαν δαψιλώς και ποικιλοτρόπου και από την αττική κωμωδία και από την μεταγενέστερη ποίηση και τέχνη. Του Μενάνδρου, του Διφίλου και ετέρων τέσσερις ή πέντε κωμωδίες παρωδούν το θέμα αυτό, από το οποίο εμπνεύστηκαν πολλοί των νεωτέρων, ως ο Ιταλός Giovanni  Meli  εις το αριστουργηματικότατο ποίημα του «La morte di Saffi» (μετ. Στ. Δάφνη, «Αττική Ίρις» 1898), ο Fr. Grillparzer στο δράμα του «Σαπφώ» (μετ. Εμμ. Δαυΐδ, 1926), ο Λαμαρτίνος, ο Φώσκολος, Λεοπάρδης κ.α., εκ των ημετέρων ο Δημ. Καλαποθάκης, εις δράμα του «Σαπφώ» κ.α., και εις το μελόδραμα οι Empis-Keicha (1822), ο J. Papini (1942), ο Em. Augier (1851) κ.α., πλείστοι δε εις την καλλιτεχνία. Κατά όμοιο τρόπο, παρερμηνευμένα χωρία της ποιήσεως της Σαπφούς γίνηκαν αφορμή να της αποδοθούν από τον Δίφιλο ερωτικές σχέσεις με τον Ανακρέοντα, Ιππώνακτα κατά πολύ μεταγενέστερούς της.

Αριστερά: Μαρμάρινη προτομή του Μουσείου Βατικανού θεωρούμενη ως προτομή τής Σαπφούς. (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κα΄, σελ. 549)
Δεξιά: Σαπφώ και Αλκαίος. (Παράσταση επί ερυθρόμορφου κρατήρα εξ Ακράγαντος του Ε΄ π. Χ. αιώνα. Μουσείο Μονάχου.) (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κα΄, σελ. 549)

Ζήτημα όμως απασχόλησαν μεν ενωρίς τους αρχαίους (Χαμαιλέοντα, Δίδυμο, Καλλία) και ποικίλως αντιμετωπισθέν υπ’ αυτών, δημιούργησαν δε κατά τους νεότερους χρόνους ολόκληρη φιλολογία, απετέλεσαν οι εκ των συλλήψεων της αττικής κωμωδίας και του χαρακτήρα της ποιήσεως της Σαπφούς κατηγορίες επί εταιρισμό, ανηθικότητα και ομοφυλοφιλία. Αυτές, διακονισθείσες από τους μεσαιωνικούς συγγραφείς και συντελέσασαι εις την απώλεια των ποιημάτων της, επιστεύθησαν και υποστηρίχθηκαν από του ΙΕ΄ αιώνος υπό πολλών φιλολόγων (Domitius, Galderinus, Britanius, Lambinus, Belloch κ. ά). Το ζήτημα τούτο, λαμβάνοντας  ποικίλες μορφές, κατέληξε εις την παλαιά και ήδη από τον Σουΐδα υιοθετημένη λύση, της παραδοχής δηλαδή και δεύτερης Σαπφούς, η οποία επιφορτίσθηκε όλα τα κακά της μιας και μόνης, έως ότου ο Γερμανός Welcker και ο Γάλλος Reinach έθεσαν τις βάσεις νέων απόψεων. Έκτοτε άρχεται και η πολυμερής μελέτη της ποιήσεώς της, πλουτισθείσης και υπό νέων παπυρολογικών ευρημάτων της τελευταίας τεσσαρακονταετίας και η αποκατάστασή της ως μεγάλης ποιήτριας.
Η Σαπφώ αποτεινόμενη, πράγματι, προς τις μαθήτριές της μεταχειρίζεται την αυτή γλώσσα και τρόπο έκφρασης με τον του Αλκαίου προς τους Εφήβους.  Είχε ακμάσει ακόμη εις εποχή μεγάλης γυναικείας εξελίξεως και κινήσεως, καθ’ ην η γυνή διεκδικούσε τις επιδόσεις και τα δικαιώματα του ανδρός. Το ηθικό και κοινωνικό περιβάλλον, το οποίον ήγαγε τον Πλάτωνα αργότερα να επινοήσει το ομώνυμό του έρωτα, υπήρχε ήδη τότε εις την Λέσβο. Προς τους θιάσους των ολιγαρχικών εταίρων και συμποσιαστών, εις τους οποίους λατρεύονταν το κάλλος και η αρμονία των εφηβικών σωμάτων, βρίσκουμε στην Λέσβο ανάλογους γυναικείους, συμμετέχοντας εξ ίσου με τους των ανδρών εις την κοινωνική ζωή και αναμφισβήτητα διαπνεόμενους από τις αυτές ηθικές αντιλήψεις. Άλλωστε η λατρεία του σωματικού κάλλους κατά την εποχή εκείνην στην Λέσβο είχε αποβεί αληθής ψύχωση, με θρησκευτική δικαίωση και καλλιτεχνική μορφή. Ο Μάξιμος ο Τύριος παραβάλλει τις σχέσεις της Σαπφούς με τις μαθήτριες της προς τις του Σωκράτους και των μαθητών του. «δοκοῦσι γάρ μοι τὴν κατὰ ταὖτὸ ἑκάτερος φιλίαν, ἡ μὲν γυναικῶν, ὁ δὲ ἀρρένων ἐπιτηδεῦσαι· καὶ γὰρ πολλῶν ἐρᾶν ἔλεγον καὶ ὑπὸ πάντων ἀλίσκεσθαι τῶν καλῶν· ὅ,τι γὰρ ἐκείνω Ἀλκιβιάδης καὶ Χαρμίδης καὶ Φαῖδρός, τοῦτο τῇ Λεσβίᾳ Μύριννα καὶ Ἀτθὶς καὶ Ἀνακτορία· καὶ ὅ,τι Σωκράτει οἱ ἀντίτεχνοι Πρόδικος καὶ Γοργίας καὶ Θρασύμαχος καὶ Πρωταγόρας, τοῦτο τῇ Σαπφοῖ Γοργὼ καὶ Ἀνδρομέδα». Με τις προϋποθέσεις της διαφοράς γλώσσας και τρόπου εκφράσεως, δραματικού ή
επαγγελματικού χαρακτήρα, της ποιήσεώς της, η Σαπφώ εξέφρασε τα προς τις μαθήτριες της αισθήματα χωρίς πρόσχημα και προκατάληψη, αφελώς και ελευθέρως, πάντως εντός των κοινωνικών αντιλήψεων και της ηθικής ανεκτικότητας των συγχρόνων της, οι οποίοι την χρησιμοποίησαν ως διδάσκαλό τους και ως ποιήτρια των γαμήλιων και θρησκευτικών εορτών των, την τίμησαν δε και ζώσα και θανούσα διά νομισμάτων φερόντων την εικόνα της και άλλων τιμών. Η δε άλλη κλασσική αρχαιότητα ουδέν γνώριζε περί των κατηγοριών των μεταγενεστέρων. Ο Σόλων ακούσας ζήτησε να διδαχθεί τα μέλη της, οΠλάτων την αποκαλούσε  «δεκάτην Μοῦσαν», ο δε Στράβων, απηχών ίσως αρχαιότερης αντιλήψεις, την αποκαλεί «θαυμαστὸν χρῆμα» και μοναδική στον κόσμο γυναίκα.

Η τέχνη της  Σαπφούς.
Η Σαπφώ βρήκε και προήγαγε επιτόπια καλλιτεχνική παράδοση, καλλιεργηθείσα και αχθείσα σε προσωπική τέχνη, από των θρησκευτικών και οργιαστικών προλυρικών μορφών, θρακικής πιθανότατα προελεύσεως, υπό μακρές σειρές μουσικών και ποιητών. Αναφέρεται ότι εφεύρε την πυκτίδα και την μιξολυδιστί αρμονία, ο δε φερώνυμος στίχος της, αν δεν είναι δημιούργημα της, είναι πάντως μετρική μορφή καλλιεργηθείσα και επιβληθείσα υπ’ αυτής. Η ποίηση της Σαπφούς είναι καθαρώς λυρική- εκφράζει και πραγματώνει αισθητικώς εσωτερικές καταστάσεις, εξ αντιδράσεων ή επιδράσεων του ανήσυχου κοινωνικώς και ευεπίφορου προς τον λυρισμό περιβάλλοντος της. Κινείται ως βάθος αισθησιακό και αφορμάται από την πραγματικότητα της ζωής της μεταξύ των νεαρών φίλων της. Αλλά είναι πάντοτε αισθητική προβολή στα αποτελέσματα της πραγματικότητας ταύτης, τις λεπτότατες και λεπτομερειακές ψυχικές καταστάσεις, και ουδέποτε κατέρχεται στην εξυπηρέτηση των αφορμών της. Διασώζεται διά τούτο στα ποιήματα της μόνον η απώτερη και ευγενή απήχηση ενός ζωηρότατου αισθησιακού οργασμού, προεκτεινόμενου σε ψυχικές καταστάσεις και εκδηλωμένου μόνον στα μέσα της εκφράσεως των, την σύγκλιση και πυκνότητα της συνθέσεως, την δύναμη της διαθέσεως, την χρήση της γλώσσας, η οποία ουδέποτε διασπάται υπό ξένων διαλεκτικών στοιχείων και έχει την εκφραστικότητα και το αισθητικό βάρος της μητρικής γλώσσας, την ανάγλυφη γραφικότητα και υποβλητικότητα των εικόνων και μεταφορών και αντιθέσεων, αλλά προ παντός την ζωηρότητα και ευρηματικότητα των παρομοιώσεων· η σφοδρότητα του έρωτος παραβάλλεται με «ἄνεμον δρυσὶν» εμπεσόντα, η υπεροχή της Αριγνώτας μεταξύ των γυναικών της πατρίδος προς σελήνη μεταξύ των άστρων, ο γαμβρός προς ραδινό βλαστό κ. ά. Ουδέποτε θηρεύει τον κόσμο και την περίσσεια των επιθέτων, απαιτούντων νοητική συμμετοχή και ικανών να διασπάσουν την ρέουσα ενάργεια της εκφράσεως της· τα χρησιμοποιούμενα επίθετα της είναι απλά, κοινά και ως επί το πλείστον ενεργητικά- η θάλασσα είναι αλμυρά, η νυξ πολύωτος, ο έρως λυσιμελής και αλγεσίδωρος, η αηδών ιμερόφωνος, οι φίλες της αγαύες  και ροδαλές και ουδέν πλέον. Διά τούτο η ποίηση της διαφέρει της των άλλων λυρικών, συγχρόνων και μεταγενεστέρων· δεν έχει την βαρύτητα και διανοητικότητα της πινδαρικής, το εξεζητημένο και περίτεχνο της του Βακχυλίδου, την διάχυση και τον στόμφον της του Ανακρέοντος και άλλων λυρικών. Είναι καθαρά λυρική στην σύλληψη της, αφελής και ζωηρότατη στην έκφραση  της, πνευματική και απέριττος, πάντοτε δ’ υποβλητική και αξιωματική στην διάθεσή της, αυστηρή και σχεδιασμένη στην σύνθεσή της, τείνουσα στις κορυφώσεις, «τὴν σύνδεση πρὸς ἄλληλα εἰς ἑνότητα τῶν ἄκρων καὶ ὑπερτεταμένων παθημάτων» κατά Λογγίνο. Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς την κατατάσσει μεταξύ των διδασκάλων του ρέοντος και μελωδικού ύφους. Διά τούτο ενωρίς είχε εκτιμηθεί η τέχνη της· την μιμήθηκε ο Θεόκριτος και ο Οράτιος και την μετάφρασε ο Κάτουλλος.http://www.apologitis.com

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ 159. – Θύρσις ἢ Ὠιδὴ 1-18, 64-72, 132-141

Ο Θεόκριτος γεννήθηκε στις Συρακούσες τη σημαντική δωρική αποικία με την ισχυρότατη παράδοση στην κωμωδία (Επίχαρμος) και την πρωτοπορία στον μίμο (Σώφρων), αλλά πιθανώς έζησε και στην Αλεξάνδρεια και ίσως στην Κω. Με το όνομά του παραδίδονται, εκτός από τα επιγράμματα, τριάντα ειδύλλια, οκτώ από τα οποία θεωρούνται νόθα. Ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο του όρου εἰδύλλιον (που δεν έχει σχέση με ό,τι ονομάζουμε σήμερα ειδυλλιακό) δεν γνωρίζουμε. Βέβαιο είναι μόνο ότι πρόκειται για το υποκοριστικό του ουσιαστικού εἶδος και ότι το υποκοριστικό δεν έχει χαρακτήρα αξιολογικό αλλά περιγραφικό, δηλώνει δηλαδή ποιήματα μικρής έκτασης.
Το ειδύλλιο συνιστά νέο ποιητικό είδος, η δημιουργία του οποίου εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της αλεξανδρινής αναθεώρησης των παλαιότερων ποιητικών ειδών και της δημιουργίας νέων (επύλλιο, αιτιολογικό έπος κ.ά.). Τα ποιήματα του Θεόκριτου, τα οποία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι γραμμένα σε δακτυλικό εξάμετρο (το μέτρο του έπους) και σε δωρική διάλεκτο με ενοφθαλμισμένα στοιχεία από άλλες διαλέκτους, αντιστέκονται στις απόπειρες που έχουν γίνει κατά καιρούς να καταταγούν σε κατηγορίες, και λόγω της θεματικής ποικιλίας ("ποιμενικά", αστικά, μυθολογικά, ερωτικά) και γιατί σ᾽ αυτά συναιρούνται στοιχεία από διαφορετικά παλαιότερα ποιητικά είδη. Ιδιαίτερα στενά συνδέεται το ειδύλλιο με το έπος (μέτρο) και με τον μίμο (δωρική διάλεκτος, διάλογος, καθημερινά θέματα).
Την πιο ευδιάκριτη και την πιο συμπαγή ομάδα ειδυλλίων μέσα στη θεοκρίτεια συλλογή συγκροτούν τα ποιήματα που χαρακτηρίζονται με τον αρκετά ασαφή και ρευστό όρο βουκολικά και που αποτελούν το νέο που εκόμισε ο Θεόκριτος στην τέχνη, αφορμώμενος ενδεχομένως από ανάλογες λαϊκές παραδόσεις στη γενέτειρά του. Τα ποιήματα αυτά διαδραματίζονται στην ύπαιθρο, σε περιβάλλον παραδείσιο, και έχουν ήρωες άντρες της υπαίθρου (ποιμένες, γεωργούς) που συμμετέχουν σε μουσικούς και ποιητικούς̒ αγώνες̉ τραγουδώντας τον έρωτα ή τα πάθη, τα δικά τους ή των άλλων. Από την άποψη αυτή το πρώτο ειδύλλιο (Θύρσις ἢὨιδή), στο οποίο υπάρχουν όλα τα στοιχεία που αναφέραμε, έχει προγραμματικό χαρακτήρα. Οι ήρωες είναι δυο βοσκοί, ο ποιμένας (βοσκός προβάτων) Θύρσης και ένας ανώνυμος αιγοβοσκός, που συναντιούνται σ᾽ ένα τόπο παραδείσιο την ώρα της μεσημβρινής ραστώνης. Ο Θύρσης επαινεί τον αιγοβοσκό για το παίξιμο της σύριγγας, και εκείνος με τη σειρά του εγκωμιάζει τον Θύρση για τις επιδόσεις του στο τραγούδι και τον πείθει να τραγουδήσε "τα πάθη του Δάφνη", υποσχόμενος να του δώσει ως έπαθλο ένα ξυλόγλυπτο ποτήρι (κισσύβιον,)που το κοσμούν θαυμάσιες παραστάσεις. Ο αιγοβοσκός περιγράφει λεπτομερώς το κισσύβιον (στ. 27-61), το ταπεινό αντικείμενο με την περίτεχνη διακόσμηση, και ο Θύρσης τραγουδάει τα ἄλγεα του ερωτευμένου αρχετυπικού βουκόλου Δάφνη (στ. 64-145). Το ποίημα κλείνει με την παράδοση του επάθλου.
Ανθολογείται ο εισαγωγικός διάλογος των βοσκών και η αρχή και το τέλος της ωδής του Θύρση, που στίζεται από εφύμνια.                                
www.greek-language.gr

ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ 159. – Θύρσις ἢ Ὠιδὴ 1-18, 64-72, 132-141 ΒΟΥΚΟΛΙΚΟ

ΘΥΡΣΙΣ
Ἁδύ τι τὸ ψιθύρισμα καὶ ἁ πίτυς, αἰπόλε, τήνα,
ἁ ποτὶ ταῖς παγαῖσι, μελίσδεται, ἁδὺ δὲ καὶ τύ
συρίσδες· μετὰ Πᾶνα τὸ δεύτερον ἆθλον ἀποισῇ.
αἴ κα τῆνος ἕλῃ κεραὸν τράγον, αἶγα τὺ λαψῇ·
5αἴ κα δ᾽ αἶγα λάβῃ τῆνος γέρας, ἐς τὲ καταρρεῖ
ἁ χίμαρος· χιμάρω δὲ καλὸν κρέας, ἔστε κ᾽ ἀμέλξῃς.
ΑΙΠΟΛΟΣ
ἅδιον, ὦ ποιμήν, τὸ τεὸν μέλος ἢ τὸ καταχές
τῆν᾽ ἀπὸ τᾶς πέτρας καταλείβεται ὑψόθεν ὕδωρ.
αἴ κα ταὶ Μοῖσαι τὰν οἴιδα δῶρον ἄγωνται,
10ἄρνα τὺ σακίταν λαψῇ γέρας· αἰ δέ κ᾽ ἀρέσκῃ
τήναις ἄρνα λαβεῖν, τὺ δὲ τὰν ὄιν ὕστερον ἀξῇ.
ΘΥΡΣΙΣ
λῇς ποτὶ τᾶν Νυμφᾶν, λῇς, αἰπόλε, τεῖδε καθίξας,
ὡς τὸ κάταντες τοῦτο γεώλοφον αἵ τε μυρῖκαι,
συρίσδεν; τὰς δ᾽ αἶγας ἐγὼν ἐν τῷδε νομευσῶ.
ΑΙΠΟΛΟΣ
15οὐ θέμις, ὦ ποιμήν, τὸ μεσαμβρινὸν οὐ θέμις ἄμμιν
συρίσδεν. τὸν Πᾶνα δεδοίκαμες· ἦ γὰρ ἀπ᾽ ἄγρας
τανίκα κεκμακὼς ἀμπαύεται· ἔστι δὲ πικρός,
καί οἱ ἀεὶ δριμεῖα χολὰ ποτὶ ῥινὶ κάθηται.
………………………………………………
ΘΥΡΣΙΣ
ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.
65Θύρσις ὅδ᾽ ὡξ Αἴτνας, καὶ Θύρσιδος ἁδέα φωνά.
πᾷ ποκ᾽ ἄρ᾽ ἦσθ᾽, ὅκα Δάφνις ἐτάκετο, πᾷ ποκα, Νύμφαι;
ἦ κατὰ Πηνειῶ καλὰ τέμπεα, ἢ κατὰ Πίνδω;
οὐ γὰρ δὴ ποταμοῖο μέγαν ῥόον εἴχετ᾽ Ἀνάπω,
οὐδ᾽ Αἴτνας σκοπιάν, οὐδ᾽ Ἄκιδος ἱερὸν ὕδωρ.
70ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς.
τῆνον μὰν θῶες, τῆνον λύκοι ὠρύσαντο,
τῆνον χὠκ δρυμοῖο λέων ἔκλαυσε θανόντα.
…………………………………………………………
(ΘΥΡΣΙΣ)
«νῦν ἴα μὲν φορέοιτε βάτοι, φορέοιτε δ᾽ ἄκανθαι,
ἁ δὲ καλὰ νάρκισσος ἐπ᾽ ἀρκεύθοισι κομάσαι,
πάντα δ᾽ ἄναλλα γένοιτο, καὶ ἁ πίτυς ὄχνας ἐνείκαι,
135Δάφνις ἐπεὶ θνάσκει, καὶ τὰς κύνας ὥλαφος ἕλκοι,
κἠξ ὀρέων τοὶ σκῶπες ἀηδόσι γαρύσαιντο.»
λήγετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι, ἴτε λήγετ᾽ ἀοιδᾶς.
χὢ μὲν τόσσ᾽ εἰπὼν ἀπεπαύσατο· τὸν δ᾽ Ἀφροδίτα
ἤθελ᾽ ἀνορθῶσαι· τά γε μὰν λίνα πάντα λελοίπει
140ἐκ Μοιρᾶν, χὠ Δάφνις ἔβα ῥόον. ἔκλυσε δίνα
τὸν Μοίσαις φίλον ἄνδρα, τὸν οὐ Νύμφαισιν ἀπεχθῆ.
ΘΥΡΣΗΣ
Γλυκύτατα, γιδοβοσκέ, τραγουδάει θροΐζοντας
και το πεύκο εκείνο πλάι στην πηγή,
γλυκιά μελωδία παίζεις κι εσύ με τη σύριγγα·1
μετά τον Πάνα2 θα λάβεις το δεύτερο βραβείο.
Αν εκείνος κερδίσει τράγο κερασφόρο, εσύ θα πάρεις αίγα·
αν πάλι πάρει εκείνος αίγα ως έπαθλο, σ᾽ εσένα πέφτει το κατσίκι·35
του κατσικιού το κρέας είναι τρυφερό, ώς την ώρα που θα το αρμέξεις.
ΑΙΠΟΛΟΣ
Το δικό σου τραγούδι, βοσκέ, είναι πιο γλυκό
και από εκείνο το νερό που κελαρύζει
καθώς κυλάει ψηλά από το βράχο.
Αν οι Μούσες πάρουν δώρο την προβατίνα,
εσύ θα λάβεις ως έπαθλο αρνί της μάντρας·
αν πάλι εκείνες θελήσουν να πάρουν αρνί,10
εσύ θα έχεις τότε την προβατίνα.
ΘΥΡΣΗΣ
Θέλεις για χάρη των Νυμφών,4 γιδοβοσκέ, θέλεις να καθίσεις εδώ
σ᾽ αυτή την πλαγιά του λόφου με τα αρμυρίκια και να παίζεις
τη σύριγγα;
Όσο εσύ θα παίζεις, θα φυλάω εγώ τις αίγες.
ΑΙΠΟΛΟΣ
Δεν κάνει, βοσκέ, δεν κάνει εμείς να παίζουμε15
τη σύριγγα τα μεσημέρια.5
Φοβόμαστε τον Πάνα· την ώρα εκείνη αναπαύεται
κουρασμένος από το κυνήγι.
Και είναι ανελέητος· μια ζωή στη μύτη του κάθεται χολή φαρμάκι.

..............................................................................
ΘΥΡΣΗΣ
Αρχίστε, αγαπημένες Μούσες, αρχίστε το βουκολικό τραγούδι.

Εγώ είμαι ο Θύρσης από την Αίτνα,65
και είναι γλυκιά η φωνή του Θύρση.
Πού ήσασταν άραγε, Νύμφες, όταν έλιωνε ο Δάφνης, πού ήσασταν;
Μήπως στις θεσπέσιες κοιλάδες του Πηνειού ή μήπως στην Πίνδο;
Στο πλατύ ποτάμι του Ανάπου6 πάντως δεν ήσασταν, όχι,
ούτε στην κορυφή της Αίτνας, ούτε στα ιερά νερά του Άκιδος.7
Αρχίστε, αγαπημένες Μούσες, αρχίστε το βουκολικό τραγούδι.70

Για κείνον ωρύονταν τα τσακάλια, για κείνον οι λύκοι,
εκείνον και το λιοντάρι του δρυμού τον έκλαψε όταν πέθανε.

..............................................................................
(ΘΥΡΣΗΣ)
«...Τώρα ας βλαστήσουν μενεξέδες από βάτα,132
ας βλαστήσουν από αγκάθια,
ο υπέροχος νάρκισσος ας στέψει την κόμη των κέδρων,
ας ανατραπούν τα πάντα, ας βγάλει αχλάδια και η κουκουναριά,
αφού πεθαίνει ο Δάφνης, ας σπαράξει και το ελάφι τους σκύλους135
και οι κουκουβάγιες των βουνών ας συναγωνιστούν τ᾽ αηδόνια.»8

Ας πάψει το βουκολικό τραγούδι σας, Μούσες, ω ας πάψει.

Αυτά είπε και σώπασε· η Αφροδίτη ήθελε να τον σηκώσει επάνω,
όμως είχε σωθεί το νήμα της Μοίρας
και ο Δάφνης ταξίδεψε στις ροές του ποταμού.140
Το κύμα εσκέπασε τον άνδρα που αγάπησαν οι Μούσες,
που ελάτρεψαν οι Νύμφες.

(μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος)


Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Ο Θρήνος της Αντιγόνης - Σοφοκλής

Η Αντιγόνη μπροστά στον νεκρό Πολυνείκη. Εθνική Πινακοθήκη, Νικηφόρος Λύτρας (1865)

Η Αντιγόνη είναι αρχαία τραγωδία του Σοφοκλή που παρουσιάστηκε πιθανότατα στα Μεγάλα Διονύσια του 442 π.Χ.. Το θέμα της προέρχεται από τον Θηβαϊκό κύκλο, απ' όπου ο Σοφοκλής άντλησε υλικό και για δύο άλλες τραγωδίες, τον Οιδίποδα Τύραννο και τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Τα επεισόδια από τα οποία προέρχεται το υλικό της Αντιγόνης είναι μεταγενέστερα χρονολογικά από τα επεισόδια των τραγωδιών για τον Οιδίποδα, αλλά η Αντιγόνη είναι προγενέστερη από αυτές. Θέμα της είναι η προσπάθεια της Αντιγόνης να θάψει το νεκρό αδελφό της Πολυνείκη, παρά την αντίθετη εντολή του Κρέοντα, βασιλιά της Θήβας. Έτσι η Αντιγόνη θέτει την τιμή των θεών και την αγάπη προς τον αδερφό της υπεράνω των ανθρώπινων νόμων.

Η Αντιγόνη ήταν ένα από τα τέσσερα παιδιά του Οιδίποδα που απέκτησε με την Ιοκάστη, βασίλισσα της Θήβας, χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν η φυσική μητέρα του. Τα άλλα παιδιά τους ήταν η Ισμήνη, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Ο Οιδίποδας είχε καταραστεί τους γιους του να διαφωνήσουν για το μοίρασμα της κληρονομιάς και να αλληλοσκοτωθούν, επειδή είχαν παραβιάσει κάποιες διαταγές του.

Όταν ο Οιδίποδας ανακάλυψε την αλήθεια για την καταγωγή του αυτοεξορίστηκε και τα δύο αδέρφια συμφώνησαν να διακυβερνούν εναλλάξ ανά ένα χρόνο. Μετά το πρώτο έτος ο Ετεοκλής αρνήθηκε να δώσει το θρόνο στον Πολυνείκη και αυτός έφυγε από τη Θήβα, πήγε στο Άργος, όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Άδραστου και οργάνωσε εκστρατεία εναντίον της Θήβας. Η εκστρατεία απέτυχε και οι δύο αδερφοί σκοτώθηκαν σε μονομαχία. Το θρόνο πήρε τότε ο Κρέων, αδερφός της Ιοκάστης, που διέταξε το πτώμα του Πολυνείκη να μείνει άταφο, επειδή πρόδωσε την πατρίδα του.

Ακολουθεί έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Αντιγόνης και Κρέοντα και στη συνέχεια έρχεται στη σκηνή και η Ισμήνη, που κατηγορείται από το βασιλιά για συνεργασία. Αν και δεν είχε αναμιχθεί στην ταφή, αποδέχεται τις κατηγορίες και ο Κρέοντας αποφασίζει να τιμωρήσει και τις δύο.

Στην συνέχεια εμφανίζεται ο Αίμονας, γιος του Κρέοντα και αρραβωνιαστικός της Αντιγόνης, που συγκρούεται με τον πατέρα του για το θέμα της ταφής και την τιμωρία της Αντιγόνης. Αδυνατώντας να μεταπείσει τον Κρέοντα, φεύγει από τη σκηνή αφήνοντας την απειλή ότι θα αυτοκτονήσει. Η μόνη παραχώρηση που κάνει ο Κρέοντας είναι να αθωώσει την Ισμήνη και να μην θανατώσει την Αντιγόνη, αλλά να την φυλακίσει ώστε να αποφύγει το μίασμα. Ετσι μετέτρεψε την ποινή της Αντιγόνης, που πλέον θα φυλακιζόταν σε έναν υπόγειο θολωτό τάφο, για να πεθάνει από ασιτία.

Η ηρωίδα αποχαιρέτησε τους συμπολίτες της, θρηνώντας για την κακή της μοίρα...


Αρχαίο Κείμενο
Μετάφραση
Ὦ τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφὴς
οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι
πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς, ὧν ἀριθμὸν ἐν νεκροῖς
πλεῖστον δέδεκται Φερσέφασσ’ ὀλωλότων·
(895) ὧν λοισθία ’γὼ καὶ κάκιστα δὴ μακρῷ
κάτειμι, πρίν μοι μοῖραν ἐξήκειν βίου.
Ἐλθοῦσα μέντοι κάρτ’ ἐν ἐλπίσιν τρέφω
φίλη μὲν ἥξειν πατρί, προσφιλὴς δὲ σοί,
μῆτερ, φίλη δὲ σοί, κασίγνητον κάρα·
(900) ἐπεὶ θανόντας αὐτόχειρ ὑμᾶς ἐγὼ
ἔλουσα κἀκόσμησα κἀπιτυμβίους
χοὰς ἔδωκα· νῦν δέ, Πολύνεικες, τὸ σὸν
δέμας περιστέλλουσα τοιάδ’ ἄρνυμαι.
Καίτοι σ’ ἐγὼ ’τίμησα τοῖς φρονοῦσιν εὖ.
(905) Οὐ γάρ ποτ’ οὔτ’ ἂν εἰ τέκνων μήτηρ ἔφυν,
οὔτ’ εἰ πόσις μοι κατθανὼν ἐτήκετο,
βίᾳ πολιτῶν τόνδ’ ἂν ᾐρόμην πόνον.
Τίνος νόμου δὴ ταῦτα πρὸς χάριν λέγω;
πόσις μὲν ἄν μοι κατθανόντος ἄλλος ἦν,
(910) καὶ παῖς ἀπ’ ἄλλου φωτός, εἰ τοῦδ’ ἤμπλακον·
μητρὸς δ’ ἐν Ἅιδου καὶ πατρὸς κεκευθότοιν
οὐκ ἔστ’ ἀδελφὸς ὅστις ἂν βλάστοι ποτέ.
Τοιῷδε μέντοι σ’ ἐκπροτιμήσασ’ ἐγὼ
νόμῳ, Κρέοντι ταῦτ’ ἔδοξ’ ἁμαρτάνειν
(915) καὶ δεινὰ τολμᾶν, ὦ κασίγνητον κάρα.
Καὶ νῦν ἄγει με διὰ χερῶν οὕτω λαβὼν
ἄλεκτρον, ἀνυμέναιον, οὔτε του γάμου
μέρος λαχοῦσαν οὔτε παιδείου τροφῆς,
ἀλλ’ ὧδ’ ἔρημος πρὸς φίλων ἡ δύσμορος
(920) ζῶσ’ εἰς θανόντων ἔρχομαι κατασκαφάς·
ποίαν παρεξελθοῦσα δαιμόνων δίκην;
Τί χρή με τὴν δύστηνον ἐς θεοὺς ἔτι
βλέπειν; τίν’ αὐδᾶν ξυμμάχων; ἐπεί γε δὴ
τὴν δυσσέβειαν εὐσεβοῦσ’ ἐκτησάμην.
(925) Ἀλλ’ εἰ μὲν οὖν τάδ’ ἐστὶν ἐν θεοῖς καλά,
παθόντες ἂν ξυγγνοῖμεν ἡμαρτηκότες·
εἰ δ’ οἵδ’ ἁμαρτάνουσι, μὴ πλείω κακὰ
πάθοιεν ἢ καὶ δρῶσιν ἐκδίκως ἐμέ.

ΧΟ.
Ἔτι τῶν αὐτῶν ἀνέμων αὐταὶ
(930) ψυχῆς ῥιπαὶ τήνδε γ’ ἔχουσιν.

ΚΡ.
Τοιγὰρ τούτων τοῖσιν ἄγουσιν
κλαύμαθ’ ὑπάρξει βραδυτῆτος ὕπερ.

ΑΝ.
Οἴμοι, θανάτου τοῦτ’ ἐγγυτάτω
τοὔπος ἀφῖκται.

(935) ΚΡ.
Θαρσεῖν οὐδὲν παραμυθοῦμαι
μὴ οὐ τάδε ταύτῃ κατακυροῦσθαι.

ΑΝ.
Ὦ γῆς Θήβης ἄστυ πατρῷον
καὶ θεοὶ προγενεῖς,
ἄγομαι δὴ ’γὼ κοὐκέτι μέλλω.
(940) Λεύσσετε, Θήβης οἱ κοιρανίδαι,
τὴν βασιλειδᾶν μούνην λοιπήν,
οἷα πρὸς οἵων ἀνδρῶν πάσχω,
τὴν εὐσεβίαν σεβίσασα.










Ω τάφε μου, ω νυφιάτικό μου, ω αιώνια,
βαθιά στη γη σκαμμένη κατοικιά μου,
για σένα τώρα ξεκινώ να πάω
προς τους δικούς μου, που ένα τόσο πλήθος
έχει δεχτή απ' αυτούς η Περσεφόνη·
στερνή τους τώρα εγώ και πολύ πιο άθλια
πριν να 'ρθη ακόμα η ώρα μου πηγαίνω·
μα όταν θα φτάσω βέβαιη θρέφω ελπίδα
να με δεχτή ο πατέρας μου με αγάπη,
με αγάπη και συ, μάννα μου, με αγάπη,
και συ, αδερφέ μου πολυλατρεμένε·
γιατί νεκρούς μ' αυτά μου εγώ τα χέρια
σας έλουσα, σας στόλισα και μ' όλα
τα νεκρικά σάς τίμησα τα δώρα·
και τώρα, για να θάψω, Πολυνείκη,
το δικό σου κορμί, τέτοια παθαίνω·
κι όμως δίκαια σε τίμησα, όπως κρίνουν
όσοι έχουν γνώση, γιατί εγώ ποτέ μου
μήτε παιδιών αν ήμουνα μητέρα,
μητ' αν νεκρός ο άντρας μου εσεπόνταν,
δε θα 'παιρνα πάνω μου τέτοιο αγώνα
ενάντια στην απόφαση της χώρας.
Και χάρη σε ποιο νόμο αυτό που λέω;
Ο άντρας αν μου πεθάνη, θα μπορούσα
κι άλλον να πάρω, και παιδί να κάμω
απ' άλλον άντρα, αν θα 'χανα το πρώτο·
μα μια που μόχουν μάννα και πατέρας
στον Άδη κατεβή, δεν είναι τρόπος
ποτέ να γεννηθή αδερφός για μένα·
κι ενώ μ' αυτό το νόμο πάνω απ' όλους
σ' έβαλα εγώ, μυριάκριβε αδερφέ μου,
έγκλημα ο Κρέοντας έκρινε και τόλμη
ανήκουστη την πράξη αυτή, και τώρα
με παίρνει έτσι απ' τα χέρια και με σέρνει
πριν τις χαρές του υμέναιου να γνωρίσω,
πρι δω άντρα πλάι μου, πριν παιδιά αναστήσω,
μα έτσι παρατημένη από τους φίλους,
ζωντανή κατεβαίνω η μαυρομοίρα
στων πεθαμένων τα λημέρια, ενώ
ποιο νόμο των θεών έχω πατήση;
και γιατί πρέπει πια η δυστυχισμένη
να ελπίζω στους θεούς; ποιο σύμμαχό μου
να κράξω, όταν με την ευσέβειά μου
της ασεβείας την καταδίκη βρήκα;
μ' αν περνούν στους θεούς αυτά για δίκια,
πεθαίνοντας θα ομολογούσα τότε
πως ένοχη πεθαίνω, αν όμως οι άλλοι
έχουν την αμαρτία, ειθ' ας μην πάθουν
πιο πολλ' απ' όσα έτσι άδικα μου κάνουν.

ΧΟΡΟΣ
Πάντ' ακόμα το ίδιο φύσημα του ανέμου
την κρατά και δεν το λέει να την αφήση.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Μα γι' αυτό θα κλάψουν που έτσι αργούνε
τούτοι εδώ, που έχω προστάξη να την πάνε.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αχ αλλίμονό μου, αυτός ο λόγος
την ολόστερνη την ώρα μου σημαίνει.

ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Δε σου συνιστώ πολύ να ελπίζης
πως αυτό που λες δε θ' αληθέψη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ω της Θήβας πατρική μου πόλη,
ω πανάρχαιοι θεοί της γενεάς μας,
πάει τέλειωσε, με παίρνουν
βλέπετε, άρχοντες της Θήβας,
τη στερνή βασιλοπούλα σας,
τι παθαίνω κι από ποιους,
γιατί φύλαξα το σέβας στους θεούς.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.ellinikoarxeio.com/2012/05/sophocles-lament-of-antigone.html#ixzz2UNIcMqds

Σαπφώ - Η δέκατη Μούσα


«Τον καιρό της Σαπφούς», έργο του Τζον Γουίλιαμ Γκόντγουαρντ, Μουσείο J. Paul Getty (1904).

Η Σαπφώ έζησε και άκμασε στην προ-κλασσική περίοδο, στις αρχές του 6oυ αιώνα π.Χ. (~580) κυρίως στην πρωτεύουσα του νησιού της Λέσβου, όπου τότε άκμαζαν οι τέχνες κι ο πολιτισμός. Το πιθανότερο είναι ότι γεννήθηκε λίγα χρόνια πριν, στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, του 7ου, γύρω στα 630-620 π.Χ., στην Ερεσό.

Η "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" αναφέρει ότι γεννήθηκε το 715 π.Χ., αλλά θα πρέπει να πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, γιατί το ίδιο άρθρο αναφέρει ότι η Σαπφώ και ο Αλκαίος έζησαν δυο γενιές περίπου μετά τον Τέρπανδρο, διάσημο κιθαρωδό που άκμασε γύρω στο 630 π.Χ. και μάλλον ίδρυσε την πρώτη σχολή -ή ρεύμα- λυρικής ποίησης στη Λέσβο, κι ότι ο Αλκαίος γεννήθηκε γύρω στο 620 π.Χ. - Και εφόσον αυτή η κατα τα άλλα τόσο ενδιαφέρουσα έκδοση της ελληνικής ιστορίας αφιερώνει μονάχα μισή πρόταση στη 10η Μούσα, μάλλον μας πείθει ότι δεν έχει μελετήσει και τόσο διεξοδικά την μεγαλύτερη ποιήτρια όλων των εποχών.

Μια από τις σημαντικότερες μορφές της Αρχαίας Λυρικής ποίησης, μαζί με τον Αλκαίο κι ίσως κι ένα - δύο άλλους, όπως τον Αρχίλοχο, τον Ανακρέοντα. Σίγουρα η διασημότερη ποιήτρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, κι όχι μόνο.

Φαίνεται πως αγαπούσε ιδιαίτερα τη μουσική και κάθε ομορφιά. Την έχουνε αγαπήσει και παινέσει από την εποχή της μέχρι και σήμερα για την ομορφιά και την τρυφεράδα της ερωτικής της ποίησης, αλλά και για την αμεσότητα που πλησιάζει τον αναγνώστη. Πολλοί την έχουνε αποκαλέσει "δέκατη μούσα" ή και "θνητή μούσα" (μάλλον της λυρικής και την ερωτικής ποίησης), ο Πλάτωνας την έχει αποκαλέσει σοφή (σύμφωνα με την Ποικίλη ιστορία του Αιλιανού Κλαύδιου), κι ο Οράτιος στη 2η ωδή του μας λέει ότι κι οι νεκροί ακόμα ακούνε με θαυμασμό τα τραγούδια της σε ιερή σιγή στον κάτω κόσμο.

Κόρη αριστοκρατικής οικογένειας και συγκεκριμένα του Σκαμανδρώνυμου και της Κλείδας, είχε τρεις αδελφούς, τον Λάριχο, τον Χάραξο και τον Ευρύγιο. Ο Λάριχος ήταν οινοχόος στο πρυτανείο της πόλης, ενώ ο Χάραξος έφυγε στην Αίγυπτο για εμπόριο, όπου ερωτεύτηκε την όμορφη Ροδώπη και της εξαγόρασε την ελευθερία της αρκετά ακριβά. Κι η Σαπφώ τον μαλώνει γι αυτό σε κάποιο τραγούδι της.

Το Βυζαντινό λεξικό της Σούδας αναφέρει ότι παντρεύτηκε τον Ανδριώτη Κερκύλα, αλλά οι σοβαρότερες πηγές δεν το αναφέρουν αυτό (κι αν αναζητήσετε την σημασία του ονόματός του αλλά και τις μοδάτες απόψεις περι Σαπφώς την εποχή που γράφτηκε η Σουδα ενώ καίγαν με χριστιανικό φιρμάνι κάθε αναφορά στα βιβλία της.. θα καταλάβετε καλύτερα).

Σίγουρα απόκτησε μια κόρη που ονόμασε Κλείδα, κι ίσως αυτό να ήταν και το όνομα της μητέρας της. (Ακόμα στα νησιά του αιγαίου αρκετοί συνηθίζουν να κρατούν το παλιό έθιμο - η πρωτοκόρη παίρνει το όνομα της μητέρας της μάνας.)

Η εποχή της είναι εποχή αλλαγών. Αρχίζουν να ακμάζουν οι αποικίες, η δημοκρατία ανταγωνίζεται την τυραννία σε αρκετές πόλεις και τα πολιτικά ζητήματα ενδιαφέρουν αρκετά κι επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων.

Η Σαπφώ ταξίδεψε στη Σικελία κι έμεινε λίγα χρόνια στις Συρακούσες, γύρω στο 600 π.Χ. (603-595?), μπορεί και για να απομακρυνθεί από πολιτικές αναταραχές στη Μυτιλήνη. Επιστρέφει στην πατρίδα της γύρω στο 590-580 π.Χ. μετά την κατάλυση της τυραννίας, επί Πιττακού του Μυτιληναίου.

Είχε διαδοθεί αρκετά ένας θρύλος ότι αυτοκτόνησε πέφτοντας στη θάλασσα από ένα ακρωτήρι της Λευκάδας, για τα όμορφα μάτια ενός νέου που λεγόταν Φάων. Δεν φαίνεται όμως να αληθεύει ούτε αυτός ο μύθος, μάλλον οφείλεται στην παρερμηνεία κάποιου ποιήματός της, όπου η Σαπφώ εξυμνεί την ομορφιά του Φάωνος, ακόλουθου της Αφροδίτης.

Μετά το θάνατό της οι Μυτιληνιοί έκοψαν νόμισμα με τη μορφή της. Στις Συρακούσες κατασκεύασαν κενοτάφιο σε ανάμνησή της. Όλος σχεδόν ο αρχαίος κόσμος την είπε δεκάτη των Μουσών και θνητή Μούσα και σε αρκετές ελληνικές πόλεις στήθηκαν εικόνες της προτομής της.

Η ιδιωτική της ζωή έχει συζητηθεί πολύ, αλλά δεν υπάρχουν αρκετές αξιόπιστες πληροφορίες για να μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ μύθων, κουτσομπολιών, πολιτικά αποδεκτών "αποκαταστάσεων" και αλήθειας.
Γενικά φαίνεται ότι καθένας που έχει γράψει για τη Σαπφώ υποστηρίζει απόψεις προσωπικές ή και γενικά αποδεκτές ή και "πιπεράτες" για την κοινωνική και πολιτιστική του ομάδα και εποχή. Κανένας από αυτούς δεν είναι σύγχρονός της, ώστε να είναι πιθανό να την είχε γνωρίσει και να είναι πιο αντικειμενικός.

Έχει αναφερθεί ότι είχε ερωτευτεί γυναικεία πρόσωπα στο περιβάλλον της, και ιδιαίτερα με την Ατθίδα, την Τελέσιππα και την Μεγάρα. Έχουν αναφερθεί επίσης ως μαθήτριές της: η Αναγόρα η Μιλήσια, η Γογγύλα η Κολοφώνια και η Ευνείκια η Σαλαμίνια.

Την εποχή εκείνη στη Λέσβο τα κορίτσια της ανώτερης οικονομικής τάξης συχνά εκπαιδεύονταν στη μουσική και το τραγούδι, σε κάτι μεταξύ ωδείων και εστέτ καλλιτεχνικών σαλονιών, που διατηρούσαν μεγαλύτερες και πιο έμπειρες γυναίκες, και φαίνεται ότι η Σαπφώ ήταν μια από τις τελευταίες. Ως "αντίτεχνές" της, δηλαδή γυναίκες που έκαναν το ίδιο, αναφέρονται: η Γοργώ, η Ανδρομέδα και η Μίκα.


Έχουν γράψει για τη Σαπφώ :

- ο Ηρόδοτος, αναφορές στην οικογένειά της.

- ο Αριστοτελικός φιλόσοφος Χαμαιλέων, Βιογραφική πραγματεία, ~300 π.Χ.

- ο Αριστοτέλης αναφέρει στιχομυθία μεταξύ Σαπφούς και Αλκαίου όπου ο Αλκαίος ... κάτι θέλει να της πει ... αλλά ντρέπεται κι η Σαπφώ του απαντά "αν είχες να πεις κάτι όμορφο και καλό κι αν δεν σ' έτρωγε η γλώσσα σου να πεις κακά πράγματα, δεν θα ντρεπόσουνα και θα φανέρωνες τη δίκαιη σκέψη σου".

- O Αιλιανός Κλαύδιος, στην Ποικίλη ιστορία του, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο Πλάτωνας την αποκαλούσε σοφή.

- ο Κολοφώνιος ποιητής Ερμεισιάναξ, σύγχρονος του Αλεξάνδρου ή του Πτολεμαίου, στην ελεγεία του με τίτλο Λεόντιον, σε αναφορές ερωτικών σχέσεων μεταξύ ποιητών, αναφέρει έρωτα του Αλκαίου προς τη Σαπφώ, κι εμφάνιζε ως αντεραστή του Αλκαίου τον Ανακρέοντα - αλλά ο τελευταίος ήταν αρκετά μικρότερός της και σε συνδυασμό με το λυρισμό και των δυο.. μάλλον πρόκειται για κάποια αλληγορία

- ο Μάξιμος ο Τύριος, φιλόσοφος του β' μισού του 2ου μ.Χ. αι., μας λέει πως ήτανε "μικρά και μέλαινα", κι απορρίπτει τις διαδόσεις σχετικά με ομοφυλοφιλικές σχέσεις με τις φίλες της, κι αποφαίνεται ότι οι σχέση της με τις γυναίκες του κύκλου της ήταν μόνο παιδαγωγική και μορφωτική, ανάλογη με τη σχέση του Σωκράτη με τους μαθητές του.

- ο Οράτιος επιμένει στις ωδές του ότι τα άσματα της Σαπφούς είναι άξια ιερού θαυμασμού.

- ο Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής του 20 αι. μ.Χ. από το ίδιο της το νησί, αλλιώς ωραίος, κι ίσως ο πλέον αντικειμενικός απ' όλους, αναφέρει πως τη νοιώθει σα μια μακρινή του ξαδέρφη, "Δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω, στη Μυτιλήνη", ίσως λιγάκι μεγαλύτερη, αλλά που μεγαλώσανε παίζοντας "στους ίδιους κήπους, γύρω από τις ίδιες ροδιές, πάνω απ' τις ίδιες στέρνες" και της αφιερώνει ένα από τα μικρά του έψιλον, όπου συμπυκνώνει μέσα σε τρεις μικρές σελιδούλες το παγκόσμια αποδεκτό εγκώμιο της ποίησής της, μας μεταδίνει το ύφος και το χρώμα του "σαλονιού" της - κι ίσως και της ψυχής της, κλείνοντας ..
"Τέτοιο πλάσμα ευαίσθητο και θαρρετό συνάμα δε μας παρουσιάζει συχνά η ζωή. Ένα μικροκαμωμένο βαθυμελάχροινο κορίτσι, ένα "μαυροτσούκαλο", όπως θα λέγαμε σήμερα, που ωστόσο έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνέψει ένα κύμα ή ένα αηδόνι, και να πει "σ' αγαπώ", για να συγκινηθεί η υφήλιος".



Διαβάστε περισσότερα: http://www.ellinikoarxeio.com/2013/05/sappho-tenth-muse.html#ixzz2UNHmQqOW