https://www.facebook.com/artemissky.blogspot?ref_type=bookmark

ΑΡΤΕΜΙΣ

ΑΡΤΕΜΙΣ
Ήταν θεά του κυνηγιού,”πότνια θηρών” κατά τον Όμηρο,θεά των αγριμιών και της Σελήνης.

ΕΛΛΑΣ - HELLAS

'' Επιόντος άρα θανάτου επί τον άνθρωπον, το μεν θνητόν, ως έοικεν, αυτού αποθνήσκει, το δ' αθάνατον, σώον και αδιάφθορον, οίχεται απιόν. `Οταν επέρχεται ο θάνατος στον άνθρωπο, το μεν θνητό μέρος αυτού, καθώς φαίνεται, πεθαίνει, το δε αθάνατο, η ψυχή, σηκώνεται και φεύγει σώο και άφθαρτο '' ΠΛΑΤΩΝΑ

ΕΛΛΑΣ - HELLAS .

ΕΛΛΑΣ - HELLAS .
ΑΝΟΙΚΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

ΑΥΤΑ ΕΔΩ ΔΕΝ ΜΑΣ ΤΑ ΕΔΙΔΑΞΑΝ ΔΙΟΤΙ Η ΠΡΩΤΗ ΑΡΕΤΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ....!!!


ΑΥΤΑ ΕΔΩ ΔΕΝ ΜΑΣ ΤΑ ΕΔΙΔΑΞΑΝ ΔΙΟΤΙ Η ΠΡΩΤΗ ΑΡΕΤΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ....!!!

ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΤΙ ΚΕΙΜΕΝΗ ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΒΑΡΒΑΡΙΣΜΟΣ...!!!

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΞΙ...!!!

Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, Η ΣΑΦΗΝΕΙΑ, Η ΣΥΝΤΟΜΙΑ,
Η ΚΥΡΙΟΛΟΓΙΑ, Η ΕΥΣΥΝΘΕΣΙΑ, ΚΑΙ Η ΕΥΠΡΕΠΕΙΑ...!!!

ΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑΙ ΚΑΚΙΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΕΞΙ...!!!
ΚΑΤ' ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΝ :

Ο ΒΑΡΒΑΡΙΣΜΟΣ, Η ΑΣΑΦΕΙΑ, Η ΜΑΚΡΟΛΟΓΙΑ,
Η ΑΚΥΡΟΛΟΓΙΑ, Η ΚΑΚΟΣΥΝΘΕΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΠΡΕΠΕΙΑ...!!!
Ο ΔΕ ΒΑΡΒΑΡΙΣΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΡΟΠΟΥΣ ΟΚΤΩ...ΑΝΑΓΙΓΝΩΣΚΕΤΕ...!!!

ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΗΡΩΔΙΑΝΟΣ...!!!

ΟΠΩΣ ΤΟ ΠΑΛΑΙ ΟΥΤΩ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ...
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ...!!!

ЭIЄ₪₪₪

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ σολοικισμοῦ καὶ βαρβαρισμοῦ
Page 308, line 14
308.14
Τοῦ λόγου ἀρεταὶ μὲν ἕξ, ἑλληνισμός, σαφήνεια, συντομία,
308.15
κυριολογία, εὐσυνθεσία, εὐπρέπεια· κακίαι δὲ ταύταις ἀντικείμεναι,
ἀσάφεια, μακρολογία, ἀκυρολογία, κακοσυνθεσία, ἀπρέπεια, βαρ-
309.1
βαρισμός. ἑλληνισμὸς μὲν οὖν ἐστὶ λέξις ὑγιὴς καὶ ἀδιάστροφος ἢ
λόγου μερῶν πλοκὴ κατάλληλος· βαρβαρισμὸς δέ ἐστι λέξις ἡμαρ-
τημένη περὶ τὴν συνήθειαν. διαφέρει δὲ βαρβαρισμὸς σολοικισμοῦ,
ὅτι ὁ μὲν σολοικισμὸς τὴν τάξιν βλάπτει τοῦ λόγου, ὁ δὲ βαρβαρις-
309.5
μὸς τῆς λέξεως. γίνεται δὲ ὁ βαρβαρισμὸς κατὰ τρόπους ὀκτώ,
κατὰ πρόσθεσιν ἢ ἀφαίρεσιν ἢ ἐναλλαγὴν ἢ συναλοιφὴν ἢ διαίρεσιν
ἢ τόνους ἢ χρόνους ἢ πνεῦμα.

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Η κριτική του Πλάτωνα στη Δημοκρατία

Η ισότητα του δικαιώματος συμμετοχής των πολιτών στην εκκλησία του δήμου, να εισακούονται από αυτήν και να κατέχουν δημόσια αξιώματα, παρόλο που ασφαλώς δεν οδηγούσε στην πλήρη εξασφάλιση ίσης εξουσίας για όλους τους πολίτες, ήταν αρκετή για να ανησυχήσει τους πιο γνωστούς επικριτές της αθηναϊκής δημοκρατίας, ένας από τους οποίους ήταν και ο Πλάτωνας. […]

Η δημοκρατία, κατά τον Πλάτωνα, παρουσιάζει μια σειρά ελλείψεις που συνδέονται η μία με την άλλη. Αυτές αναπτύσσονται σε αρκετά σημεία του πλατωνικού έργου, και ειδικότερα στις δύο περίφημες παραβολές της Πολιτείας για τον κυβερνήτη του πλοίου (408a) και το φύλακα ενός «μεγάλου δυνατού και καλοτρεφούμενου ζώου» (493a). Αξίζει να αρχίσουμε με την παραβολή του καραβοκύρη:

«Φαντάσου λοιπόν […] ο καραβοκύρης πρώτα να είναι πιο σωματώδης και πιο δυνατός απ’ όλους που είναι μες στο καράβι, μα να είναι μαζί και κάπως κουφός, να μη βλέπει και πολύ καλά και να μην καταλαβαίνει και πάρα πολλά πράματα από τη ναυτική τέχνη· οι ναύτες να μαλώνουν μεταξύ τους για την κυβέρνηση του πλοίου και να έχει ο καθένας την αξίωση να την πάρει αυτός απάνω του, χωρίς ποτέ του να έχει μάθει την τέχνη κι ούτε να μπορεί να μη πει μήτε με ποιον δάσκαλο μήτε ποιον καιρό την έμαθε, αλλά, μάλιστα και να υποστηρίζει πως αυτή δεν είναι πράγμα που διδάσκεται, κι αν κανείς λέει το εναντίον, να είναι έτοιμος να τον κομματιάσουν· φαντάσου τους ακόμα να κρέμονται όλοι τους απάνω στον καραβοκύρη και να τον παρακαλούν και να κάνουν το παν για να τους δώσει στο χέρι το τιμόνι, κι αν δεν το επιτύχουν και προτιμηθούν άλλοι, να τους σκοτώσουν και να τους ρίχνουν στη θάλασσα, έπειτα να μεθύσουν τον καλό τους καραβοκύρη ή να τον ποτίσουν με κανένα ναρκωτικό, ή να τον ξεφορτωθούν με όποιον άλλο τρόπο, και τότε να γίνουν αυτοί κύριοι του καραβιού, να ριχτούν στις προμήθειες και να το στρώσουν στο φαγοπότι και στο γλέντι, ενώ το καράβι θα πηγαίνει όπως φαντάζεται πια κανείς πως θα πηγαίνει· κι εκτός απ’ αυτά, να επαινούν και να ονομάζουν άξιο ναυτικό και κυβερνήτη και έμπειρο σ’ όλα τα ζητήματα της τέχνης εκείνον που τα καταφέρνει μια χαρά να τους βοηθήσει να πάρουν με το καλό ή με το κακό τη διοίκηση από τα χέρια του καραβοκύρη, ενώ κάθε άλλον που δεν είναι τέτοιος, τον κατηγορούν γι’ άχρηστο, χωρίς να είναι σε θέση να καταλαβαίνουν πως ο αληθινός κυβερνήτης πρέπει να το έχει δουλειά του να ξέρει τα γυρίσματα της χρονιάς, τις ώρες και τις εποχές, τον ουρανό, τ’ άστρα, τους ανέμους και ότι άλλο σχετίζεται με την τέχνη, αν πρόκειται να είναι στ’ αλήθεια κυβερνήτης του καραβιού· πως όμως θα το κυβερνήσει, είτε θέλουν είτε δεν θέλουν μερικοί από το πλήρωμα, αυτό νομίζουν πως δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη μάθηση ή τέχνη που να μπορεί να την αποκτήσει κανείς εκτός από την καθαυτό κυβερνητική· σε ένα λοιπόν καράβι που συμβαίνουν όλ’ αυτά, και βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση τα πληρώματα, ποιαν ιδέα νομίζεις πως θα είχαν οι ναύτες για έναν αληθινό κυβερνήτη; Δε θα τον ονόμαζαν πραγματικά μωρολόγο άνθρωπο και μετεωροσκόπο και άχρηστο γι’ αυτούς;» (Πλάτωνα, Πολιτεία, 488a-489a, μετάφραση Ιωάννη Γρυπάρη).

Λέγοντας «αληθινός κυβερνήτης», ο Πλάτωνας εννοεί τη μειοψηφία που, με τις ικανότητες και την εμπειρία της, έχει το ισχυρότερο νόμιμο δικαίωμα να κυβερνήσει το σκάφος. Και τούτο επειδή ο λαός (οι ναύτες) χειρίζεται τις υποθέσεις του με βάση τις παρορμήσεις, τα συναισθήματα και τις προκαταλήψεις του. Ο λαός δεν έχει ούτε την εμπειρία ούτε τις γνώσεις γι’ ασφαλή ναυσιπλοΐα, δηλαδή δεν διαθέτει πολιτική κρίση. Επιπλέον, ο μόνος άρχοντας που θαυμάζει ο λαός είναι ο συκοφάντης, «αυτός που διακηρύττει ότι είναι φίλος και προστάτης των συμφερόντων του λαού» (Πολιτεία, 558b, 558c). Όλοι αυτοί που «συναγελάζονται με το πλήθος και θέλουν να είναι αρεστοί απ’ αυτό» μπορούν άμεσα «να συγκριθούν με τους ναύτες» (489c). Σε μια δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει σωστή ηγεσία· οι ηγέτες εξαρτώνται από τη λαϊκή επιδοκιμασία και επομένως συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρούν τη δημοτικότητα τους και το αξίωμά τους. Η πολιτική ηγεσία εξασθενεί εξαιτίας των υποχωρήσεων προς τις λαϊκές απαιτήσεις και επειδή η πολιτική στρατηγική βασίζεται σε ότι μπορεί να «πουληθεί». Η συνετή κρίση, οι δύσκολες αποφάσεις, οι σκληρές επιλογές, οι δυσάρεστες αλήθειες αναγκαστικά θα αποφεύγονται. Η δημοκρατία περιθωριοποιεί τους σώφρονες.

Επιπλέον, το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας είναι ασυμβίβαστο με τη διατήρηση της εξουσίας, της τάξης και της σταθερότητας. Όταν τα άτομα είναι ελεύθερα να κάνουν ότι θέλουν και απαιτούν ίσα δικαιώματα, ανεξάρτητα από τις ικανότητες και τη συνεισφορά τους, βραχυπρόθεσμα το αποτέλεσμα θα είναι η δημιουργία μιας φαινομενικά όμορφης κοινωνίας με «κάθε λογής ήθη και χαρακτήρες». Ωστόσο, μακροπρόθεσμα το αποτέλεσμα θα είναι η ενδοτικότητα και η ανοχή απέναντι στις «πονηρές» επιθυμίες, γεγονός που υπονομεύει το σεβασμό στις πολιτικές και ηθικές αρχές. Οι νέοι παύουν να φοβούνται και να σέβονται τους δασκάλους τους· διαρκώς προκαλούν τους μεγαλύτερους και οι τελευταίοι «μιμούνται τους νέους» (Πολιτεία, 563b). Κοντολογίς, «η ψυχή των πολιτών γίνεται τόσο ευπαθής, ώστε και στην ελάχιστη υποψία καταναγκασμού […] αγανακτούν και εξεγείρονται. Στο τέλος […] καταντούν να μη λογαριάζουν καθόλου τους νόμους […] για να μην έχουν κανέναν απολύτως κύριο» (Πολιτεία, 563b). Η «ύβρις» αποκαλείται «καλή ανατροφή, η αναρχία ελευθερία, η ακολασία μεγαλοπρέπεια και η αναίδεια ανδρεία» (560e). Η ψευδής «ισότητα στις ηδονές» οδηγεί «το δημοκρατικό άνθρωπο» να περνάει τη ζωή του «από μέρα σε μέρα». Αντίστοιχα, η κοινωνική συνοχή απειλείται, η πολιτική ζωή γίνεται όλο και πιο αποσπασματική και η πολιτική φορτίζεται με τις έριδες των φατριών. Αναπόφευκτα ξεσπούν σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα στα επιμέρους συμφέροντα, καθώς κάθε φατρία πιέζει για το δικό της συμφέρον και όχι για το συμφέρον του κράτους ως σύνολον. Η συνειδητή αφοσίωση στο καλό της κοινότητας και στην κοινωνική δικαιοσύνη καθίσταται αδύνατη.

Αυτή η κατάσταση αναπόφευκτα οδηγεί σε ατελείωτες μηχανορραφίες, ελιγμούς και πολιτική αστάθεια: πολιτική κυριαρχείται από αχαλίνωτες επιθυμίες και φιλοδοξίες. Όλοι ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα της κοινότητας, αλλά στην πραγματικότητα ο καθένας εκπροσωπεί τον εαυτό του και την εγωιστική δίψα για εξουσία. Αυτοί που έχουν κάποιους πόρους, είτε από πλούτο είτε από μια θέση κύρους, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, αναπόφευκτα θα βρεθούν κατηγορούμενοι· και η σύγκρουση ανάμεσα στους πλούσιους και στους πτωχούς θα πάρει οξύτατες διαστάσεις. Στις συνθήκες αυτές, η αποσύνθεση της δημοκρατίας είναι, υποστηρίζει ο Πλάτων, πολύ πιθανή. «Η υπερβολή σε κάθε πράγμα φέρνει τη μετάπτωση στην αντίθετη υπερβολή» και η «υπερβολική ελευθερία […] οδηγεί στην υποδούλωση» (Πολιτεία, 563a, 564a). […] καθώς η δημοκρατία παρασύρεται στη δίνει των διαφωνιών και των συγκρούσεων, φαίνεται ότι οι δημοφιλείς ήρωες προσφέρουν καθαρή άποψη, καθαρή καθοδήγηση και την υπόσχεση να καταπνίξουν την αντιπολίτευση. Έτσι μπαίνει κανείς στον πειρασμό να υποστηρίζει τον τύραννο της επιλογής του. Αλλά φυσικά, από τη στιγμή που θα καταλάβουν την κρατική εξουσία, οι τύραννοι τείνουν να τη χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά προς όφελός τους.

Ο Πλάτωνας δεν πίστευε ότι η τυραννία καθεαυτή αποτελούσε βιώσιμη λύση στο πρόβλημα της δημοκρατίας. Οι τύραννοι σπάνια είναι «αληθινοί καραβοκύρηδες». Στη δεύτερη περίφημη παραβολή με το «μεγάλο και πανίσχυρο ζώο» (τη μάζα του λαού), ο Πλάτωνας καθιστά σαφές ότι δεν αρκεί να ξέρει ο φύλακας πώς να ελέγχει το ζώο μέσω της μελέτης των διαθέσεων, των αναγκών και των συνηθειών του. Για τη σωστή φροντίδα και εκπαίδευση του ζώου απαιτείται να ξέρει κανείς ποιες από τις προτιμήσεις και τις επιθυμίες αυτού του πλάσματος είναι «καλές ή κακές, ωραίες ή άσχημες, δίκαιες ή άδικες» (Πολιτεία, 5933b,c). Με λίγα λόγια, η θέση του Πλάτωνα είναι ότι τα προβλήματα του κόσμου δεν μπορούν να επιλυθούν παρά μόνο αν κυβερνήσουν οι φιλόσοφοι, επειδή μόνο αυτοί, όταν είναι ολόπλευρα μορφωμένοι και εκπαιδευμένοι, έχουν την ικανότητα να εναρμονίσουν όλα τα στοιχεία της ανθρώπινης ζωής υπό «την κυριαρχία της σοφίας». Ακολουθώντας τον Σωκράτη, ο Πλάτωνας πίστευε ότι «η γνώση είναι αρετή», δηλαδή ότι η «καλή ζωή», τόσο για τα άτομα όσο και για τις ομάδες, είναι ένα αντικειμενικό φαινόμενο: υπάρχει ανεξάρτητα από τις παρούσες, άμεσες καταστάσεις και μπορεί να κατακτηθεί μέσα από τη συστηματική σπουδή. Η γνώση του φιλοσόφου, που έχει κατακτηθεί με προσπάθεια είναι αυτό που δικαιώνει την καταλληλότητα του να κυβερνήσει. Η ικανότητά του να ρυθμίζει τα πράγματα με τον πιο πλεονεκτικό τρόπο δείχνει ότι η αρχή του πολιτεύματος πρέπει να είναι η αρχή της πεφωτισμένης δεσποτείας.  

[…] Αρχίζοντας από μια αντίληψη ενός φυσικού καταμερισμού της εργασίας, όπου οι τάξεις των ατόμων βρίσκουν τον κατάλληλο ρόλο τους (σε γενικές γραμμές, ως ηγέτες, στρατιώτες ή εργάτες) καθήκον του φιλοσόφου είναι η διερεύνηση αυτού του καταμερισμού, προκειμένου: (α) να ενθαρρύνονται οι ιδιαίτερες αρετές που απαιτούνται για κάθε είδος εργασίας (σοφία, θάρρος, εγκράτεια) και (β) να εξασφαλίζεται ότι τα άτομα εκτελούν τις σωστές λειτουργίες τους. Τα άτομα και τα κράτη αντιμετωπίζονται ως οργανικές ολότητες όπου, όταν το όλον είναι υγιές, οι άνθρωποι μπορούν να επιτελέσουν τις λειτουργίες τους, να ικανοποιούν τις ανάγκες τους, να ολοκληρώνουν τον εαυτό τους και, επομένως, να ζουν σε ένα σωστό, ασφαλές και δυνατό κράτος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, μπορεί να θριαμβεύσει η δικαιοσύνη και να επιτευχθεί η καλή ζωή.

Πρέπει να επισημανθεί ότι στην αντίληψη του Πλάτωνα, και γενικότερα στην αρχαία ελληνική σκέψη, η ελευθερία, την οποία διασφαλίζει το κράτος, δεν περιορίζεται τόσο για το άτομο καθεαυτό όσο για την ικανότητα του να εκπληρώσει το ρόλο του στο σύμπαν. […]

Η θέση που ανέπτυξε ο Πλάτωνας στην Πολιτεία τροποποιήθηκε ως ένα βαθμό στα μετέπειτα έργα του, κυρίως στον Πολιτικό και τους Νόμους. Στα έργα αυτά γίνεται η παραδοχή ότι στο πραγματικό, σε αντιδιαστολή με το ιδεατό, κράτος, η εξουσία δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς κάποια μορφή λαϊκής συναίνεσης και συμμετοχής. Επίσης εδώ επιβεβαιώνεται η σημασία της κυριαρχίας του νόμου ως τρόπου οριοθέτησης της νόμιμης δράσης αυτών που ασκούν «δημόσια» εξουσία – δηλαδή των φιλόσοφων-βασιλέων. Είναι επίσης σημαντικό ότι εισάγεται η θεωρία ενός «μικτού κράτους», που συνδυάζει στοιχεία μοναρχίας και δημοκρατίας, προαναγγέλλοντας κάποιες θέσεις που αναπτύχθηκαν αργότερα από τον Αριστοτέλη και (με μια χαλαρή έννοια από τον Montesquieu. Ο Πλάτων μάλιστα συνέλαβε και ένα σύστημα πολλαπλής ψήφου, του οποίου κάτι αντίστοιχο εμφανίστηκε αργότερα, στα κείμενα διακεκριμένων θεωρητικών, όπως του John Stuart Mill. Αλλά οι ιδέες αυτές στο σύνολό τους δεν αναπτύχθηκαν συστηματικά και η απόπειρα του Πλάτωνα να εμπλουτίσει την αντίληψή του περί ενός επιθυμητού συστήματος εξουσίας με κάποια δημοκρατικά στοιχεία, δεν κατέληξε σε ένα νέο δημοκρατικό μοντέλο. http://www.ekivolos.gr

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Ο Επίκουρος, ο Νίτσε και η τέχνη του ηδέως ζην

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                              Ο Επίκουρος παραμένει ένας από τους λιγότερο προβεβλημένους φιλοσόφους του αρχαίου κόσμου. Από μια τεράστια σε όγκο και σημασία πνευματική παραγωγή έφτασαν μέχρι τις μέρες μας σχετικά λίγα έργα και αυτά θρυμματισμένα, καθώς τα περισσότερα βιβλία χάθηκαν, για διάφορους λόγους. Από τους αρχαίους στοχαστές περισσότερο γνωστοί έγιναν άλλοι, όπως λ.χ. ο Πλάτων, ενώ πολλοί έμειναν συστηματικά στην αφάνεια ή συκοφαντήθηκαν σε όλες τις εποχές.
Κατά τον καθηγητή Χαράλαμπο Θεοδωρίδη, Πλάτων και Επίκουρος είναι οι δύο πόλοι της συναισθηματικής και διανοητικής ζωής, η πιο βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση αντίθεση, καθρέφτισμα της οικονομικής και κοινωνικής αντίθεσης. Ο Πλάτων είναι ο τυπικός αντιπρόσωπος του ιδεαλισμού, ο Επίκουρος του συστηματικότερου υλισμού που γνώρισε η Αρχαιότητα. Η αντίθεση είναι χαρακτηριστική για την ζωή και την κίνηση των ιδεών, για την ιστορία της φιλοσοφίας, που είναι η πάλη του ιδεαλισμού και του υλισμού. Η πρώτη, η παλαιότερη και πρωτογονότερη θεώρηση του κόσμου, είναι η ιδεαλιστική. Ο Σωκράτης είχε ιδιαίτερη μεταχείριση, καθώς ή περίφημη ρήση του για τον επερχόμενο σωτήρα ερμηνεύτηκε ως προαναγγελία της άφιξης του Ιησού:«καθεύδοντες διατελοίτε αν, ει μη τινά άλλον ο θεός υμίν επιπέμψειεν κηδόμενος υμών», όλον τον καιρό θα εξακολουθείτε να κοιμάσθε, ώσπου να σας λυπηθεί ο θεός και σας στείλει άλλον κανέναν. Ο Πλάτων πέρασε για θεόπνευστος προφήτης με προαισθήματα για το σωτήριο κήρυγμα. [5]  Το πλούσιο έργο του Επίκουρου, σημειώνει παρακάτω ο Θεοδωρίδης, παραμελήθηκε, χάθηκε και στην τύχη χρωστάμε τα λίγα πολύτιμα κομμάτια που σώθηκαν. Κρυμμένα αιώνες σα σπίθα στη στάχτη χρησίμευσαν προσάναμμα, όταν έφτασε το πλήρωμα άλλων καιρών. Η έρευνα και η κατανόηση αναστήλωσαν τη φωτεινή φυσιογνωμία του, την γνήσια ελληνική και οδηγημένοι από τη φεγγοβολία της αναστηλώνουμε κι εμείς την Αρχαιότητα όπως ήταν στην πραγματικότητα. 
    Η διδασκαλία για τη μοίρα και το πεπρωμένο έχει κεντρική θέση σε ολόκληρο το φιλοσοφικό ρεύμα του ιδεαλισμού. «Ουκ έστιν αλλάξαι ανθρώποις, ό,τι Μοίρα κακά κλωστήρος επείγει, δεν μπορούν οι άνθρωποι να ξεφύγουν απ’ ό,τι η μοίρα τούς γράφει, λέει ο Θεόκριτος, ενώ  σύμφωνα με τον Αρχίλοχο «όλα η τύχη και η μοίρα τα δίνει στους ανθρώπους», πάντα τύχη και μοίρα ανδρί δίδωσι. Κατά τον Λεύκιππο, «τα πάντα γίνονται κατ’ αναγκαιότητα, αυτήν την αναγκαιότητα ονομάζουμε ειμαρμένη»πάντα κατ’ ανάγκην, την δ’ αυτήν ειμαρμένηνΣτη ίδια γραμμή βρίσκεται και ο ποιητής Όμηρος: «Σε τίποτα δεν ωφελούν τα κλαψουρίσματα. Οι Θεοί έκλωσαν έτσι το νήμα της ζωής των δυστυχισμένων ανθρώπων, που αυτοί ζούνε μέσα στα βάσανα, ενώ εκείνοι μένουν αμέριμνοι. Δύο δοχεία βρίσκονται κοντά στην πόρτα του Δία: το ένα γεμάτο από κακά δώρα και το άλλο γεμάτο από δώρα καλά. Αυτά ο κεραυνοβόλος Δίας τ’ ανακατώνει και δίνει σ’ άλλον κακά και σ’ άλλον καλά. Σ’ όποιον δώσει κακά δώρα, τον καθιστά πραγματικά δυστυχισμένο κι αληθινό βάρος της γης, πάνω στην οποία περιπλανιέται κι όπου περιφρονιέται κι από τους Θεούς κι από ανθρώπους». Οι άνθρωποι είναι σαν τα φύλλα των δέντρων: «Φύλλα τα μεν τα’ άνεμος χαμάδις χέει, άλλα δε θ’ ύλη τηλεθοώσα φύει»τα φύλλα άλλα ο αγέρας τα σκορπάει χάμω, κι άλλα βγάζουν τ αμάραντα δάση. [5]
       Η φιλοσοφία του Επίκουρου απορρίπτει όλες τις ιδεαλιστικές κατασκευές, τις κοσμογονίες και τους μύθους που έχουν σχέση με τη Μοίρα και το Πεπρωμένο, όπως ορίστηκαν από επιφανείς εκπροσώπους των ιδεαλιστών και συχνά είναι κοινές με πολλές δοξασίες που εισήχθησαν στον ελληνικό χώρο από την Ανατολή, τους αιώνες που ακολούθησαν την κατάρρευση του αρχαίου ελληνικού κόσμου της κλασικής εποχής. Ο Φιλόδημος, Επικούρειος του 1ου π.Χ. αιώνα, γράφει ανήσυχος για τις ιδέες και τα έθιμα που κουβαλούσαν οι Ασιάτες: «Κοιμούνται σε ναούς, θεοπαρμένοι θυσιάζουν σε πέτρες αντί σ’ αγάλματα, με τύμπανα και άγρια μουσική. Τους θεούς αυτούς τους έχουν γι’ αδέκαστους και αλύγιστους, τον Άδη άμαχο και αδάμαστο», και τους μεν (θεούς) νομίζειν ατρέπτους και απαραιτήτους, τον δ’ Άδην άμαχον και αδάμαστον κατά τινα των εθνών Ασίας. (Φιλόδημος, Περί Θεών Ι, 18,22, εκδ.Η. Diels)Γράφει ο Θεοδωρίδης σχετικά:  «Η ελληνική παιδεία δέχτηκε βαρβαρική επιδρομή. Η ανατολική θρησκοληψία και θεοσοφική διάθεση, που κουβάλησαν σ’ αυτήν οι ξένοι, Σύροι, Αιγύπτιοι, Εβραίοι, διαμετρικά αντίθετες και ασυμβίβαστες με την ουσία του ελληνισμού, ήταν φυσικό να αγκιστρωθούν στον Πυθαγόρα και στον Πλάτωνα. Ο Ιουδαίος Φίλων, που έζησε στα χρόνια του Χριστού, υποστήριξε πως ο Πλάτων τη σοφία του την άντλησε από τα ιερά βιβλία των Εβραίων, ενώ εκείνα βαστούν από “θεϊκή” έμπνευση. Κανένα αιώνα αργότερα ο Νουμήνιος από την Απάμεια της Συρίας (γύρω στα 160 μ.Χ.) έλεγε πως ο Πλάτων είναι ο ίδιος ο Μωϋσής που μιλάει ελληνικά, “Μωϋσής αττικίζων”. Ο αραβικός και ο δυτικοευρωπαϊκός Μεσαίωνας αγιοποίησαν τονΑριστοτέλη σαν φύλακα άγγελο της μωαμεθανικής και της καθολικής ορθοδοξίας.»
Ο Επίκουρος ξεκινάει από τις αισθήσεις οι οποίες αποκαλύπτουν τη μεγαλοπρέπεια και τη λαμπρότητα της ζωής. Αυτές είναι το κριτήριο της αλήθειας και τίποτα δεν υπάρχει έξω απ” αυτές. Οι Επικούρειοι ελέγχουν και απορρίπτουν συστηματικά οτιδήποτε προκαλεί φόβο στην ψυχή του ανθρώπου και κυρίως τον κυρίαρχο τρόμο του θανάτου (κενόν φόβον) και της αιώνιας τιμωρίας. Οι θεοί, ως τέλεια όντα, δεν ενδιαφέρονται για τη ζωή των βροτώνούτε για το θάνατό τους. Η θεία πρόνοια απορρίπτεται έτσι μαζί με τη θεία τιμωρία. Ο κόσμος  είναι αΐδιος(αιώνιος), δεν τον έφτιαξε κανένας από μηχανής θεός ή άνθρωπος, αλλ” ην αιεί και έστιν και έσται:
        «Εκείνος (ο Επίκουρος) μας έχει διδάξει ότι ο κόσμος υπήρξε δημιούργημα της φύσης και ότι δεν χρειάστηκε να τον οικοδομήσει κανένας πλάστης, και ότι η διαδικασία της δημιουργίας, που σύμφωνα μ’ εσάς δεν είναι δυνατό να υπάρξει χωρίς θεία επιδεξιότητα, είναι τόσο εύκολη, που η φύση θα δημιουργήσει, δημιουργεί και έχει δημιουργήσει αναρίθμητους κόσμους. Εσείς, αντίθετα, δεν μπορείτε να δείτε πώς τα κατορθώνει όλα αυτά η φύση χωρίς τη βοήθεια κάποιας διάνοιας, κι έτσι, σαν τους τραγικούς ποιητές που δεν μπορούν να φέρουν την πλοκή του δράματος σε μια κατάληξη, καταφύγατε σ’ έναν από μηχανής θεό, που την παρέμβασή του δεν θα την είχατε ανάγκη, αν αναλογιζόσασταν την δίχως όρια έκταση του διαστήματος που απλώνεται προς κάθε κατεύθυνση στό άπειρο όπου, ταξιδεύοντας ο νους, δεν βρίσκει άκρη να σταθεί. (4)                                                                 

      Οι μαθητές του Κήπου αρνούνται κάθε θεία παρέμβαση στη δημιουργία του κόσμου και κάθε τελολογική ερμηνεία:
         «Λοιπόν, μέσα σ’ ετούτο το αχανές μήκος και πλάτος και ύψος,  υπάρχει χώρος για την άπειρη ποσότητα ατόμων που -παρ” ότι τα χωρίζει το κενό- συνδέονται μεταξύ τους και σχηματίζουν τις ενώσεις από τις οποίες αποτελούνται οι μορφές όλων των πραγμάτων που εσείς νομίζετε πως δεν μπορούν να δημιουργηθούν παρά μόνο με τη βοήθεια φυσερών και αμονιών, και μας φορέσατε σαμάρι έναν Αιώνιο Αφέντη που πρέπει μέρα νύχτα να τον φοβόμαστε· γιατί ποιος δεν θα φοβόταν έναν θεό που ανακατεύεται παντού, που προβλέπει, προνοεί και παρατηρεί τα πάντα, και κρίνει πως τον αφορά το κάθε τι; Συνέπεια της θεολογίας αυτής, πριν απ” όλα υπήρξε το δόγμα σας της Αναγκαιότητας ή της Ειμαρμένης·  η θεωρία σας ότι κάθε συμβάν είναι αποτέλεσμα μιας αιώνιας αλήθειας και ότι αποτελεί μέρος μιας αδιάσπαστης αλυσίδας αιτιοτήτων. Όμως τι αξία μπορεί να έχει μια φιλοσοφία που νομίζει ότι το κάθε τι συμβαίνει γιατί έτσι είναι γραμμένο από τη μοίρα; Αυτά τα πιστεύουν οι γριές, και μάλιστα οι αμόρφωτες γριές! Δεύτερη συνέπεια είναι οι ιδέες σας περί θείας έμπνευσης και μαντικής, που αν τις παίρναμε στα σοβαρά, θα γινόμασταν τόσο προληπτικοί πουθα καταλήγαμε στους προφήτες, τους οιωνοσκόπους, στους αγύρτες, τους οραματιστές και τους ονειροκρίτες. Όμως ο Επίκουρος μάς λύτρωσε από την αιχμαλωσία και μας απελευθέρωσε από αυτές τις δεισιδαιμονίες• δεν έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε τίποτα από τις υπάρξεις εκείνες που, όπως ξέρουμε, δεν προκαλούν ενοχλήσεις ούτε στον εαυτό τους ούτε και σε κανέναν άλλο• και ταυτόχρονα, λατρεύουμε με σεβασμό και ευλάβεια το υπέρτατο μεγαλείο της φύσης τους.»
        Θα έφτιαχναν ποτέ οι θεοί έναν κόσμο με τόση δυστυχία, θλίψη και οδύνη; Κι αν το τέλος, με τη μορφή της απώλειας, είναι καθημερινό φαινόμενο, μήπως ολόκληρη η φιλοσοφία δεν είναι παρά ένα ευφυές σχόλιο στο αμετάκλητο γεγονός του θανάτου; Κι αν ήθελαν οι θεοί να φτιάξουν τον κόσμο, γιατί δεν τον έφτιαξαν τέλειο; Ή λοιπόν ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν να εκτοπίσουν το κακό από την ανθρωπότητα, ή μπορούσαν αλλά δεν ήθελαν, ή ούτε ήθελαν ούτε μπορούσαν ήκαι ήθελαν και μπορούσαν να το κάνουν. Κατά τον Επίκουρο, οι τρεις πρώτες περιπτώσεις είναι αδιανόητες για τους Θεούς, αφού είναι αντίθετες στη θεϊκή φύση τους. Αν λοιπόν ήθελαν και μπορούσαν, γιατί δεν έφτιαξαν τον κήπο του Παράδεισου αλλά μια κοιλάδα των δακρύων για εκατομμύρια θνητούς;
                   Οι παραστάσεις των ανθρώπων για τους θεούς προέρχονται από αμάθεια, φόβο και δεισιδαιμονία· άθεος και ασεβής είναι για τον Επίκουρο όποιος αποδίδει εγκληματικές προθέσεις στους θεούς, οι οποίοι υπάρχουν άφθαρτοι και αδιάφοροι για τις ατέλειες του κόσμου και τις περιπέτειες των πολιτισμού.  Είναι πάντως προτιμότερο οι άνθρωποι να πιστεύουν τον μύθο για τους θεούς, παρά να υποδουλώνονται στο πεπρωμένο, όπως λένε οι φυσικοί φιλόσοφοι, γιατί ο μύθος αφήνει τουλάχιστον την ελπίδα να μαλακώσουμε την θέληση και την οργή τους με τιμές, ενώ ηαναγκαιότητα είναι νόμος αμείλικτος και με τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Ως βάση λοιπόν της θρησκείας μπαίνει το ζήτημα του φόβου. Η Ιφιγένειαθυσιάστηκε από τον ίδιο της τον πατέρα για να φυσήξει ούριος άνεμος στα ελληνικά πλοία. Θα ήθελαν ποτέ οι θεοί κάτι τέτοιο ή μήπως όλα αυτά είναι έργα των ανθρώπων; Οι θεοί του Επίκουρου έχουν αιθέρια φύση, είναι μακάριοι και αθάνατοι, φτιαγμένοι από ψιλά άτομα, μιλούν Ελληνικά, έχουν φύλο και εμφανίζονται με τη μορφή του ανθρώπινου σώματος, το οποίο είναι ωραιότερο από κάθε άλλο. Στην επιστολή προς Μενοικέα διαβάζουμε: ΘΕΟΙ ΜΕΝ ΓΑΡ ΕΙΣΙΝ. ΕΝΑΡΓΗΣ ΓΑΡ ΑΥΤΩΝ ΕΣΤΙΝ Η ΓΝΩΣΙΣ, (οι θεοί βέβαια υπάρχουν διότι η γνώση που έχουμε γι´αυτούς είναι εναργής και ολοφάνερη). Στη διαθήκη που παραθέτει  ολόκληρη ο Διογένης Λαέρτιος φαίνονται η ευσέβεια του Επίκουρου προς τους θεούς.[1]
           Ο Ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας έχει τις αντιρρήσεις του: «Ο Θεός, αφού ζει απομονωμένος  ανάμεσα στο δικό μας και κάποιον άλλο κόσμο, τίποτα δεν μπορεί να πράττει, παρά να αποφεύγει κάθε φορά τους κόσμους που καταστρέφονται γύρω του, χωρίς να δίνει προσοχή στις ικεσίες και να φροντίζει για μας. Τέτοιον Θεό λατρεύεις εσύ, Επίκουρε, όπως μου φαίνεται, και μάλιστα με ευγνώμονα καρδιά. Αν ουδεμία υποχρέωση έχεις να λατρεύεις τον Θεό, αφού οφείλεις τα πάντα στα άτομα και τα στοιχεία για τα οποία μιλάς, τότε γιατί τον λατρεύεις;»
                                                       
                                                              Βάλσαμο της ψυχής       

                                         
Ο Νίτσε επισημαίνει την παρηγορητική δύναμη της φιλοσοφίας του δασκάλου:  «Ο Επίκουρος, αυτός που καθησύχασε τις ψυχές της αρχαιότητας, είχε την αντίληψη που σήμερα συναντούμε σπάνια, ότι δηλαδή για να γαληνέψει η ψυχή του ανθρώπου δεν είναι αναγκαίο να λύσουμε τα ύψιστα θεωρητικά προβλήματα. Έτσι, αντί να προβαίνει σε άκαρπες συζητήσεις, τού ήταν αρκετό να λέει σ’ εκείνον που βασανιζόταν από το φόβο ότι και σε περίπτωση που υπάρχουνε θεοί, δεν αναμειγνύονται στις υποθέσεις του κόσμου. Η άποψη αυτή είναι ευνοϊκότερη και ασφαλέστερη. Δίνονται εκ των προτέρων κάποια προοδευτικά βήματα στον ακροατή, ο οποίος έτσι γίνεται πιο πρόθυμος να ακούει και να αποδέχεται. Αλλά αν επιχειρήσει να αποδείξει το αντίθετο -ότι δηλαδή οι θεοί μεριμνούν για τις ανθρώπινες υποθέσεις-, σε ποιους λαβύρινθους και δάση σπαρμένα με αγκάθια δεν πέφτει από μόνος του, ο δυστυχής, χωρίς να χρειάζεται την πονηριά του συνομιλητή του, ο οποίος οφείλει τότε να έχει αρκετή φιλανθρωπία και λεπτότητα, ώστε να κρύψει τον οίκτο του. Στο τέλος, καταλαμβάνεται από ισχυρότατη αηδία για κάθε επιχείρημα που διατυπώνεται με λόγια. Καταλαμβάνεται από αηδία για τους ίδιους τους ισχυρισμούς του και αποχωρεί με τη διάθεση που θα είχε κι ένας γνήσιος αθεϊστής: Τι με ενδιαφέρουν οι θεοί; Ας πάνε στο διάβολο!» [6]
                                                     
Άφοβον ο θεός,ανύποπτον ο θάνατος•
και ταγαθόν μεν εύκτητον,
το δε δεινόν ευκαρτέρητον. 
Φιλόδημος, Προς σοφιστάς, IV 10-14
Και στη συνέχεια: «Σε άλλες περιπτώσεις, όσες φορές ταλαιπωρούσε το μυαλό του συνομιλητή του μια υπόθεση κατά το ήμισι φυσική και ηθική κατά το άλλο μισό, ο Επίκουρος δεν την ανασκεύαζε, αλλά ομολογούσε ότι ενδεχομένως μπορούσε να είναι ορθή, ίσως όμως να υπάρχει κι άλλη υπόθεση, η οποία ερμηνεύει αυτό το φαινόμενο.Το πλήθος των υποθέσεων αρκεί για να σκορπίσει απ” την ψυχή μας τα σύννεφα που γεννιούνται από τη μία και μόνη λεπτολόγο ανάλυση, η οποία επειδή είναι η μόνη ορατή, υπερτιμάται εκατό φορές περισσότερο· αυτό ακριβώς συμβαίνει για παράδειγμα όταν εξετάζουμε την προέλευση των τύψεων της συνείδησης και τις αντιλήψεις που έχουμε γι’ αυτές. Όποιος λοιπόν επιθυμεί να χύσει βάλσαμο παρηγοριάς στους δυστυχείς, τους κακοποιούς, τους υποχονδριακούς ή αυτούς που πεθαίνουν, ας ανακαλεί στη μνήμη τους τις δυο καθησυχαστικές αποστροφές του Επίκουρου που ισχύουν σε πλείστες περιπτώσεις: α) Είναι νόμος. Έτσι έχει το πράγμα. Λοιπόν δεν ενδιαφερόμαστε. β) Το πράγμα είναι δυνατόν να είναι έτσι. Μπορεί όμως να είναι κι αλλιώς.» [5]
Η μεσημβρία του αρχαίου κόσμου
       Για τον Γερμανό φιλόσοφο, η διδασκαλία του Επίκουρου είναι το μεσημέρι της αρχαιότητας: «Είμαι ευτυχής, διότι συναισθάνομαι το χαρακτήρα του Επίκουρου με τρόπο διαφορετικό από κάθε άλλον και, παρά τα όσα ακούω και διαβάζω γι’ αυτόν, είμαι ικανός να δοκιμάσω την αίσθηση της μεσημβρίας του αρχαίου κόσμου. Βλέπω τη ματιά του στραμμένη προς μια μακρά, απλωμένη, υπόλευκη θάλασσα, προς παράκτιους βράχους που πάνω τους ξαπλώνει ο ήλιος, ενώ μικρά ζώα παίζουν ήσυχα και με ασφάλεια μέσα στις λάμψεις του, όπως ήσυχο και ασφαλές είναι το φως της μέρας και το βλέμμα του δασκάλου. Τέτοια ευδαιμονία μπορεί να αισθανθεί μόνον όποιος υποφέρει εις το διηνεκές. Είναι ευδαιμονία για τα μάτια, μπροστά στα οποία η θάλασσα της ύπαρξης γαληνεύει, κι αυτά δεν μπορούν να ικανοποιηθούν πλέον βλέποντας την επιφάνεια και την πολύχρωμη, τρυφερή και φρικιαστική επιδερμίδα της.Ουδέποτε άλλοτε υπήρξε τέτοια μετριοφροσύνη της ηδονής.» [5]
Πλάνη δεινή!
        Στους ισχυρισμούς των Κυρηναϊκών ότι οι σωματικοί πόνοι είναι σφοδρότεροι και δριμύτεροι από τους ψυχικούς, ο Επίκουρος απαντά: «Πλάνη δεινή!  Το σώμα πάσχει μόνο από τα παρόντα κακά ενώ η ψυχή υποφέρει από τις συμφορές του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος.» Εξάλλου, οι αισθησιακές ηδονές και οι σαρκικές απολαύσεις ποτέ δεν μπορούν να ικανοποιηθούν πλήρως σε μια τόσο σύντομη ζωή. Μόνο η νόηση μπορεί να μας εξασφαλίσει αρμονικό και τέλειο βίο, γιατί δεν έχει ανάγκη την απεριόριστη διάρκεια του χρόνου. Στις ωραίες επιστολές του προς τον Λουκρήτιο, ο Σενέκας λέει: «Οποιοσδήποτε καταφεύγει στον Επίκουρο για να βρει επικάλυψη για τις ακόλαστες διαθέσεις του απογοητεύεται ευθύς εξαρχής. Εισέλθετε στον κήπο μου και διαβάστε το επίγραμμά μου: Ξένε, η διαμονή εδώ είναι ευχάριστη. Ως ύψιστο αγαθό θεωρούμε την ηδονή. Ο φύλακας αυτού του χώρου (ενδιαιτήματος) είναι πρόθυμος και αξιέραστος. Θα σε φιλέψει κρίθινο άρτο, θα σου προσφέρει άφθονο νερό και θα σου απευθύνει την ερώτηση: είσαι ευχαριστημένος από την υποδοχή που σου έκαμα; Όχι! Ο κήπος αυτός δεν ερεθίζει την όρεξη, τουναντίον καταστέλλει την πείνα. Δεν αυξάνει τη δίψα με την πόση, αλλά τη σβήνει με φυσικά μέσα, τα οποία, εκτός των άλλων, έχουν το πλεονέκτημα να είναι πολύ φθηνά. Στην απόλαυση αυτή γέρασα κι εγώ.» [3]
     Ενώ οι Στωικοί θεωρούν ύψιστο αγαθό την Αρετή, ο Επίκουρος την εκλαμβάνει αποκλειστικά ως ένα μέσο που βοηθάει τους ανθρώπους να αποκτήσουν την ύψιστη ευδαιμονία, δηλαδή την ηδονή. Αν οι ωραίες και θαυμάσιες αρετές δεν μπορούν να μας οδηγήσουν σε καμιά ευχαρίστηση, κανένας δε θα τις λογαριάσει ως ελκυστικές και άξιες επαίνου. Η τέχνη του γιατρού εκτιμάται για τα ευεργετικά  αποτελέσματα της και η τέχνη του ναυκλήρου δεν επαινείται καθ” αυτήν αλλά επειδή είναι χρήσιμη στη ναυσιπλοΐα· έτσι και η φιλοσοφία εκείνη, την οποία πρέπει να θεωρήσουμε ως τέχνη του ζην, δεν έχει καμιά αξία αν δεν προσφέρει κάποιο θετικό και ευεργετικό αποτέλεσμα. Ποθούμε το Αγαθό όχι επειδή έχει αξία από μόνο του, όπως έλεγε ο Σωκράτης, αλλά γιατί είναι παράγοντας που οδηγεί στην ευτυχία. Για τον ίδιο λόγο επιδιώκονται και οι άλλες τέσσερις θεμελιώδεις αρετές της αρχαιότητας, η εγκράτεια, η ανδρεία, η δράση και η δικαιοσύνη. Η εγκράτεια θέτει τη δράση υπό τον έλεγχο της νόησης και μας βοηθάει να απολαμβάνουμε με μέτρο τις ηδονές, ώστε να μην προκαλούν οδύνη. Είμαστε ανδρείοι για να μπορούμε να ζούμε χωρίς αγωνίες και φόβους, πράττοντας δίκαια, γιατί η ατιμία βασανίζει την ψυχή και μόνο με την απλή παρουσία της (Ο δίκαιος αταρακτότατος, ὁ δ” αδικος πλείστης ταραχής γέμων). Ωστόσο, δεν μπορεί οποιοσδήποτε να εξυψωθεί στην ύψιστη βαθμίδα της σοφίας. Χρειάζεται ευφυΐα και άσκηση, αλλά αυτός που κατορθώσει άπαξ να ανέλθει μέχρι εκεί, κατέχει πλέον τη σοφία ως άφθαρτη ιδιότητα και μαζί μ” αυτή την ευδαιμονία και την ατάραχη ζωή. Ο σοφός δεν εκλιπαρεί αξιώματα και τιμές, ούτε ενδιαφέρεται πολύ για τη γνώμη που έχουν οι άλλοι γι” αυτόν· του αρκεί να μην τον περιφρονούν, επειδή σε τέτοια περίπτωση θα κινδύνευε η ασφάλεια και η ηρεμία του. Ο σοφός αντιμετωπίζει με ήρεμη σκέψη (νήφωνα λογισμό) κάθε κατηγορία και μομφή εναντίον του. Αν και το αίσθημα της αδικίας του προκαλεί δυσαρέσκεια, τα συναισθήματά του δεν εκφυλίζονται σε αγανάκτηση και οργή, η οποία θα έβλαπτε την αοχλησίαν του σώματος.  Στην Επίκουρου Προσφώνησι σώζεται ένα απόσπασμα που ανήκει στον Μητρόδωρο: «Να θυμάσαι ότι αν και είσαι θνητός σύμφωνα με τη φύση και έχεις λάβει μια περιορισμένη διάρκεια ζωής, αρωπος της δημοκρατικής εποχής, απαλλαγμένος από τις μεταφυσικές μυστικιστικές θολούρες, περιγελά το Πεπρωμένο και δεν το δέχεται ως απόλυτο κυρίαρχο των πάντων:  από τα πράγματα κάποια γίνονται από ανάγκη κάποια άλλα από τύχη και κάποια άλλα τέλος από τη δική μας βούληση.  Η τύχη είναι απλώς μια ευκαιρία: «Την τύχη όμως ούτε θεό την θεωρεί, όπως πιστεύουν οι πολλοί άνθρωποι, – αφού τίποτα δεν γίνεται από τον θεό χωρίς τάξη – , ούτε πάλι την θεωρεί ως αβέβαιη αιτία, δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται το καλό ή το κακό στους ανθρώπους για μια ευτυχισμένη ζωή, αλλά όμως παρέχει την ευκαιρία και την αρχή για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά.»  [2]
Τα προηγούμενα δεν σημαίνουν ότι ο θνητός που κατέχει τέτοια σοφία είναι απαλλαγμένος από τα ανθρώπινα πάθη, ούτε ζει αλώβητος, αμέτοχος στα παιχνίδια της εξουσίας και τις αναμετρήσεις που μαίνονται σε όλο το φάσμα της κοινωνικής σχέσης. Λόγω αυτής της πραγματικότητας δημιουργήθηκαν άλλωστε πλήθος οργανωμένες φιλοσοφικές Σχολές σε πολλές πόλεις του αρχαίου κόσμου. Οι αλληλέγγυες κοινότητες των Επικούρειων συμμετείχαν στις ιδεολογικές διαμάχες της εποχής τους, είχαν δηλαδή εν τέλει πολιτική λειτουργία, ανεξαρτήτως από τις προθέσεις και τις επιδιώξεις των ιδρυτών τους. Οι ιδέες των Επικουρισμού θα επιβιώσουν στη συναρπαστική ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης, θα ενταχθούν σε μεταγενέστερες κοσμοαντιλήψεις και θα ανακαλυφθούν ξανά την περίοδο των αστικών επαναστάσεων στην Ευρώπη. Ο Επίκουρος υπήρξε το σκάνδαλο της αρχαιότητας και ταυτόχρονα ο πρώτος που ανέδειξε μέσα σε ένα ολοκληρωμένο φιλοσοφικό σύστημα την αξία της προσωπικότητας και της φιλίας, την πίστη στο λογικό, την ανεξάρτητη διανόηση, την ικανότητα του ανθρώπου να εξουσιάσει τη Φύση και να δαμάσει τη Μοίρα του. Ανάμεσα σε άλλα, η επικούρεια φιλοσοφία καταδεικνύει πόσο μάταιες και γελοίες είναι οι προσπάθειες των ανθρώπων να αποκτήσουν όλο και περισσότερα υλικά αγαθά, θυσιάζοντας πολλές φορές πράγματα πολύ πιο σημαντικά για τη ζωή τους, χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Στο σπουδαίο και ανεπανάληπτο συμπόσιο της ζωής αξίζει λοιπόν να πάρουμε μέρος χαρούμενοι, δηλαδή γενναίοι και ατρόμητοι μπροστά στον θάνατο: «Το φρικωδέστερον ουν των κακών,ο θάνατος ουθέν προς ημάς επειδήπερ όταν μεν ημείς ώμεν, ο θάνατος ου πάρεστιν, όταν δε ο θάνατος παρή, τοθ’ ημείς ουκ εσμέν», το φριχτότατο λοιπόν κακό, ο θάνατος, δεν πρέπει να μας σκοτίζει, γιατί όσο εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει, κι άμα έρθει ο θάνατος, εμείς δεν υπάρχουμε. Η φύση μας προσφέρει γενναιόδωρα και χωρίς πολλούς κόπους όσα χρειαζόμαστε για να ζήσουμε ευτυχισμένοι. Ο γλυκός καρπός της επικούρειας αυτάρκειας είναι η ελευθερία.
 Ενδεικτική βιβλιογραφία και πηγές
[1] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος. Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, εκδ. Εστία[2] Χάρη Λύτα, «Λάθε βιώσας» Η επικούρεια τέχνη του ευ ζην. Εκδόσεις «Κέδρος», 2004
[3] Hutchinson, Επίκουρος, κείμενα-πηγές της Επικούρειας φιλοσοφίας του ευ ζην, επιμ. Γ. Αβραμίδης, θύραθεν εκδόσεις. Στο διάλογό του De Natura Deorum, ο  Κικέρων καταγράφει τη φιλική συζήτηση μιας παρέας διανοούμενων περί θεών, οι οποίοι ανήκουν σε διάφορες φιλοσοφικές σχολές. Ο επικούρειος της ομήγυρης παίρνει το λόγο προς το τέλος της ομιλίας.
[4] http://en.wikipedia.org/wiki/Epicurus
[5] Ερρίκος Σμιθ, Επίκουρου, Φιλοσοφία της ηδονής, μετάφραση Ανδρέας Γ. Δαλέζιος, εκδ. Τέχνη, Αθήνα, 1926. Τα μεταφρασμένα αποσπάσματα του Νίτσε αποδίδονται εδώ στη νέα ελληνική γλώσσα.
_______________
Πηγήeranistis.net
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
  

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Αποσπάσματα του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια.

   
                                     

                                                     
~~~Δεν είναι ο ηθικός που πράττει ενάρετες πράξεις.~~~
                                                     ~~~Όποιος πράττει ενάρετες πράξεις είναι ηθικός!~~~                         
        
Αν και κατεξοχήν ορθολογιστής, ο Αριστοτέλης έδωσε πρώτος στην Ηθική, βιωματική διάσταση και όχι νοησιαρχική. Με άλλα λόγια, η ηθική δεν απότελει ιδεολογικό σύστημα (όσο κι αν περιγράφεται συχνα με αφηρημένες έννοιες , π.χ. καλοσύνη, κακία, αρετή κλπ), αλλά Τρόπο Ζωής. Ένας τέτοιος τρόπος ζωής αποσκοπεί στην Ευδαιμονία (ευ + δαίμων).
Η ευδαιμονία εστί ψυχής ενέργεια τις κατ' αρετήν τέλειαν. [ η ευδαιμονία είναι ενέργεια της ψυχής σύμφωνα με τους κανόνες της τέλειας – ολοκληρωμένης αρετής. (Ηθ. Νικ. Α9, 25-26) ].
Η ανθρώπινη λοιπόν ευτυχία είναι προϊόν εκείνης της ψυχικής δυναμικής η οποία συμμορφώνεται με την αρετή.
Ο φιλόσοφος ταυτίζει την αρετή με το αγαθόν, καθώς την αντιδιαστέλλει προς την κακία, η οποία προφανώς ταυτίζεται με το κακόν.
Η αρετές χωρίζονται με βάση την επισταμένη παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε διανοητικές και ηθικές.
Α) Διανοητικές αρετές. Σε αυτές ο Αριστοτέλης εντάσσει όσες υπηρετούν το αγαθό με όργανο το Νου (π.χ. σωφροσύνη). Οι διανοητικές αρετές είναι στην βάση τους φυσικές δεξιότητες και στοχεύουν σε ένα αγαθό, φυσικά προσδιορισμένο.
Β) Ηθικες αρετές είναι εκείνες που πηγάζουν από το Έργο – Πράξη. Οι ηθικές όμως, αρετές είναι επίκτητες (αποτέλεσμα “εξάσκησης”) και επομένως η σκοποθεσία τους εξαρτάται άμεσα από τον τρόπο πραγμάτωσής τους. Αυτές απαρτίζουν ότι καλούμε Ήθος το οποία: <<...εξ έθους περιγίνεται, όθεν και τουνάμα έσχηκε μικρόν παρέκκλίνονω από του έθους>>. [ γεννιέται από το Έθος- δηλαδή τη συνήθεια- από όπου πήρε και το όνομα, το οποίο (ήθος) μικρή διαφορά παρουσιάζει από το έθος (Ηθ. Νικ. Β 1, 1-3) ].
Ο Αριστοτέλης συνεχίζει παρατηρώντας ότι γίνεται φανερό ότι καμία από τις ηθικές αρετές δεν υπάρχει σε εμάς από την φύση... ούτε λοιπόν φυσικά, ούτε αντίθετα με τη φύση υπάρχουν σε εμάς οι αρετές, αλλά από τη φύση έχουμε τη δυνατότητα να τις δεχτούμε και να τις τελειοποιήσουμε με τον Εθισμό.
Αφού κατέστησε κοινή τη δυνατότητα μετοχής στο αγαθό, έδωσε στην ηθική βιωματική διάσταση και την κατέστησε λογικό αποτέλεσμα της ηθικής πράξης και όχι προϋπόθεσή της (!) όπως γενικότερα πιστεύεται μέχρι σήμερα.
Το αντίθετο ισχύει για τις νοητικές αρετές: ο Αριστοτέλης παρατήρησε ότι για όσα είμαστε φυσικά προδιαγεγραμμένοι, κατέχουμε ήδη τις απαραίτητες δεξιότητες και κατά περίπτωση τις εφαρμόζουμε (αισθήσεις).
Οι ηθικές αρχές κατοχυρώνονται μόνο με την εφαρμογή τους και περαιτέρω με την άσκησή τους.
Επειδή λοιπόν το ήθος διαπλάθεται και δεν κληροδοτείτε, αποκτάτε όχι με την σκέψη ή το ένστικτο (δύο φυσικές διαδικασίες), αλλά με τον εθισμό, μια κοινωνική διαδικασία.
Η ηθική αρετή λοιπόν, αφορά και την ηδονή και την λύπη. Γιατί εξαιτίας της ηδονής κάνουμε τα κακά, ενώ εξαιτίας της λύπης απέχουμε από τα καλά. Για αυτό, όπως είπε ο Πλάτων, πρέπει από την παιδική ηλικία, να έχουμε πάρει εκείνη την αγωγή που θα μας κάνει να χαιρόμαστε και να λυπόμαστε με όσα πρέπει. Αυτή λοιπόν, είναι η ορθή παιδεία (Ηθ. Νικ. Β3, 1-2).
Ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της αρετής, αναδυκνείεται η μεσότητα. Ασφαλώς, ο όρος αυτός αποτελεί την αριστετολική εκδοχή της κορυφαίας αρχαιοελληνικής αξίας: του μέτρου που αρχικά απασχόλησε τον Πλάτωνα.
Μέσα στα πλαίσια της ηθικής, η υπερβολή και η έλλειψη εκπροσωπούν το Κακό, γιατί οδηγούν σε κατάργηση της αυτάρκειας, δηλαδή της ελευθερίας!
Το γεγονός οτι η μεσότητα είναι ένα δύσκολο επίτευμα, αποτελεί για τον Αριστοτέλη, μια ακόμη ισχυρή απόδειξη ότι είναι η σωστή ηθική επιλογή και ταυτίζεται με την αρετή. Αξιοποιώντας τις πυθαγόρειες αντιλήψεις, θεωρεί ιδιότητα του Κακού την πολλαπλότητα και την ευκολία, ενώ του Καλού, τη δυσκολία και την μοναδικότητα. Όπως παρατήρησε και ο μεταγενέστερός τους στοχαστής Καζαντάκης: ο Σωστός δρόμος είναι ο Ανήφορος.
Παραπάνω μελετήσατε αποσπάσματα από μια ανάλυση του έργου, του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια.

Ευχαριστώ για το χρόνο που διαθέσατε.
Να θυμάστε:
          αν δεν αλλάξουμε εμεις πρώτα , δεν μπορούμε να αλλάξουμε τίποτα σε τούτο τον κόσμο 
                                                            


Ερμής Τρισμέγιστος/ Πολιτική Εντελέχεια

https://www.facebook.com/politikientelexeia/posts/1778559272411087

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Η θέση της Γης στο κέντρο του κόσμου



Βαβυλωνιακός χάρτης της Οικουμένης (6ος ή 5ος αι. π.Χ.)

Μιλήσαμε ήδη για τον χάρτη της Γης, που πρώτος σχεδίασε ο Αναξίμανδρος, όπως και για τη θυμηδία που αυτοί οι πρώιμοι χάρτες προκαλούν στον Ηρόδοτο. Οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι ένα πρόσφατο εύρημα, μια πήλινη βαβυλωνιακή πλάκα του 6ου ή 5ου αιώνα π.Χ., που έχει χαραχθεί με τη βοήθεια ενός πρωτόγονου διαβήτη, αποτελεί έναν τέτοιο χάρτη της οικουμένης (βλ. εικόνα). Η αντίδραση λοιπόν του Ηροδότου δεν είναι παράλογη, αφού αυτός ο χάρτης θα ήταν εντελώς άχρηστος σε έναν ταξιδιώτη ή σε έναν ναυτικό. Ήθελε όμως ο Αναξίμανδρος να βοηθήσει τους ταξιδιώτες και τους ναυτικούς με τον «χάρτη» του, ή μήπως το σχεδίασμα αυτό της Γης δεν ήταν παρά εφαρμογή της κοσμολογικής του έκθεσης;
Στον χάρτη του Αναξίμανδρου η επιφάνεια της Γης θα πρέπει να απεικονιζόταν σαν ένας κυκλικός δίσκος με συμμετρική κατανομή των γνωστών περιοχών της οικουμένης. Αν παρακάμψουμε προς στιγμήν την έμφαση στη συμμετρία, η εικόνα αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με την παλαιότερη, παραδοσιακή σύλληψη της μορφής της Γης. Τόσο στα ομηρικά έπη όσο και στις κοσμολογικές αφηγήσεις των ανατολικών λαών η Γη θεωρείται ακίνητη και επίπεδη, καταλαμβάνει κεντρική θέση στο σύμπαν, και μάλλον έχει σχήμα κυκλικό. Η αντίληψη αυτή υιοθετείται και από τον Θαλή, με τη διαφορά ότι ο Θαλής προβληματίζεται πλέον για το υποστήριγμα της ακίνητης Γης, για να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα ότι η Γη επιπλέει στο νερό.
Η εξήγηση της ακινησίας της Γης απασχολεί και τον Αναξίμανδρο. Η δική του όμως απάντηση είναι εντελώς απρόσμενη και επαναστατική.
Τὴν δὲ γῆν εἶναι μετέωρον ὑπὸ μηδενὸς κρατουμένην, μένουσαν δὲ διὰ τὴν ὁμοίαν πάντων ἀπόστασιν.
Η Γη είναι μετέωρη και δεν κυριαρχείται από τίποτε. Ισορροπεί γιατί απέχει ίση απόσταση από τα πάντα.
Ιππόλυτος, Έλεγχος 1.6.3
Δεν χρειάζονται ούτε ρίζες ούτε σταθερό υποστήριγμα για να σταθεί η Γη ακίνητη, υποστηρίζει ο Αναξίμανδρος. Η Γη είναι μετέωρη, δεν στηρίζεται πουθενά, δεν κυριαρχείται από τίποτε. Παρ᾽ όλα αυτά μένει ακίνητη, απλώς και μόνο γιατί βρίσκεται στο κέντρο - «γιατί απέχει ίση απόσταση από τα πάντα». Η «ίση απόσταση» θα πρέπει να είναι η απόσταση της Γης από κάποια ακραία σημεία, από τις εσχατιές του σύμπαντος. Αυτή είναι άλλωστε και η ερμηνεία του Αριστοτέλη: «Υπάρχουν και κάποιοι, όπως ο Αναξίμανδρος, που υποστηρίζουν ότι η Γη μένει ακίνητη εξαιτίας της ομοιομορφίας· γιατί, αν κάτι έχει εξαρχής καταλάβει το κέντρο και βρίσκεται σε ίση απόσταση από τα άκρα, δεν θα κινηθεί ούτε προς τα επάνω ούτε προς τα κάτω ούτε προς τα πλάγια» (Περί ουρανού 295b10).
Είναι όμως τόσο αυτονόητο ότι κάτι που βρίσκεται στο μέσο δεν θα κινηθεί προς τα επάνω, προς τα κάτω ή προς τα πλάγια; Σε ποια ανθρώπινη εμπειρία αντιστοιχεί αυτή η εικόνα; Στον κόσμο που ζούμε είναι εντελώς παράλογη η ισοτιμία των δυνατών διευθύνσεων. Όλα τα σώματα έχουν βάρος και επομένως, ακόμη κι αν βρεθούν προς στιγμήν σε κάποιο κεντρικό σημείο, έχουν τη φυσική τάση να πέφτουν προς τα κάτω. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι κάποια άλλα σώματα είναι από τη φύση τους ελαφρά, όπως λ.χ. η φωτιά και ο καπνός, και γι᾽ αυτά ισχύει το αντίθετο: ανεβαίνουν πάντοτε προς τα επάνω. Ούτε το δεξιό είναι ισότιμο με το αριστερό - αρκεί κανείς να σκεφτεί τη σταθερή διαδρομή του Ήλιου, τον προσανατολισμό των ιερών των ναών ή τη διαφορά στη δύναμη των δύο χεριών του ανθρώπου. Ο μόνος χώρος όπου υπάρχει αυτή η ισοτιμία και η ομοιομορφία είναι ο κόσμος των σχημάτων, ο κόσμος της γεωμετρίας, και κανείς ποτέ ως τότε δεν είχε διανοηθεί να συσχετίσει αυτό τον κόσμο της αφαίρεσης με τον δικό μας κόσμο, τον κόσμο μέσα στον οποίο κάθε μέρα ζούμε.
Πράγματι η εξήγηση του Αναξίμανδρου για την ακινησία της Γης κατά κάποιο τρόπο προϋποθέτει τον ορισμό του κύκλου ή της σφαίρας. Αργότερα, στην αυστηρή γλώσσα των μαθηματικών, ο κύκλος θα οριστεί ως εκείνο το σχήμα του οποίου όλα τα σημεία ισαπέχουν από το κέντρο. Ο Αναξίμανδρος δεν γνωρίζει βεβαίως αυτό τον ορισμό, αφού ακόμη δεν έχει γίνει κατανοητή η σημασία των μαθηματικών ορισμών. Γνωρίζει όμως χωρίς αμφιβολία τον πρακτικό τρόπο σχεδίασης των κύκλων με κάποιους πρωτόγονους διαβήτες ή με κάποιο σχοινί δεμένο σε ένα σταθερό καρφί. Η αρχή που διέπει τέτοιες πρακτικές κατασκευές είναι η ίση απόσταση των σημείων της περιφέρειας του κύκλου από το κέντρο. Ακόμη λοιπόν και σε ένα τέτοιο στοιχειώδες σχήμα το κέντρο είναι σταθερό γιατί δεν έχει κανένα λόγο να κινηθεί ούτε προς τα πάνω ούτε προς τα κάτω ούτε προς τα πλάγια. Η επαναστατική σύλληψη του Αναξίμανδρου συνοψίζεται στο γεγονός ότι μετέφερε τις ιδιότητες των σχημάτων στο σύμπαν, ότι συνέλαβε τη Γη ως γεωμετρικό κέντρο. Οι αισθήσεις των ανθρώπων και η εμπειρία τους υποχωρούν μπροστά στην ομοιογένεια και τη συμμετρία των γεωμετρικών σχημάτων.
Γεωμετρικό είναι και το σχήμα της Γης, κατά τον Αναξίμανδρο. Είναι κι αυτό «στρογγυλό» και παρομοιάζεται με τον σπόνδυλο ενός κίονα - είναι δηλαδή μάλλον κυλινδρικό. Οι άνθρωποι κατοικούν μόνο στη μία βάση του κυλίνδρου, ενώ η δεύτερη πρέπει να είναι ακατοίκητη και αόρατη σε μας (Ιππόλυτος, Έλεγχος 1.6.3). Άρα η οικουμένη είναι λογικό να σχεδιάζεται ως κυκλικός δίσκος.
Οι κοσμολογικές αντιλήψεις του Αναξίμανδρου ήταν πολύ καινοτομικές για την εποχή του και δεν βρήκαν άμεσους συνεχιστές. Ο Αναξιμένης θα επανέλθει στην αναγκαιότητα του υποστηρίγματος της Γης, θέτοντας τώρα ως υπόστρωμα τον αέρα. Ακόμη και ο Δημόκριτος, 150 χρόνια αργότερα, θα μιλήσει για δίνες που στηρίζουν την πεπλατυσμένη Γη. Χρειάστηκε να φτάσουμε στον Πλάτωνα για να αποδειχθεί η γονιμότητα της σύλληψης του Αναξίμανδρου: στην πλατωνική κοσμολογία η Γη είναι πλέον σφαιρική και ισορροπεί ακίνητη στο κέντρο του κλειστού, ομοιόμορφου και σφαιρικού σύμπαντος.
Δεν γνωρίζουμε πώς ο Αναξίμανδρος έφτασε σε ένα τόσο προχωρημένο στάδιο αφαίρεσης. Οι φυσιοκρατικές του αντιλήψεις, όπως είδαμε, στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στην προσεκτική παρατήρηση των φυσικών φαινομένων· τίποτε όμως από όσα παρατηρεί κανείς στη φύση δεν υποβάλλει την ιδέα του γεωμετρικού σύμπαντος. Αν τα μαθηματικά είχαν αναπτυχθεί νωρίτερα στην αρχαία Ελλάδα, τότε θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε εκεί την πηγή της έμπνευσης του Αναξίμανδρου. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Η μαθηματική επιστήμη θα γίνει το υπόδειγμα της έγκυρης γνώσης μόνο στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ.
Μια πρόσφατη γοητευτική ερμηνεία ίσως μας δίνει ένα κλειδί για τη σωστή απάντηση. Ο γάλλος ιστορικός Ζαν-Πιερ Βερνάν (Μύθος και σκέψη στην αρχαία Ελλάδα, σ. 183 κ.ε.) επισήμανε την αντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στην κοσμολογία του Αναξίμανδρου και την ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής πόλης‒κράτους. Στην αρχαϊκή πόλη η εξουσία έχει την κάθετη δομή μιας πυραμίδας: στην κορυφή βρίσκεται ο κληρονομικός βασιλιάς, το ανάκτορο και η ακρόπολη της πόλης, και στη βάση της πυραμίδας ο ανίσχυρος λαός. Κατά τον 6ο και τον 5ο αιώνα όμως η κάθετη αυτή δομή ανατρέπεται και βαθμιαία δίνει τη θέση της στη δημοκρατική οργάνωση της πόλης, η οποία είναι ουσιαστικά κυκλική. Οι θεσμοί της δημοκρατικής εξουσίας (η Εκκλησία του Δήμου, η αρχαία Αγορά) καταλαμβάνουν το κέντρο, και η πόλη αναπτύσσεται ακτινωτά προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις. Στο κοσμολογικό επίπεδο οι εξελίξεις ήταν αντίστοιχες. Με τον Αναξίμανδρο εγκαταλείπεται η κάθετη οργάνωση του κόσμου, όπου κυρίαρχη είναι η διάσταση του επάνω και του κάτω, και φτάνουμε στην κυκλική οργάνωση, στην πρωτοκαθεδρία του κέντρου. Υπάρχει επομένως μια σύνδεση των πολιτικών και των πνευματικών διεργασιών. Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι οι διανοητικές αλλαγές για τις οποίες συζητούμε (η ίδια η γέννηση της φιλοσοφίας) συντελούνται στη Μίλητο, δηλαδή σε μια πόλη η οποία, αν και δεν είναι ακόμη δημοκρατική, είναι η πιο ανεπτυγμένη και η πιο φιλελεύθερη ελληνική πόλη του 6ου αιώνα π.Χ.

http://www.greek-language.gr/

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Τι έλεγε ο Άγιος Νεκτάριος για την ελληνική φιλοσοφία σε σχέση με τον χριστιανισμό;

Η Ελληνική φιλοσοφία υπήρξε για την Ελληνική φυλή ο παιδαγωγός για την κατανόηση της εξ αποκαλύψεως αληθείας. Ο έρως προς την φιλοσοφία έγινε έρως προς τον χριστιανισμό και η φιλοσοφία έγινε πίστη προς τον Χριστό. Άρα ο έρως προς την αλήθεια υπήρξε ο λόγος, για τον οποίο η Ελληνική Φυλή έγινε λάτρης και οπαδός της εξ αποκαλύψεως αληθείας, του Χριστιανισμού, ευθύς ως εμφανίστηκε επί της γης.
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
«ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΠΑΙΔΕΙΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΝ»
«Άνθρωπος ευσεβής εν σοφία μένει ως ο ήλιος»
Αγ. Νεκταρίου «γνώθι σαυτόν»
Πρόλογος
Αξιότιμοι Κύριοι
Το θέμα της μελέτης μου αυτής προήλθε από γενικώτερες μελέτες, με τις οποίες ασχολούμαι από πολλά έτη. Θέμα των μελετών μου αυτών υπήρξαν οι Έλληνες συγγραφείς. Εξεκίνησα κυρίως από ένα φλογερό πόθο να συγκεντρώσω ο,τιδήποτε σωστό έχουν παρουσιάσει σχετικά με το Θεό, την ψυχή και την αρετή και να αποταμιεύσω σε ένα τόμο όλες τις σοφές γνώμες όλων των σοφών Ελλήνων, ώστε να διδάσκονται από αυτές οι μελετητές. Από τη μελέτη αυτή και από την τακτοποίηση της ύλης επείσθηκα ότι οι Έλληνες σοφοί, είτε εξ ολοκλήρου, είτε εν μέρει, υπήρξαν διδάσκαλοι της αληθείας, ότι την αγάπησαν και την αναζήτησαν με πάθος και ότι τους οδηγούσε προς την αληθινή φιλοσοφία μια ερωτική αγάπη για τη γνώση της αληθείας. Αυτή η αγάπη οδήγησε σταδιακά το Ελληνικό Έθνος στην καθαρότερη και σαφέστερη γνώση της αληθείας και εν τέλει στην αλήθεια εξ αποκαλύψεως, τον Χριστιανισμό.
Η Ελληνική φιλοσοφία υπήρξε για την Ελληνική φυλή ο παιδαγωγός για την κατανόηση της εξ αποκαλύψεως αληθείας. Ο έρως προς την φιλοσοφία έγινε έρως προς τον χριστιανισμό και η φιλοσοφία έγινε πίστη προς τον Χριστό. Άρα ο έρως προς την αλήθεια υπήρξε ο λόγος, για τον οποίο η Ελληνική Φυλή έγινε λάτρης και οπαδός της εξ αποκαλύψεως αληθείας, του Χριστιανισμού, ευθύς ως εμφανίστηκε επί της γης. Έκτοτε, τον αποδέχθηκε με θέρμη, τον αγκάλιασε και έδωσε με προθυμία το αίμα της γι’ αυτόν. Επειδή, λοιπόν η Ελληνική φιλοσοφία υπήρξε τόσο σπουδαία και εξ αιτίας της η Ελληνική φυλή ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό, επέλεξα ως θέμα μελέτης... «την Ελληνικήν Φιλοσοφίαν ως προπαιδείαν εις τον Χριστιανισμόν» επειδή είναι θέμα εξαιρετικά σπουδαίο για τους Έλληνες.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΩΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΥ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΝ
Ελληνική Φιλοσοφία: Δύο απλές λέξεις. Αλλά λέξεις γεμάτες από τον πλούτο μεγάλων και υψηλών νοημάτων. Μέσα σ’ αυτές περιέχεται η τέλεια έννοια του ανθρώπου. Αυτές οι ίδιες λέξεις περιέχουν εντός τους το σύνολο των επιστημονικών αρχών. Σ’ αυτές εκφράζεται το πνεύμα μιας τελείως ανεπτυγμένης πνευματικά ανθρωπότητος. Μ’ αυτές αποδίδεται χαρακτηριστικά η τέλεια εικόνα του ανθρώπου. Σ’ αυτές αναγνωρίζεται το μέγεθος του ανθρωπίνου Νου, το ύψος της ανθρωπίνης διανοίας, το βαθύτερο νόημα των εννοιών, η δύναμη, το κάλλος και η ομορφιά του λόγου, η λεπτότητα των διανοημάτων, η ευκρίνεια, η καθαρότητα και η σαφήνειά τους, η δύναμη και η χάρη τους και, τέλος, η θεία προέλευση και καταγωγή του ανθρώπου.
Η Ελληνική φιλοσοφία είναι η θεμελιώδης αρχή, η βάση και το θεμέλιο για μία αληθινή ανάπτυξη και μόρφωση. Είναι ο παιδαγωγός του ανθρώπου. Αυτή οδηγεί τα βήματά του προς την ευσέβεια. Αυτή υπήρξε ο διδάσκαλος της αληθείας. Αυτή εδίδαξε τον άνθρωπο ποιος είναι, ποια είναι η αποστολή του στον κόσμο και ποιες πρέπει να είναι οι πράξεις του. Αυτή τον εδίδαξε την ύπαρξη του Θεού, την σχέση του ανθρώπου προς τον Θεό και την σχέση του Θεού προς τον άνθρωπο. Τον εδίδαξε τις ιδιότητες του θείου (Θεού) και την συγγένεια του ανθρώπου προς Αυτό.
Η Ελληνική φιλοσοφία εδίδαξε την πρόνοια του Θεού για την ανθρωπότητα και με τις ορθές από τις θεωρίες της χειραγώγησε ως παιδαγωγός την ανθρωπότητα προς τον Χριστό.
Η φιλοσοφία υπήρξε και είναι κτήμα των Ελλήνων και κανένας δεν είναι δυνατόν να την αφαιρέσει απ’ αυτούς. Με την διάδοσή της ανάμεσα στα έθνη τα προσελκύει και τους προσφέρει Ελληνικότητα, χωρίς η ίδια να χάνει ποτέ την ελληνικότητά της. Όσοι γίνονται οπαδοί της, όσοι ομιλούν την ελληνική γλώσσα, δεν είναι πια ξένοι, αποβάλλουν κάθε βαρβαρότητα και αποκτούν ελληνικότητα και ευγένεια. Ο προορισμός της Ελληνικής φιλοσοφίας είναι η διάπλαση όλων κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να γίνονται Έλληνες.
Η Ελληνική φιλοσοφία εγεννήθηκε χάριν του Χριστιανισμού και εταυτίσθηκε με αυτόν για να εργασθεί για τη σωτηρία της ανθρωπότητος. Έλληνες και Φιλοσοφία είναι έννοιες αξεχώριστες. Αυτό μαρτυρεί και ο Απόστολος των Εθνών Παύλος όταν αναφέρει: «Οι Έλληνες αναζητούν με πάθος τη σοφία». Γιατί ο Έλληνας είναι πραγματικά γεννημένος για να διδάσκει την ανθρωπότητα.
Αλλά, αν η ταυτόσημη με τον Έλληνα φιλοσοφία είναι ο παιδαγωγός, ο οδηγός προς τον Χριστιανισμό, πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι ο Έλληνας, πλασμένος φιλόσοφος, είναι και πλασμένος Χριστιανός. Είναι πλασμένος να γνωρίσει την αλήθεια και να την διαδίδει στα άλλα έθνη.
Ναι, ο Έλληνας εγεννήθηκε από θέληση της Θείας Πρόνοιας διδάσκαλος της ανθρωπότητος. Αυτό το έργο είναι η πνευματική κληρονομιά του, αυτή είναι η αποστολή του, αυτό είναι το ξεχωριστό κάλεσμά του ανάμεσα από τα έθνη. Αυτό το μαρτυρεί η εθνική του ιστορία, το μαρτυρούν οι κλίσεις και οι τάσεις του χαρακτήρος του, το μαρτυρούν και οι ευγενικές του διαθέσεις, το μαρτυρεί η ίδια η μακροβιότητά του Ελληνισμού, από όπου συμπεραίνεται και η αιωνιότητά του. Και αυτό συμβαίνει επειδή είναι προορισμένος για το έργο του Χριστιανισμού και συνδεδεμένος με αυτό. Και ο Χριστιανισμός είναι αιώνιος. Από την άλλη πλευρά, πάλι, ενώ όλα τα έθνη εμφανίσθηκαν στην παγκόσμια σκηνή και υπήρξαν παροδικά, το Ελληνικό Έθνος παρέμεινε δραστήριο στο προσκήνιο παγκοσμίως σε όλους τους αιώνες. Και αυτό έγινε, επειδή η ανθρωπότητα έχει ανάγκη από διδασκάλους. Αυτό φαίνεται και από την επιλογή της Ελληνικής φυλής από την Θεία Πρόνοια για να της εμπιστευθεί, σαν ιερή παρακαταθήκη, την Αγία Πίστη, την Θρησκεία της Αποκαλύψεως και το θείο αποστολικό έργο της. Δηλαδή, το αιώνιο έργο της σωτηρίας με τη διάπλαση της ανθρωπότητος, κατά τις αρχές της από θεία Αποκάλυψη Θρησκείας, του Χριστιανισμού. Και είναι αλήθεια, ότι αυτό το έργο έχει ανατεθεί στην Ελληνική φυλή. Αυτό αποδεικνύεται από την ιστορία. Με ένα μόνο βλέμμα στην ιστορία του Χριστιανιμού διαπιστώνουμε αυτήν την αλήθεια, επειδή εκεί, από την πρώτη της σελίδα, φαίνεται η δράση της Ελληνικής φυλής μέσα στο Χριστιανισμό και η κλήση της να αναλάβει την μεγάλη αποστολή του Χριστιανικού έργου. Οι Θείοι λόγοι του Σωτήρος, όταν του ανήγγειλαν ότι εζήτησαν να Τον ιδούν Έλληνες, τώρα εδοξάσθη ο Υιός του Ανθρώπου, είχαν ένα βαθύ νόημα. Ήταν λόγοι προφητικοί, πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων. Οι Έλληνες αυτοί ενώπιον του Χριστού ήταν οι αντιπρόσωποι ολοκλήρου του Ελληνικού Έθνους. Στην παρουσία τους διέκρινε και ανεγνώρισε ο Ιησούς το Έθνος, στο οποίο επρόκειτο να δοθεί η ιερή παρακαταθήκη για να την διαφυλάξει χάριν της ανθρωπότητος. Από τον πόθο των Ελλήνων να Τον αναζητήσουν, διέκρινε ότι ήταν πρόθυμοι να δεχθούν την διδασκαλία Του, προέβλεψε ότι θα δοξασθεί από την πίστη των εθνών και ανεγνώρισε το από καταβολής του κόσμου προετοιμασμένο έθνος για να φέρει εις πέρας την αποστολή και να ολοκληρώσει τον ύψιστο Σκοπό.
Γιατί, πραγματικά, από καταβολής κόσμου είχε κληθεί το Ελληνικό Έθνος να πραγματοποιήσει αυτόν το σκοπό και ήταν γι’ αυτόν πλασμένο. Ο Θεός μέσα στα πλαίσια της Θείας Του Προνοίας διέπλασε το Ελληνικό Έθνος σαν οφθαλμό στο σώμα της ανθρωπότητος και από αυτή τη θέση το εκάλεσε να εργασθεί για την αναγέννησή της.
Το Ελληνικό Έθνος, με αυτή τη φυσική ιδιότητα, κατόρθωσε να εξετάζει σαν αληθινός οφθαλμός και όσα είναι εμφανή και όσα είναι κρυμμένα κάτω από πέπλο μυστηρίου. Παρετήρησε έκθαμβο το εκπληκτικό κάλλος, την ομορφιά της αρμονίας της δημιουργίας και ανεζήτησε τον Θείο Δημιουργό. Αφοσιώθηκε με λατρεία στην έρευνα και ανεκάλυψε τον Θείο Δημιουργό μέσα στα δημιουργήματά Του. Η εικόνα του Θείου Δημιουργού, γραμμένη με θεϊκό δάκτυλο επάνω στα δημιουργήματα, προσέλκυσε την προσοχή των Ελλήνων και τους συνεπήρε. Αναγνώρισαν σε βάθος την εικόνα του Θεού σε μικρογραφία μέσα στην καλλιτεχνική κατασκευή των όντων και μέσα στη θαυμαστή δομή του μικρότερου ζωηρού πανέμορφου αγριολούλουδου, αλλά και μέσα στην πολύπλοκη κατασκευή των μεγαλυτέρων δημιουργημάτων. Η απέραντη ποικιλία των ειδών, τόσο σοφά διαμορφωμένη, ώστε να ξεκινάει από τα απειροελάχιστα για να αναπτυχθεί και να καταλήξει στα μέγιστα, γίνεται για τον φιλόσοφο μία κλίμακα με απειράριθμες βαθμίδες, η οποία έχει την κορυφή της στον ουρανό. Ο φιλόσοφος ανεβαίνει με θαρραλέο βήμα τα σκαλοπάτια της ατενίζοντας μόνο προς τον Ουρανό. Αποσπάται όλο και περισσότερο από τη γη, πετάει από επάνω του το περιττό άχρηστο γήινο φορτίο και ζητάει να γίνει πνεύμα, για να πλησιάσει το Θείο Πνεύμα, του οποίου τον θρόνο τοποθετεί στον Ουρανό. Κατανοεί ότι μία Αρχή, μία Δύναμη, μία απέραντη Σοφία, ένα αγαθό θείο Ον υπήρξε ο Δημιουργός της θαυμαστής αυτής δημιουργίας. Αυτή η κατανόηση του Θείου από τις θεϊκές του ιδιότητες, του γεννά, την ίδια στιγμή, το συναίσθημα της αγάπης και της λατρείας. Η καρδιά του φιλοσόφου γεμίζει από θείον έρωτα και θερμαίνεται από θεία δύναμη και αυτή η δύναμη τον έλκει και τον κατευθύνει προς τον Θεό. Η ισχύς της είναι ακατανόητη, αλλά και ισχυρή, σαν Θεία δύναμη. Αυτή τον κατακυριεύει και αυτή διευθύνει τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις κατά την θέλησή της. Έχει διαφορετική θέληση από τον σωματικό άνθρωπο. Αυτή επικρατεί στον εσωτερικό του κόσμο και κατευθύνει τα πάντα. Είναι περίεργο αυτό το φαινόμενο. Και τότε διερωτάται. Τι γίνεται εντός μου; Ποια είναι η σχέση μου προς το θείο, προς το οποίο αυτή η εσωτερική δύναμη κατευθύνεται ακατάσχετη, ζητεί να Το πλησιάσει και έχει την τάση να αφομοιωθεί προς αυτό; Πώς είναι δυνατό να έχει υποταγεί σ’ αυτή την υπερφυσική δύναμη η φυσική μου κατάσταση και πώς εγώ ο φυσικός άνθρωπος δέχομαι να υποταχθώ σ’ αυτήν; Και μάλιστα, αισθάνομαι μεγαλύτερη χαρά για μία τέτοια υποταγή, παρά για την ακατάσχετη φυσική ελευθερία των ορμών μου; Ποιος είμαι εγώ και ενώ έχω προέλθει από τη γη επιζητώ τον Ουρανό; Ποια είναι η σχέση της γης προς τον Ουρανό; Των αισθητών προς τα υπεραισθητά; Ποια η σχέση μου με το Θείο; Γιατί το αγαπώ; Γιατί Το ποθώ τόσο πολύ; Γιατί θέλω να γίνω όμοιος μ’ Αυτό; Είμαι λοιπόν Πνεύμα; Είμαι κάποια υπερφυσική δύναμη; Αλλά, από την άλλη πλευρά, πεθαίνω και ο τάφος καλύπτει το νεκρό και χωρίς πνοή σώμα μου. Πώς, όμως, ο θάνατος αδυνατεί να με πείσει ότι πεθαίνω για πάντα; Πώς ελπίζω, ακόμη, ότι μου επιφυλάσσεται αιώνια ζωή; Από πού έρχεται αυτή η πληροφορία για αιώνια ζωή; Βλέπω ότι πεθαίνω, και όμως, είμαι βέβαιος, πιστεύω ότι θα ζήσω για πάντα, στην αιωνιότητα. Ολόκληρος ο βίος του ανθρώπου μαρτυρεί αυτό. Οι άνθρωποι ζουν για την αιωνιότητα. Άρα ο άνθρωπος έχει από κοινού την πληροφορία για την αιωνιότητά του. Και αυτό, για την αθανασία και την αιωνιότητά του, το έχει διδαχθεί από την εσωτερική του Θεία Δύναμη, η οποία τον έλκει και προς το Θείο. Η Δύναμη αυτή και τον πληροφορεί και τον πείθει. Γι’ αυτό πιστεύει στην αθανασία. Είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος μία ύπαρξη, ένα ον αθάνατο, επειδή κατανοεί το Θείο, επειδή έλκεται από το Θείο, επειδή λατρεύει το Θείο, επειδή, ακριβώς, μέσω της εσωτερικής του μυστηριώδους δυνάμεως, παίρνει πληροφορίες από τον ίδιο τον Θεό.
Ο Έλληνας, λοιπόν, με τη βοήθεια της φιλοσοφίας, εγνώρισε πρώτα την ύπαρξη του θείου και στη συνέχεια τον εαυτό του και το ποιος ακριβώς είναι. Με τη γνώση του Θεού απέκτησε και την τέλεια γνώση του εαυτού του και με αυτόν τον τρόπο κατενόησε την σχέση του προς το θείο, την ευγένειά του, δηλαδή την ανωτερότητα της καταγωγής του και έμαθε ότι η αφοσίωση προς το θείο είναι το πρώτο από τα καθήκοντά του. Εγνώρισε, εξ άλλου, ότι η αποστολή του στον κόσμο είναι να προσπαθεί να γίνει τέλειος και να ανυψωθεί από τον υλικό κόσμο προς τον πνευματικό. Έμαθε, ότι ο πνευματικός κόσμος πρέπει να δίνει ζωή στον υλικό κόσμο, ότι το πνεύμα πρέπει να επικρατεί στην ύλη, ότι οι εσωτερικοί πνευματικοί νόμοι έχουν μεγαλύτερη ισχύ από τους εντός του φυσικούς νόμους και ότι μέσα του πρέπει να επικρατούν αυτοί οι λογικοί νόμοι. Έμαθε ότι ο άνθρωπος γίνεται τέλειος όταν αφομοιωθεί με τον Θεό και ότι αφομοιώνεται με το Θείο, όταν στολίζεται με ευσέβεια, δικαιοσύνη, αλήθεια και επιστήμη, δηλαδή, με την πλήρη γνώση της αληθείας. Γιατί είναι αλήθεια, ότι αυτές οι αρετές έχουν τη δύναμη να τελειοποιούν τον άνθρωπο. Και αυτό, επειδή η ευσέβεια αποτελεί για τον άνθρωπο το δρόμο για να πλησιάσει το Θείο, ενώ η δικαιοσύνη, η αλήθεια και η επιστήμη τον οδηγούν στο να επιτύχει την μετατροπή του σε εικόνα και ομοίωση του Θείου.
Ο Έλληνας, αφού έμαθε ποιος είναι και ποιος πρέπει να γίνει, έβαλε ως στόχο του την τελειοποίησή του. Ελάτρευσε το πνεύμα και εδημιούργησε ένα πνευματικό κόσμο, μέσα στον οποίον ήθελε να ζει. Η γνώση του καλού, του αγαθού και του αληθινού, καθώς και η έμφυτη αγάπη προς τον πλησίον ανέπτυξε στην καρδιά του τον πόθο της μεταδόσεως και με αυτόν τον τρόπο έγινε διδάσκαλος της ανθρωπότητος. Εζήτησε να εξομοιώσει όλους προς τον εαυτό του. Δεν εγεννήθηκε, όμως, κατακτητής του σώματος, αλλά του πνεύματος. Δεν ανεζήτησε δούλους, αλλά ελευθέρους. Αυτό αγάπησε. Και αυτή η θεία αγάπη έγινε το κίνητρο όλων των ορμών του. Αυτή η αγάπη διεμόρφωσε τον εθνικό του χαρακτήρα, ο οποίος και έμεινε αναλλοίωτος. Με αυτόν τον τρόπο επλάσθηκε ο Έλληνας και με αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε το ήθος του και ο ηθικός χαρακτήρας του. Και ένας τέτοιος χαρακτήρας δεν ήταν δυνατόν παρά να ενθουσιασθεί από τις αρχές του Χριστιανισμού.
Ο Χριστιανισμός ήταν αγάπη, έδινε υπόσχεση να διδάξη στους ανθρώπους την αλήθεια στην τελειότερη και πληρέστερη μορφή της, να ενισχύσει και να ανυψώσει την φιλοσοφία στην πιο υψηλή της μορφή, να αποκαλύψει σ’ αυτήν όσα μυστήρια της έμεναν κρυμμένα, να διαλύσει το σκοτάδι από τα μάτια της ανθρωπίνης διανοίας, να ξυπνήσει τον κοιμισμένο, να απαλλάξει από τις δεισιδαιμονίες, να συνδέσει όλους τους ανθρώπους με δεσμούς αδελφικής αγάπης, να οδηγήσει στον Θεό και να σώσει από την κυριαρχία του διαβόλου, χαρίζοντας στον πρόσκαιρο σημερινό κόσμο την αληθινή ευτυχία και στο μελλοντικό την αιώνια μακαριότητα. Ο Έλληνας, εφόσον ευρήκε στον Χριστιανισμό τις ίδιες τις αρχές του, την εικόνα του τέλειου και του ιδανικού του και, κυρίως, το μόνο Διδάσκαλο ικανό να τον διδάξει όλα όσα ήθελε να μάθει και να γνωρίσει και ό,τι εποθούσε και επιζητούσε και εφόσον ευρήκε, ότι ο Χριστιανισμός εξέφραζε τα αισθήματά του, τον αγκάλιασε και τον προστάτεψε θερμά. Και ο Χριστιανισμός του εχάρισε ως πρώτο δώρο νέα ζωή. Σε αντάλλαγμα, ο Ελληνισμός τον υπεστήριξε με τους αγώνες και το αίμα του.
Η Ελληνική φιλοσοφία οδηγούσε το Ελληνικό Έθνος προς τον Χριστιανισμό. Το ότι η Ελληνική φιλοσοφία υπήρξε τέτοιος καθοδηγητής μαρτυρεί ο Ιερός Πατέρας Κλήμης ο Αλεξανδρινός, όταν αναφέρει:
«Η φιλοσοφία ήταν αναγκαία για τους Έλληνες προ της παρουσίας του Κυρίου για να υπάρξει δικαιοσύνη. Τώρα πάλι είναι χρήσιμη για να επιτύχει κανείς την ευσέβεια προς τον Θεό, επειδή θεωρείται ως προπαίδεια για όσους αποκτούν την πίστη με αποδείξεις. Διότι, όπως λέγεται (στις Παροιμίες στην Π. Διαθήκη), δεν θα στραβοπατήσεις αν φροντίζεις και προνοείς για όσα είναι ορθά, είτε προέρχονται από τους Έλληνες, είτε είναι δικά μας (των Εβραίων). Διότι, ο Θεός είναι η αιτία όλων των καλών και των ορθών. Και ενώ στους Εβραίους εδόθησαν ορθά από πριν, δηλαδή, η Παλαιά Διαθήκη προ της Καινής, στους Έλληνες όσα σωστά επέτυχαν ήταν επακολούθημα της φιλοσοφίας. Μήπως, όμως, και στους Έλληνες δεν είχε δοθεί πριν ο Κύριος καλέσει και αυτούς; Διότι η φιλοσοφία παιδαγωγούσε και οδηγούσε και το Ελληνικό Έθνος, προς τον Χριστό, όπως τους Εβραίους ο Νόμος».
Επομένως, η φιλοσοφία προπαρασκευάζει ετοιμάζοντας τον δρόμο όσων πρόκειται να φθάσουν στην τελειοποίηση διά του Χριστού και με την βοήθειά Του. Γιατί ένας είναι ο δρόμος προς την αλήθεια και σ’ αυτόν, όπως σ’ ένα ασταμάτητο ποταμό, συγκεντρώνονται όλα τα υδάτινα ρεύματα, αν και έρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις».
Και πάλι ο ίδιος Ιερός Πατέρας, αναφέρει για την Ελληνική φιλοσοφία: «Αλλά, και αν ακόμη δεν αντιλαμβάνεται η ελληνική φιλοσοφία ολόκληρο το μέγεθος της αληθείας και επί πλέον δεν έχει το σθένος να εφαρμόζει, τις εντολές του Κυρίου, όμως, προετοιμάζει τον δρόμο για την βασίλισσα όλων των διδασκαλιών (τον Χριστιανισμό), ενώ συγχρόνως, δίνει (στους ανθρώπους) σωφροσύνη, προσδιορίζοντας και προσαρμόζοντας τον ηθικό τους χαρακτήρα, ώστε να τους προετοιμάζει να παραδεχθούν την Αλήθεια».
Ο Κλήμης δέχεται ότι ο,τιδήποτε ορθό έχει λεχθεί από τους φιλοσόφους ήταν έργο της θείας μέριμνας για τον κόσμο. Και να τι ακριβώς αναφέρει: «Και αν ακόμη ισχυρίζονται ότι από τυχαία σύμπτωση οι Έλληνες εξέφρασαν κάποιες αλήθειες της σωστής φιλοσοφίας, η σύμπτωση οφείλεται στη θεία μέριμνα• και βεβαίως δεν θα εκθειάσει κάποιος ένα τυχαίο γεγονός, με το να το θεωρεί έργο Θεού, για να φανεί φιλότιμος απέναντί μας. Και γι’ αυτό στην πραγματικότητα, είτε λεχθεί ότι έγινε από σύμπτωση –αφού καμμία σύμπτωση δεν γίνεται χωρίς πρόνοια- είτε ότι οι Έλληνες είχαν έμφυτη από την ίδια τη φύση τους τη νόηση είναι το ίδιο, αφού εμείς γνωρίζουμε ότι ένας είναι ο Δημιουργός της φύσεως, γι’ αυτό και λέγομε ότι και η δικαιοσύνη είναι φυσική κ.λπ.».
Ο Κλήμης, αναφερόμενος στο έργο της Ελληνικής φιλοσοφίας, δείχνει με ποιον τρόπο η φιλοσοφία καθοδηγούσε προς την αλήθεια και ότι έργο της υπήρξε ο πόλεμος κατά του ψεύδους. «Η συμπαράσταση της ελληνικής φιλοσοφίας δεν ενισχύει απλώς την αλήθεια, αλλά, αφ’ ενός κάνει αδύνατη κάθε επίθεση με απατηλά σοφίσματα εναντίον της, ενώ από την άλλη πλευρά αποκρούει τα εναντίον της δόλια και απατηλά σχέδια, ώστε σωστά να λέγεται, ότι η Ελληνική φιλοσοφία αποτελεί το φραγμό και το επιστέγασμα του αμπελώνος (δηλαδή της Εκκλησίας)».
Ότι κάθε αληθινή σοφία, και ιδιαιτέρως η Ελληνική, προέρχεται από τον Θεό μαρτυρεί και η Γραφή όταν αναφέρει: «Απέστειλε η σοφία τους δούλους της για να καλέσουν με δυνατή φωνή σε συμπόσιο λέγοντας, όποιος είναι ανόητος ας αλλάξει την πορεία του και ας έλθει προς εμέ».
Ότι η ελληνική φιλοσοφία είναι δώρο Θεού και κάθε σοφία προέρχεται από τον Θεό αναφέρεται και στις Παροιμίες και στον Εκκλησιαστή και στη Σοφία Σειράχ. Στις Παροιμίες (κεφ. β΄ 3-9) αναφέρονται τα εξής: «Γιατί αν επικαλεστείς τη σοφία και φωνάξεις τη σύνεση και αν αναζητήσεις με ισχυρή κραυγή την εμπειρία και η αναζήτησή σου είναι τόσο πρόθυμη, σαν να αναζητάς μετρητά χρήματα ή σαν να ψάχνεις θησαυρούς, θα ανακαλύψεις συνυφασμένο τον φόβο του Κυρίου και θα αποκτήσεις την γνώση του Θεού, επειδή ο Κύριος δίνει τη σοφία και από το Πρόσωπό Του πηγάζει η γνώση και η σύνεση και αυτός αποταμιεύει σωτηρία για όσους έχουν σωστή κρίση και θα τους υπερασπισθεί στην πορεία τους και θα προστατεύσει το δρόμο των δικαίων και των ευλαβών».
Ο Κλήμης παραβάλλει την σοφία προς την βροχή και όσους φιλοσοφούν με την ποικιλία των βοτάνων, τα οποία, αν και ποτίζονται όλα με τα ίδια ύδατα, το καθένα μεταβάλλει τους χυμούς σύμφωνα με την ιδιαίτερη φύση του. Και να οι λόγοι του: «Είναι προφανές ότι η ελληνική προπαιδεία, καθώς και η φιλοσοφία η ίδια, έχουν έλθει στους ανθρώπους από το Θεό, όχι κατά σειρά προτεραιότητος, αλλά όπως ακριβώς οι βροχές κατακλύζουν την καλή γη και στην κοπριά και στα δώματα και έτσι με τον ίδιο τρόπο βλασταίνει και το γρασίδι και το σιτάρι και η άγρια συκιά επάνω στα μνήματα και τα άγρια δέντρα. Και το καθένα από όσα φυτρώνουν είναι πανομοιότυπο του φυτού από το οποίο προέρχεται».
Από όσα προαναφέρθηκαν φαίνεται ότι ο Κλήμης παραδέχεται ως φιλοσοφία μόνον την ορθή. Δηλαδή, παραδέχεται μόνο τις υγιείς ιδέες της φιλοσοφίας. Αυτό φαίνεται και από τα εξής: «Ασφαλώς και δεν αποδεχόμαστε κάθε είδους φιλοσοφία, αλλά μόνον εκείνη, στην οποία αναφέρεται και ο Σωκράτης στους Πλατωνικούς διαλόγους. Επειδή, όπως λέγει, στις τελετές πολλοί κρατούν βακχικά καλάμια, αλλά λίγοι είναι όσοι εκστασιάζονται. Με την έννοια, ότι «πολλοί είναι οι κλητοί (προσκεκλημένοι), αλλά λίγοι οι εκλεκτοί». «Με αυτά τα λόγια εκφράζει επομένως καθαρά τη γνώμη του ο Σωκράτης. Κατά τη δική μου γνώμη (του Κλήμεντος) οι αναφερόμενοι δεν είναι άλλοι από όσους φιλοσοφούν σωστά, ανάμεσα στους οποίους και εγώ (ο Κλήμης), δεν παρέλειψα τίποτε στη ζωή μου, αλλά έδειξα κάθε προθυμία, ώστε να έχομε επιτύχει κάτι μέχρι σήμερα και να ελπίζομε ότι, αν θέλει ο Θεός, θα γνωρίσωμε στο μέλλον και ολόκληρη την καθαρή αλήθεια, όταν φθάσουμε εκεί (στον άλλο κόσμο)».
Ο Κλήμης διακρίνει την αληθινή φιλοσοφία από τη σοφιστεία και τα όσα ορθά αναφέρει η φιλοσοφία από τα μη ορθά. Αυτό φαίνεται από τα ακόλουθα: «Ονομάζω φιλοσοφία όχι τη Στωική, ούτε την Πλατωνική ή την Επικούρειο ή την Αριστοτελική, αλλά τα όσα ορθά έχουν λεχθεί από την κάθε μία διαίρεση της φιλοσοφίας. Δηλαδή, όσα διδάσκουν δικαιοσύνη με ευλαβική επιστήμη. Όλην αυτή την επιλογή ονομάζω φιλοσοφία. Αλλά δε θα έλεγα ποτέ, ότι έχουν θεία προέλευση όσα επιλέγουν οι ψευδοφιλόσοφοι για να διαστρέφουν ή αλλοιώνουν την αλήθεια με ανθρώπινους διαλογισμούς».
Ο Ιερός Κλήμης αυτή τη φιλοσοφία (την ορθή), ως υγιή, την θεωρεί άψογη και, για να προλάβη οποιαδήποτε μομφή από παρερμηνεία ορισμένων περικοπών της Ιεράς Γραφής, ερμηνεύει αυτές τις περικοπές λέγοντας: «Όταν η Γραφή αποκαλεί τους Έλληνες σοφούς φίλαυτους (εγωιστές) και αλαζονικούς κατηγορεί όχι βέβαια τους αληθινούς σοφούς, αλλά τους δοκισήσοφους (ψευτοφιλόσοφους). Εναντίον αυτών λέγεται ότι... θα καταστρέψω τη σοφία των σοφών και θα απορρίψω τη σύνεση των συνετών».
Ο Κλήμης τόσο πολύ προχωρεί στη θεωρία του ότι κάθε (ορθή) φιλοσοφία προέρχεται από τον Θεό και ότι η Θεία σοφία εφώτιζε και καθοδηγούσε τα βήματα του Ελληνικού Έθνους, ώστε πιστεύει ότι και τα Ιερά Βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης κατά θεία Πρόνοια μεταφράσθηκαν στα ελληνικά και τα (Ιερά Βιβλία) της Καινής Διαθήκης εγράφηκαν στα Ελληνικά, με τελικό σκοπό το Ελληνικό Έθνος, το οποίο με τη φυσική και μόνο θεογνωσία οδηγήθηκε στην ανεύρεση της αληθείας, να γνωρίσει και την εξ αποκαλύψεως αλήθεια, όταν έγινε γνωστή, και με την βοήθεια και των δύο να οδηγηθεί στην υψίστη αλήθεια. Να τι ακριβώς λέει για την μετάφραση των Ιερών Γραφών στα Ελληνικά: «Διότι γι’ αυτό μεταφράστηκαν στην ελληνική γλώσσα οι Γραφές, για να είναι αδύνατον να προβάλουν ποτέ οι Έλληνες σαν πρόφαση την άγνοια και για να είναι ικανοί να εννοήσουν και τα δικά μας (των Εβραίων), αρκεί να το θελήσουν».
Από όλα αυτά είναι προφανές ότι ο Κλήμης δέχεται, ότι η Θεία Πρόνοια εμερίμνησε υπέρ των Ελλήνων για να γνωρίσουν την αλήθεια και να μην αγνοούν, λόγω ελλείψεως γνώσεως της Εβραϊκής γλώσσης, την εξ αποκαλύψεως αλήθεια και από αυτό το λόγο παραπλανηθούν έξω από τον ίσιο δρόμο, ο οποίος οδηγεί στην αποστολή τους. Με τη γνώμη αυτή συμφωνούμε και εμείς (Άγ. Νεκτάριος). Και αλήθεια, είναι δυνατό να ρωτήσει κάποιος. Γιατί να γραφούν ελληνικά οι Γραφές και όχι ρωμαϊκά; Ή σε κάποια άλλη γλώσσα; Η θεία πρόνοια είχε γι’ αυτό (ειδικό) λόγο, το ότι το Ελληνικό Έθνος είχε ήδη κληθεί από την εμφάνισή του για τον Χριστιανισμό.
Χωρίς αμφιβολία είχε κληθεί το Ελληνικό Έθνος να εργασθεί για τον Χριστιανισμό και γι’ αυτό υπήρξε πρόνοια να γνωρίσει την εξ αποκαλύψεως αλήθεια και με την βοήθεια της φιλοσοφίας και με την βοήθεια της αποκαλύψεως. Ήδη έχουμε τη δυνατότητα να υποστηρίξουμε, ότι η φιλοσοφία οδηγούσε το Ελληνικό Έθνος στον Χριστό για να το αναδείξει κατάλληλο όργανο για τη διάδοση των θείων αρχών Του.
Και αυτή είναι η πεποίθησή μου. Ενδεχομένως, όμως, να υπάρχουν κάποιοι, οι οποίοι έχουν τη γνώμη, ότι η ελληνική φιλοσοφία είναι μία άποψη της δυνάμεως της ανθρωπίνης διανοίας και το τέρμα και ο σκοπός των ενεργειών του πνευματικού βίου του ανθρώπου, όπου και η εκπλήρωση των πνευματικών αναγκών και των εγκαρδίων πόθων του. Και ότι αυτή η ολοκλήρωση θα του φέρει την ευδαιμονία και την μακαριότητα. Γι’ αυτούς επιχειρούμε με λίγα λόγια να αποδείξουμε για ποιους λόγους είναι αδύνατον η Ελληνική φιλοσοφία να είναι ο σκοπός, αλλά ότι είναι, απλώς, μία παράλληλη αιτία και ο οδηγός προς τον σκοπό.
Για το ζήτημα αυτό να τι λέει ο Ιερός Κλήμης:
«Η φιλοσοφία είναι αναζήτηση της αληθείας για την κατανόησή της, είναι ευνόητον, ότι δεν είναι συγχρόνως αιτία της κατανοήσεως, αλλά, μαζί με άλλες αιτίες, αιτία και συνεργός και ίσως και συναίτιο αίτιο της κατανοήσεως. Και όπως και η ευδαιμονία αν και είναι μία, έχει πολλές αιτίες, τις αρετές, κατά τον ίδιο τρόπο είναι πολλά αυτά, τα οποία αναζητούν την πραγματική αλήθεια».
Επομένως, η Ελληνική φιλοσοφία, είναι στην πραγματικότητα, «συναίτιον αίτιον» και συνεργός και αιτία να αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια, αλλά δεν είναι η ίδια η αλήθεια, η οποία θα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί το τέρμα των ενεργειών της ανθρωπότητος και η κατεύθυνση και ο σκοπός της δράσεώς της.
Μέσα στην καρδιά του ανθρώπου παρέμενε πάντοτε κάποιο κενό, το οποίο δεν ήταν δυνατό να γεμίσει η φιλοσοφία. Και όχι μόνο δεν εγέμιζε το κενό της καρδιάς, αλλά το μεγάλωνε περισσότερο, με το να ανακαλύπτει τον Θεό μέσα στα δημιουργήματά Του, χωρίς όμως, να έχει τη δυνατότητα να Τον πλησιάσει και να Τον εγκολπωθεί. Η φιλοσοφία, λέει ο Κλήμης, έβλεπε την εικόνα της αληθείας όπως μέσα σε καθρέπτη, όπως μία φανταστική εικόνα φαίνεται μέσα στο νερό και όπως βλέπει κανείς ανάμεσα από διαφανή και καθαρά σώματα. Όμως, η ανθρωπότητα ήθελε να ιδεί καθαρά και επιζητούσε να ενωθεί με το Θείο. Αλλά η φιλοσοφία εννοούσε, βέβαια, τον Θεό από τις θείες του ιδιότητες, συναισθανόταν το απέραντο μεγαλείο Του, αλλά Τον έβλεπε σαν σε εικόνα και της ήταν αδύνατο να ενώσει τον άνθρωπο με το Θείο. Η κατανόηση των θείων ιδιοτήτων με τη βοήθεια της φιλοσοφίας εδίδαξε στον άνθρωπο τις ηθικές αρετές για να αφομοιωθεί με τη βοήθειά τους προς το Θείο. Αλλά, μόνη η διδασκαλία δεν είχε τη δύναμη να υψώσει τον άνθρωπο μέχρι το θρόνο του Θεού, προς Τον οποίον επιθυμούσε να φθάσει για να Τον ιδεί πρόσωπο προς Πρόσωπο. Δεν είχε αυτή τη δυνατότητα, γιατί δεν της ήταν δυνατό να ρίξει το τείχος της αμαρτίας το υψωμένο μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Δεν είχε αυτή τη δυνατότητα, γιατί της ήταν αδύνατο να διαπλάσει τον διεφθαρμένο από την αμαρτία άνθρωπο, γιατί δεν είχε θεία διαπλαστική δύναμη. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε θείο κύρος. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε πίστη να τον πληροφορεί μυστικά μέσα στην καρδιά, ώστε να αποδεχθεί χωρίς καμμία επιφύλαξη την αλήθεια. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε την δύναμη να ανακουφίσει τις πάσχουσες καρδιές της ανθρωπότητος. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε την ισχύ της Χριστιανικής αγάπης, η οποία αμείβεται από τη θεία αγάπη με την πλουσιοπάροχη δωρεά της ευτυχίας και της μακαριότητος. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε την πίστη, η οποία θα πληροφορούσε τους οπαδούς της για την απόλυτη αλήθεια των αρχών της. Δεν της ήταν δυνατό, γιατί δεν είχε θεία δύναμη, ώστε να ελκύσει την ανθρωπότητα προς αυτή. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε την δύναμη να πείθει και στα λόγια και στα έργα. Της ήταν αδύνατον γιατί δεν διέθετε το μεγαλείο της δυνάμεως, η οποία εκθαμβώνει και καταπλήσσει με τα έργα Της. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε την άνωθεν, την από τον ουρανό, μαρτυρία να διαβεβαιώσει, ότι οι λόγοι της ήταν αληθινοί. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε τα χαρίσματα τα οποία χαρίζει πλουσιοπάροχα ο ουρανός στους οπαδούς Του. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε τον αγιασμό και τη δύναμη της μεταδόσεώς του. Τέλος, της ήταν αδύνατο, γιατί δεν είχε τη Θεία Αποκάλυψη και το θρησκευτικό κύρος, ώστε να καθησυχάζει τις καρδιές των οπαδών της. Και όλα αυτά τα είχε ανάγκη η ανθρωπότητα για να πεισθεί να βαδίσει στον ίσιο δρόμο, να φύγει από την πλάνη, να αναπλασθεί και να αποκτήσει τη μακαριότητα. Οι ελλείψεις αυτές της φιλοσοφίας την έκαναν ανίσχυρη να γίνει ο σκοπός και η κατάληξη του πνευματικού βίου του ανθρώπου. Γι’ αυτόν το λόγο, πιστεύουμε, ότι η φιλοσοφία δεν ήταν ο σκοπός και το τελικό όριο, αλλά ο παιδαγωγός προς τον Χριστιανισμό, όπου ευρίσκετο η ολοκλήρωση των ελλείψεων της φιλοσοφίας και η τέλεια ικανοποίηση των πόθων της καρδιάς του ανθρώπου.
Το ότι η φιλοσοφία δεν ήταν ο σκοπός και η κατάληξη του πνευματικού βίου του ανθρώπου και η ολοκλήρωση των πόθων της καρδιάς του φαίνεται και εκ του ότι δεν είχε τη δύναμη να λύση τα ακόλουθα τρία σπουδαιότατα ζητήματα, τα οποία από αιώνων απασχόλησαν το πνεύμα της ανθρωπότητος και να την πείσει να δεχθεί χωρίς δισταγμό την αλήθεια της φιλοσοφίας. 1) Ο άνθρωπος ήθελε να γνωρίσει και να πιστέψει τον αληθινό Θεό, γιατί αισθανόταν την ανάγκη να Τον πλησιάσει. 2) Είχε την επιθυμία να γνωρίσει τον εαυτό του και να πεισθεί για την αξία του και τη σχέση του προς το Θεό. Και το 3) είχε την επιθυμία να μάθει για την αιωνιότητά του. Η φιλοσοφία είχε τη δύναμη να φέρει όσους φιλοσοφούν προς την αλήθεια, να τους φανερώσει την εικόνα της αλήθειας σαν μέσα σε καθρέπτη ή μέσα από διαυγές και διαφανές σώμα, αλλά δεν ήταν δυνατό να πείσει με τη διδασκαλία της για όλα αυτά, ούτε να σηκώσει το πιεστικό βάρος από τις ανθρώπινες καρδιές. Προς τα ζητήματα αυτά ήταν συνδεδεμένος ολόκληρος ο ηθικός και πνευματικός βίος του ανθρώπου και ολόκληρη η δραστηριότητα της ζωής του. Ο άνθρωπος είχε την επιθυμία να πληροφορηθεί και να βεβαιωθεί για να βάλει κανόνες στον ηθικό του βίο. Επειδή κανένας δεν οικοδομεί στερεά τον ηθικό του βίο επάνω σε αβέβαιες και ασταθείς αρχές και μάλιστα επάνω σε αρχές χωρίς Θείο Κύρος. Η φιλοσοφία εδίδαξε υγιείς θεωρίες, αλλά κανένα δεν έπεισε να κανονίσει τον βίο του σύμφωνα με αυτές τις καλές θεωρίες, επειδή δεν είχαν θείο κύρος και δεν υπήρχε η εσωτερική πληροφορία γι’ αυτές. Ο άνθρωπος εζητούσε με πάθος πληροφορίες, εζητούσε απόδειξη για την αλήθεια της φιλοσοφίας, αλλά η απόδειξη έλειπε.
Η απαίτηση αυτή, απαίτηση του πνεύματος και της καρδιάς του ανθρώπου ήταν απλώς το προστάδιο του νου και της καρδιάς για την άσκηση ηθικού βίου, όχι, όμως, και το μέσο για να το κατορθώσει κανείς, γιατί πάντοτε υπήρχε η απόλυτος ανάγκη να υπάρχουν και όσα αποδείξαμε προηγουμένως και γι’ αυτό η απαίτηση αυτή υπήρξε ο σκόπελος, επάνω στον οποίο ναυαγούσε ευθύς εξ αρχής η φιλοσοφία, παρόλον, ότι ξεκινούσε με ολάνοιχτα πανιά. Η ιστορία μαρτυρεί αυτή την αδυναμία και την ανικανότητα να επιτελεσθεί η ηθικοποίηση της ανθρωπότητος και να ικανοποιηθούν οι ακόρεστοι πόθοι της καρδιάς και οι απαιτήσεις του Νου. Αυτό ακριβώς δείχνει πόσο ανεπαρκής ήταν η φιλοσοφία για να επιτύχει το μεγάλο έργο της διαπλάσεως της ανθρωπότητος. Η ανθρωπότητα εζητούσε θεία αποκάλυψη για να μάθει την αλήθεια. Και για να βεβαιωθεί και να πεισθεί χρειαζόταν Θείο Διαπλάστη. Η φιλοσοφία όμως δεν τα είχε αυτά. Η ανθρωπότητα τα βρήκε στον Χριστιανισμό, προς τον οποίο οδηγούσε τα βήματά της η Ελληνική φιλοσοφία.
Αυτή είναι η ταπεινή μου γνώμη για το ζήτημα αυτό.
Εν Αθήναις τη 17 Ιουνίου 1896
+ Ο Πενταπόλεως ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
(Το παραπάνω κείμενο του Αγίου Νεκταρίου αλιεύθηκε μέσα από την 2η έκδοση του Βιβλιοπωλείου ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ 9, ΤΚ 105 62 , ΑΘΗΝΑΙ – Τηλ. 3224819, σε νεοελληνική απόδοση της γνωστής και καταξιωμένης Ελληνίδος Αρχαιολόγου ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΡΩΤΟΝΟΤΑΡΙΟΥ-ΔΕΪΛΑΚΗ, Πρατίνου 9, ΤΚ 11634, Αθήνα)

ΠΗΓΗ http://www.sakketosaggelos.gr/