https://www.facebook.com/artemissky.blogspot?ref_type=bookmark

ΑΡΤΕΜΙΣ

ΑΡΤΕΜΙΣ
Ήταν θεά του κυνηγιού,”πότνια θηρών” κατά τον Όμηρο,θεά των αγριμιών και της Σελήνης.

ΕΛΛΑΣ - HELLAS

'' Επιόντος άρα θανάτου επί τον άνθρωπον, το μεν θνητόν, ως έοικεν, αυτού αποθνήσκει, το δ' αθάνατον, σώον και αδιάφθορον, οίχεται απιόν. `Οταν επέρχεται ο θάνατος στον άνθρωπο, το μεν θνητό μέρος αυτού, καθώς φαίνεται, πεθαίνει, το δε αθάνατο, η ψυχή, σηκώνεται και φεύγει σώο και άφθαρτο '' ΠΛΑΤΩΝΑ

ΕΛΛΑΣ - HELLAS .

ΕΛΛΑΣ - HELLAS .
ΑΝΟΙΚΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΗΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΗΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

AΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ - ΙΛΙΑΔΑ


«Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης».
Ένας είναι ο καλύτερος οιωνός, ν’ αγωνιζόμαστε για την πατρίδα. Ιλιάδα, Μ 243
«Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων, μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν».
Πάντα να είσαι πρώτος και ανώτερος από τους άλλους και να μην ντροπιάζεις τη γενιά των προγόνων. Ιλιάδα, Ζ 208
«Ανδρί δε κεκμηώτι μένος μέγα οίνος αέξει».
Τον κουρασμένο άνδρα γρήγορα το κρασί θα ξεσηκώσει. Ιλιάδα, Ζ 261
«Ώλετο μεν μοι νόστος, ατάρ κλέος άφθιτον έσται». 
Δεν υπάρχει για μένα επιστροφή, μα αιώνια θα είναι η δόξα. Ιλιάδα, Ι 413
«Επεί η μάλα πολλά μεταξύ ούρεά τε σκιόεντα θάλασσά τε ηχήεσσα».
Γιατί πολλά στη μέση μας χωρίζουν και κορφοβούνια απλόσκιωτα και θάλασσα αφρισμένη. Ιλιάδα, Α 157
«…Έρις άμοτον μεμαυία… η τ’ ολίγη μεν πρώτα κορύσσεται, αυτάρ έπειτα ουρανώ εστήριξε κάρη και επί χθονί βαίνει».
…Έριδα λυσσασμένη… που στην αρχή μικρή ξεσηκώνεται και γρήγορα μετά αγγίζει τον ουρανό με την κορυφή και τη γη με τα πόδια. Ιλιάδα, Δ 442-444
«Ω πόποι, η μέγα πένθος Αχαιίδα γαίαν ικάνει!».
Ω, αλίμονο τι μεγάλο πένθος πλάκωσε την χώρα των Αχαιών! Ιλιάδα, Α 154
«Τυδεύς τοι μικρός μεν έην δέμας, αλλά μαχητής».
Ο Τυδέας (ο πατέρας του Διομήδη) μικρός ήταν ως προς το κορμί, αλλά (υπήρξε) μαχητής. Ιλιάδα, Ε 801
«Ιητρός γαρ ανήρ πολλών αντάξιος άλλων».
Γιατί ο γιατρός είναι άνδρας που αξίζει όσο πολλοί άλλοι μαζί. Ιλιάδα, Λ 514
«Ου γαρ από δρυός έσοι… ουδ’ από πέτρης».
Γιατί ούτε από δρυ ούτε από πέτρα γεννήθηκες (αλλά από ανθρώπους είσαι γεννημένος). Οδύσσεια, τ 163
«Τέτλαθι δη, κραδίη και κύντερον άλλο ποτ’ έτλης».
Κράτα καρδιά μου, πολύ σκληρότερο έχεις βαστάξει πόνο. Οδύσσεια, υ 18
«Ος κε θεοίς επιπείθηται, μάλα τ’ έκλυον αυτού».
Αν ακούς (τα κελεύσματα) των θεών και αυτοί περισσότερο σε ακούν. Ιλιάδα, Α 218
«Αλλ’ ούπως άμα πάντα θεοί δόσαν ανθρώποισιν».
Αλλά οι θεοί δεν τα έδωσαν όλα συγχρόνως στους ανθρώπους. Ιλιάδα, Η 102
«Αφρήτωρ αθέμιστος ανέστιός εστιν εκείνος, ος πολέμου έραται επιδημίου, οκρυόεντος».
Ακοινώνητος, άγριος και άπατρις είναι αυτός που τον εμφύλιο πόλεμο αγαπά. Ιλιάδα, Ι 63
«Ως γαρ επεκλώσαντο θεοί δειλοίσι βροτοίσιν, ζώειν αχνυμένοις. Αυτοί δε τ’ ακηδέες εισίν».
Γιατί για τους δυστυχείς θνητούς αυτά έχουν οι θεοί κλωσμένα, να ζουν με λύπες. Μα καημός το τι είναι αυτοί δεν γνωρίζουν. Ιλιάδα, Ω 525-526
«Πριν τι κακόν παθέειν. Ρεχθέν δε τε νήπιος έγνω».
Πάντα ο φρόνιμος πριν πάθει λογαριάζει. Ιλιάδα, Ρ 32
«Ουκ αγαθόν πολυκοιρανίη. Εις κοίρανος έστω, εις βασιλεύς».
Δεν είναι καλό πράγμα η πολυαρχία. Ένας ας είναι ο αρχηγός, ένας βασιλιάς. Ιλιάδα, Β 204
«Ου μεν γαρ τι που εστίν οϊζυρώτερον ανδρός πάντων, όσσα τε γαίαν έπι πνείει τε και έρπει».
Γιατί δεν υπάρχει πιο δυστυχισμένο πλάσμα από τον άνθρωπο, από όσα πάνω της αναπνέουν και περπατούν. Ιλιάδα, Ρ 446-447
«Οπποίον κ’ είπησθα έπος, τοίον κ’ επακούσαις».
Όποιο λόγο κι αν πεις τέτοιον και θα ακούσεις. Ιλιάδα, Υ 250
«Θεοί δε τε πάντα ίσασιν».
Οι θεοί γνωρίζουν τα πάντα. Οδύσσεια, δ 422
«Ζευς δ’ αυτός νέμει όλβον Ολύμπιος ανθρώποισιν, εσθλοίς ηδέ κακοίσιν, όπως εθέλησιν, εκάστω».
Ο ολύμπιος Δίας μοιράζει μόνος αυτός την ευτυχία στους ανθρώπους καταπώς θέλει στον καθένα, άσημους ή και επιφανείς. Οδύσσεια, ζ 230-231
«Αίψα γαρ εν κακότητι βροτοί καταγηράσκουσιν».
Γιατί πριν από την ώρα τους γερνούν όσοι τους χτύπησε συμφορά. Οδύσσεια, τ 382
«Αιδώς δ’ ουκ αγαθή κεχρημένω ανδρί παρείναι».
Η ντροπή δεν ταιριάζει σε αυτόν που τον δέρνει η ανάγκη. Οδύσσεια, ρ 347
«Άνθρωποι δε μινυνθάδιοι τελέθουσιν».
Στον άνθρωπο γοργά η ζωή διαβαίνει. Οδύσσεια, τ 351
«Ως ουδέν γλυκίων ης πατρίδος ουδέ τοκείων γίγνεται».
Εγώ δεν ξέρω να έχω δει κάτι γλυκύτερο απ’ τη γης της (της πατρίδας μου της Ιθάκης). Οδύσσεια, ι 31-32
(Οι μεταφράσεις των αποσπασμάτων ανήκουν στους Αλέξανδρο Πάλλη, Ιάκωβο Πολυλά, Νίκο Καζαντζάκη-Ιωάννη Κακριδή και Δημήτρη Μαρωνίτη.)

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ (ΟΛΟ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΝΕΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ) Β" μέρος

Ομήρου Οδύσσεια  β" μέρος


-2- ἦμος δ᾿ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
ὤρνυτ᾿ ἄρ᾿ ἐξ εὐνῆφιν Ὀδυσσῆος φίλος υἱὸς
εἵματα ἑσσάμενος, περὶ δὲ ξίφος ὀξὺ θέτ᾿ ὤμῳ,
ποσσὶ δ᾿ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,

Κι η Αυγή σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη,
από την κλίνη ο γιος πετάχτηκε και ντύθη του Οδυσσέα'
μετά απ᾿ τους ώμους γύρω εκρέμασε το κοφτερό σπαθί του
και πέρασε πανώρια σάνταλα στ᾿ αστραφτερά του πόδια,

5 Ἀ βῆ δ᾿ ἴμεν ἐκ θαλάμοιο θεῷ ἐναλίγκιος ἄντην.
αἶψα δὲ κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε
κηρύσσειν ἀγορήνδε κάρη κομόωντας Ἀχαιούς.
οἱ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ᾿ ἠγείροντο μάλ᾿ ὦκα.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾿ ἤγερθεν ὁμηγερέες τ᾿ ἐγένοντο,

κι έτσι κινούσε από την κάμαρα, θεός θαρρείς στην όψη.
Βγαίνοντας όξω τους βροντόφωνους γοργά προστάζει κράχτες
σε συντυχιά τους μακρομάλληδες Αργίτες να καλέσουν.
Κι ως φώναζαν αυτοί, μαζώχτηκε το πλήθος με βιασύνη.
Κι αφού οι θιακοί μονοσυνάχτηκαν κι όλοι μαζί βρέθηκαν,

10 βῆ ῥ᾿ ἴμεν εἰς ἀγορήν, παλάμῃ δ᾿ ἔχε χάλκεον ἔγχος,
οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε δύω κύνες ἀργοὶ ἕποντο.
θεσπεσίην δ᾿ ἄρα τῷ γε χάριν κατέχευεν Ἀθήνη.
τὸν δ᾿ ἄρα πάντες λαοὶ ἐπερχόμενον θηεῦντο:
ἕζετο δ᾿ ἐν πατρὸς θώκῳ, εἶξαν δὲ γέροντες.

κινάει κι αυτός στη μάζωξη, χαλκό φουντώνοντας κοντάρι,
όχι μονάχος᾿ δυο γοργόποδα σκυλιά τον ακλουθούσαν
κι ως η Αθηνά με χάρη αθάνατη τον περεχούσε ακέριο,
ο κόσμος γύρα τον καμάρωνε, καθώς περνούσε ομπρός του,
κι όλοι οι γερόντοι του αναμέριζαν, στο πατρικό να κάτσει

15 τοῖσι δ᾿ ἔπειθ᾿ ἥρως Αἰγύπτιος ἦρχ᾿ ἀγορεύειν,
ὃς δὴ γήραϊ κυφὸς ἔην καὶ μυρία ᾔδη.
καὶ γὰρ τοῦ φίλος υἱὸς ἅμ᾿ ἀντιθέῳ Ὀδυσῆι
Ἴλιον εἰς ἐύπωλον ἔβη κοίλῃς ἐνὶ νηυσίν,
Ἄντιφος αἰχμητής: τὸν δ᾿ ἄγριος ἔκτανε Κύκλωψ

θρονί᾿ κι ο Αιγύπτιος ο πολέμαρχος, που ήξερε μύρια ο νους του
κι είχε σκεβρώσει απ᾿ τα γεράματα, το λόγο εκίνα πρώτος.
Με του Οδυσσέα του ισόθεου τ᾿ άρμενα τα βαθουλά ένας γιος του
είχε διαβεί στην καλοφόραδη την Τροία πριν τόσα χρόνια,
τρανές κοντοφομάχος, ο Άντιφος᾿ μα ο Κύκλωπας τον είχε

20 ἐν σπῆι γλαφυρῷ, πύματον δ᾿ ὡπλίσσατο δόρπον.
τρεῖς δέ οἱ ἄλλοι ἔσαν, καὶ ὁ μὲν μνηστῆρσιν ὁμίλει,
Εὐρύνομος, δύο δ᾿ αἰὲν ἔχον πατρώια ἔργα.
ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὣς τοῦ λήθετ᾿ ὀδυρόμενος καὶ ἀχεύων.
τοῦ ὅ γε δάκρυ χέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπε:

σκοτώσει στη σπηλιά του ο ανήμερος για το στερνό του δείπνο.
Τρεις είχε γιους ακόμα᾿ πήγαινε με τους μνηστήρες ο ένας,
ο Ευρύνομος, κι οι δυο τα χτήματα τα πατρικά αφεντεύαν.
Μα εκείνον δεν τον ξέχναε κι άπαυτα χτυπιόταν και θρηνούσε.
Γι᾿ αυτόν και τώρα δάκρυα χύνοντας μιλούσε αναμεσό τους:

25

«κέκλυτε δὴ νῦν μευ, Ἰθακήσιοι, ὅττι κεν εἴπω:
οὔτε ποθ᾿ ἡμετέρη ἀγορὴ γένετ᾿ οὔτε θόωκος
ἐξ οὗ Ὀδυσσεὺς δῖος ἔβη κοίλῃς ἐνὶ νηυσί.
νῦν δὲ τίς ὧδ᾿ ἤγειρε; τίνα χρειὼ τόσον ἵκει
ἠὲ νέων ἀνδρῶν ἢ οἳ προγενέστεροί εἰσιν;

«Βάλετε αφτί, Θιακοί, στα λόγια μου κι ό,τι σας πω γρικάτε'
βουλή ούτε μια φορά δεν χάναμε και σύναξη από τότε
που ο ισόθεος Οδυσσέας εμίσεψε στα βαθουλά καράβια.
Μα τώρα ποιος εδώ μας σύναξε; ποιόν βρήκε ανάγκη τόση;
Να 'ναι άντρας τάχα από τους νιούτσικους για από τους πιο
γερόντους;

30 ἠέ τιν᾿ ἀγγελίην στρατοῦ ἔκλυεν ἐρχομένοιο,
ἥν χ᾿ ἡμῖν σάφα εἴποι, ὅτε πρότερός γε πύθοιτο;
ἦέ τι δήμιον ἄλλο πιφαύσκεται ἠδ᾿ ἀγορεύει;
ἐσθλός μοι δοκεῖ εἶναι, ὀνήμενος. εἴθε οἱ αὐτῷ
Ζεὺς ἀγαθὸν τελέσειεν, ὅτι φρεσὶν ᾗσι μενοινᾷ.»

Τάχα μην του 'ρθε ξάφνου μήνυμα πως διαγυρνά ο στρατός μας,
κι ως το 'μαθε από μας πρωτύτερα, να μας το πει γυρεύει;
Μη γι᾿ άλλο κάτι, την κοινότη μας που αγγίζει, θα μιλήσει;
Μα άρχοντας θα 'ναι λέω — καλότυχος! Μακάρι ο Δίας να δώσει
να του 'βγει σε καλό το που 'βαλε και μελετάει στα φρένα!»

35
ἡὣς φάτο, χαῖρε δὲ φήμῃ Ὀδυσσῆος φίλος υἱός,
οὐδ᾿ ἄρ᾿ ἔτι δὴν ἧστο, μενοίνησεν δ᾿ ἀγορεύειν,
στῆ δὲ μέσῃ ἀγορῇ: σκῆπτρον δέ οἱ ἔμβαλε χειρὶ
κῆρυξ Πεισήνωρ πεπνυμένα μήδεα εἰδώς.

Είπε, και χάρηκε ο Τηλέμαχος για τον καλό το λόγο,
και πια δεν κάθουνταν, τον έπιασε να τους μιλήσει πόθος'
στης μάζωξης τη μέση εστάθηκε, κι ως του 'βαλε στο χέρι
ραβδί ο διαλάλης ο Πεισήνορας ο πολυμυαλωμένος,
πιο πρώτα γύρισε στο γέροντα και τέτοια λόγια του 'πε:


40 ὣπρῶτον ἔπειτα γέροντα καθαπτόμενος προσέειπεν:
«ὦ γέρον, οὐχ ἑκὰς οὗτος ἀνήρ, τάχα δ᾿ εἴσεαι αὐτός,
ὃς λαὸν ἤγειρα: μάλιστα δέ μ᾿ ἄλγος ἱκάνει.
οὔτε τιν᾿ ἀγγελίην στρατοῦ ἔκλυον ἐρχομένοιο,
ἥν χ᾿ ὑμῖν σάφα εἴπω, ὅτε πρότερός γε πυθοίμην,
οὔτε τι δήμιον ἄλλο πιφαύσκομαι οὐδ᾿ ἀγορεύω,

«εν είναι αλάργα! Αμέσως, γέροντα, τον που ζητάς θα μάθεις᾿
εγώ είμαι το λαό που σύναξα, βαρύς καημός με ζώνει.
Όχι, δε μου 'ρθε ξάφνου μήνυμα πως διαγυρνά ο στρατός μας,
κι ως το 'μαθα από σας πρωτύτερα, να σας το πω γυρεύω'
μήτε και γι᾿ άλλο, την κοινότη μας που αγγίζει, θα μιλήσω.

45 ἀλλ᾿ ἐμὸν αὐτοῦ χρεῖος, ὅ μοι κακὰ ἔμπεσεν οἴκῳ
δοιά: τὸ μὲν πατέρ᾿ ἐσθλὸν ἀπώλεσα, ὅς ποτ᾿ ἐν ὑμῖν
τοίσδεσσιν βασίλευε, πατὴρ δ᾿ ὣς ἤπιος ἦεν:
νῦν δ᾿ αὖ καὶ πολὺ μεῖζον, ὃ δὴ τάχα οἶκον ἅπαντα
πάγχυ διαρραίσει, βίοτον δ᾿ ἀπὸ πάμπαν ὀλέσσει.

Εγώ έχω ανάγκη, που μου πλάκωσαν οι συφορές στο σπίτι
διπλές᾿ η μια είναι που τον κύρη μου τον αντρειανό έχω χάσει,
που εδώ σας κυβερνούσε κάποτε κι ήταν γλυκός σαν κύρης.
Μα τώρα μου 'ρθε μια τρανότερη πολύ, να μου ρημάξει
το σπίτι ολάκερο κι ολότελα το βιος μου ν᾿ αφανίσει.

50 μητέρι μοι μνηστῆρες ἐπέχραον οὐκ ἐθελούσῃ,
τῶν ἀνδρῶν φίλοι υἷες, οἳ ἐνθάδε γ᾿ εἰσὶν ἄριστοι,
οἳ πατρὸς μὲν ἐς οἶκον ἀπερρίγασι νέεσθαι
Ἰκαρίου, ὥς κ᾿ αὐτὸς ἐεδνώσαιτο θύγατρα,
δοίη δ᾿ ᾧ κ᾿ ἐθέλοι καί οἱ κεχαρισμένος ἔλθοι:

Έχουν μαθές ριχτεί στη μάνα μου μνηστήρες άθελα της
οι γιοι γονιών, που εδώ στον τόπο μας οι πιο τρανοί λογιούνται.
Ωστόσο τρέμουν στου πατέρα της το αρχοντικό να πάνε,
στου Ικάριου, αυτός στη θυγατέρα του προικιά πολλά να δώσει
αντρεύοντας τη με όποιον βούλεται κι αρέσει και στην ίδια.

55 οἱ δ᾿ εἰς ἡμέτερον πωλεύμενοι ἤματα πάντα,
βοῦς ἱερεύοντες καὶ ὄις καὶ πίονας αἶγας
εἰλαπινάζουσιν πίνουσί τε αἴθοπα οἶνον
μαψιδίως: τὰ δὲ πολλὰ κατάνεται. οὐ γὰρ ἔπ᾿ ἀνήρ,
οἷος Ὀδυσσεὺς ἔσκεν, ἀρὴν ἀπὸ οἴκου ἀμῦναι.

Κάλλιο 'χουν να περνούν τις μέρες τους στο σπίτι το δικό μας
τ᾿ αρνιά μας σφάζοντας, τα βόδια 'μας και τις παχιές μας γίδες,
χαροκοπώντας, το φλογόμαυρο ξοδιάζοντας κρασί μας,
ανέγνοιοι᾿ κι όλα εδώ ασωτευούνται, κι άντρας κανείς δεν είναι,
ως ο Οδυσσέας, από το σπίτι μας το χαλασμό να διώξει.

60 ἡμεῖς δ᾿ οὔ νύ τι τοῖοι ἀμυνέμεν: ἦ καὶ ἔπειτα
λευγαλέοι τ᾿ ἐσόμεσθα καὶ οὐ δεδαηκότες ἀλκήν.
ἦ τ᾿ ἂν ἀμυναίμην, εἴ μοι δύναμίς γε παρείη.
οὐ γὰρ ἔτ᾿ ἀνσχετὰ ἔργα τετεύχαται, οὐδ᾿ ἔτι καλῶς
οἶκος ἐμὸς διόλωλε. νεμεσσήθητε καὶ αὐτοί,

Εμείς και πως ν᾿ αντιπαλέψουμε, που αμέσως θα φάνουμε
του λυπημού, μαζί κι ακάτεχοι στην τέχνη του πολέμου;
Δύναμη αν είχα, θα δοκίμαζα να βγω ν᾿ αντιπαλέψω,
τι είναι οι δουλειές αυτές αβάσταχτες, και ντροπιασμένα σβήνει
το αρχοντικό μας. Όμως θα 'πρεπε και σεις ν᾿ αγαναχτείτε

65 ἄλλους τ᾿ αἰδέσθητε περικτίονας ἀνθρώπους,
οἳ περιναιετάουσι: θεῶν δ᾿ ὑποδείσατε μῆνιν,
μή τι μεταστρέψωσιν ἀγασσάμενοι κακὰ ἔργα.
λίσσομαι ἠμὲν Ζηνὸς Ὀλυμπίου ἠδὲ Θέμιστος,
ἥ τ᾿ ἀνδρῶν ἀγορὰς ἠμὲν λύει ἠδὲ καθίζει:

και τους γειτόνους σας να ντρέπεστε, που ζουν ολόγυρα σας'
κι ακόμα των θεών την όργητα να τρέμετε;, μην τύχει
για σας κι αλλάξουν γνώμη, από θυμό για τις δουλειές ετούτες.
Στου Ολύμπιου Δία, στης Θέμης τ᾿ όνομα, που το λαό μαζώνει
και πάλι τον σκολνα απ᾿ τη σύναξη, στα πόδια σας προσπέφτω,

70 σχέσθε, φίλοι, καί μ᾿ οἶον ἐάσατε πένθεϊ λυγρῷ
τείρεσθ᾿, εἰ μή πού τι πατὴρ ἐμὸς ἐσθλὸς Ὀδυσσεὺς
δυσμενέων κάκ᾿ ἔρεξεν ἐυκνήμιδας Ἀχαιούς,
τῶν μ᾿ ἀποτινύμενοι κακὰ ῥέζετε δυσμενέοντες,
τούτους ὀτρύνοντες. ἐμοὶ δέ κε κέρδιον εἴη

μονάχο, φίλοι, παρατάτε με να λιώνω στον καημό μου!
Ξον αν ο κύρης μου ο αρχοντόγεννος τους αντρειανούς Αργίτες
οχτρεύτη και κακά τους έκανε χρόνια παλιά, και τώρα
και σεις απ᾿ όχτρητα μου κάνετε κακό με τη σειρά σας,
σ᾿ αυτούς εδώ κουράγιο δίνοντας. Θα προτιμούσα ωστόσο


75 ὑμέας ἐσθέμεναι κειμήλιά τε πρόβασίν τε.
εἴ χ᾿ ὑμεῖς γε φάγοιτε, τάχ᾿ ἄν ποτε καὶ τίσις εἴη:
τόφρα γὰρ ἂν κατὰ ἄστυ ποτιπτυσσοίμεθα μύθῳ
χρήματ᾿ ἀπαιτίζοντες, ἕως κ᾿ ἀπὸ πάντα δοθείη:
νῦν δέ μοι ἀπρήκτους ὀδύνας ἐμβάλλετε θυμῷ.»

όλοι οι Θιακοί και τα κοπάδια μου να τρώτε και το βιος μου'
μια μέρα, εσείς αν μου τα τρώγατε, κι η πλερωμή θα 'ρχόταν
στο κάστρο μέσα ολούθε θα 'τρεχα το βιος ζητώντας πίσω
με παρακάλια, ωσόπου κάποτε να τα γυρίσετε όλα.
Μα τώρα πόνους ανημπόρετους μου ανάβετε στα στήθη!»

80 ὣς φάτο χωόμενος, ποτὶ δὲ σκῆπτρον βάλε γαίῃ
δάκρυ᾿ ἀναπρήσας: οἶκτος δ᾿ ἕλε λαὸν ἅπαντα.
ἔνθ᾿ ἄλλοι μὲν πάντες ἀκὴν ἔσαν, οὐδέ τις ἔτλη
Τηλέμαχον μύθοισιν ἀμείψασθαι χαλεποῖσιν:

Αυτά είπε με θυμό, κι ως πέταξε στο χώμα το ραβδί του
και ξέσπασε σε θρήνους, το λαό τον πήρεν η συμπόνια.
Οι άλλοι βουβοί απόμεναν όλοι τους και δεν το αποδυνάστη
κανείς με λόγια στον Τηλέμαχο πικρά ν᾿ αντιμιλήσει᾿


Ἀντίνοος δέ μιν οἶος ἀμειβόμενος προσέειπε:
 ο Αντίνοος μοναχά αντιμίλησε και τέτοια του αποκρίθη:

85 «Τηλέμαχ᾿ ὑψαγόρη, μένος ἄσχετε, ποῖον ἔειπες
ἡμέας αἰσχύνων: ἐθέλοις δέ κε μῶμον ἀνάψαι.
σοὶ δ᾿ οὔ τι μνηστῆρες Ἀχαιῶν αἴτιοί εἰσιν,
ἀλλὰ φίλη μήτηρ, ἥ τοι πέρι κέρδεα οἶδεν.
ἤδη γὰρ τρίτον ἐστὶν ἔτος, τάχα δ᾿ εἶσι τέταρτον,

«Τηλέμαχε γλωσσά κι απόκοτε, τι λόγια αυτά που κρένεις;
να μας ντροπιάσεις θες κι απάνω μας να ρίξεις κατηγόρια;
Οι Αργίτες, οι μνηστήρες, μάθε το, δεν είναι αυτοί που φταίνε,
μονάχα η μάνα σου, που πλήθυνε την πονηριά στο νου της.
Παν τώρα χρόνια τρία, και γρήγορα στα τέσσερα θα μπουμε,

90 ἐξ οὗ ἀτέμβει θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν Ἀχαιῶν.
πάντας μέν ῥ᾿ ἔλπει καὶ ὑπίσχεται ἀνδρὶ ἑκάστῳ
ἀγγελίας προϊεῖσα, νόος δέ οἱ ἄλλα μενοινᾷ.
ἡ δὲ δόλον τόνδ᾿ ἄλλον ἐνὶ φρεσὶ μερμήριξε:
στησαμένη μέγαν ἱστὸν ἐνὶ μεγάροισιν ὕφαινε,

κι όλο μας τρώει καιρό πλανεύοντας στα στήθη την καρδιά μας.
Ελπίδες δίνει αλήθεια σε όλους μας, και σ᾿ έναν έναν τάζει
και τον πλανεύει με μηνύματα, μα ο νους της άλλα κλώθει.
Κι αυτός ο δόλος ο άλλος που 'βαλε στα φρένα της μια μέρα!
Τρανό αργαλειό στο ανώι της έστησε και κίνησε να υφάνει

95 λεπτὸν καὶ περίμετρον: ἄφαρ δ᾿ ἡμῖν μετέειπε:
«‘κοῦροι ἐμοὶ μνηστῆρες, ἐπεὶ θάνε δῖος Ὀδυσσεύς,
μίμνετ᾿ ἐπειγόμενοι τὸν ἐμὸν γάμον, εἰς ὅ κε φᾶρος
ἐκτελέσω, μή μοι μεταμώνια νήματ᾿ ὄληται,
Λαέρτῃ ἥρωι ταφήιον, εἰς ὅτε κέν μιν

πανί μακρύ πολύ, ψιλόκλωστο, κι αυτά μας είπε τότε:
,, Εσείς οι νιοι που με γυρεύετε, μια κι ο Οδυσσέας εχάθη,
για καρτεράτε με, κι ας βιάζεστε για γάμο, να τελέψω
καν το διασίδι αυτό, τα νήματα να μη μου παν χαμένα.
Του αρχοντικού Λαέρτη σάβανο το φτιάνω, για την ώρα

100 μοῖρ᾿ ὀλοὴ καθέλῃσι τανηλεγέος θανάτοιο,
μή τίς μοι κατὰ δῆμον Ἀχαιϊάδων νεμεσήσῃ.
αἴ κεν ἄτερ σπείρου κεῖται πολλὰ κτεατίσσας’.
«ὣς ἔφαθ᾿, ἡμῖν δ᾿ αὖτ᾿ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
ἔνθα καὶ ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκεν μέγαν ἱστόν,

που θα τον πάρει ο ανήλεος θάνατος κι η ασβολωμένη μοίρα᾿
να μη βρεθεί στον κόσμο Αργίτισσα μαζί μου να τα βάλει,
τάχα πως κοίτεται ασαβάνωτος, κι ας είχε τόσα πλούτη."
Έτσι μας μίλησε, κι η πέρφανη καρδιά μας τ᾿ αποδέχτη.
Κι αλήθεια όλη τη μέρα δούλευε το ατέλειωτο πανί της,

105 νύκτας δ᾿ ἀλλύεσκεν, ἐπεὶ δαί̈δας παραθεῖτο.
ὣς τρίετες μὲν ἔληθε δόλῳ καὶ ἔπειθεν Ἀχαιούς:
ἀλλ᾿ ὅτε τέτρατον ἦλθεν ἔτος καὶ ἐπήλυθον ὧραι,
καὶ τότε δή τις ἔειπε γυναικῶν, ἣ σάφα ᾔδη,
καὶ τήν γ᾿ ἀλλύουσαν ἐφεύρομεν ἀγλαὸν ἱστόν.

και πάλε ολονυχτίς το ξύφαινε στο φως δαδιών που άναβαν.
Τρεις χρόνους κράτησεν ο δόλος της πλανεύοντας μας όλους'
όμως στους τέσσερεις, σαν κύλησαν πάλι οι εποχές του χρόνου,
τότε μια σκλάβα της που τα 'ξερε μας τα μολόγησε όλα,
και την επιάσαμε που ξύφαινε το στραφτερό πανί της'

110 ὣς τὸ μὲν ἐξετέλεσσε καὶ οὐκ ἐθέλουσ᾿ ὑπ᾿ ἀνάγκης:
σοὶ δ᾿ ὧδε μνηστῆρες ὑποκρίνονται, ἵν᾿ εἰδῇς
αὐτὸς σῷ θυμῷ, εἰδῶσι δὲ πάντες Ἀχαιοί:
μητέρα σὴν ἀπόπεμψον, ἄνωχθι δέ μιν γαμέεσθαι
τῷ ὅτεῴ τε πατὴρ κέλεται καὶ ἁνδάνει αὐτῇ.
κι έτσι άθελα της το αποτέλειωσε, σφιγμένη απ᾿ την ανάγκη.
Άκουσε τώρα ποιάν απόκριση σου δίνουν οι μνηστήρες,
κι εσύ να την κατέχεις, κι όλοι τους οι Αργίτες να την ξέρουν:
Στείλε τη μάνα σου στον κύρη της και σπρώξε τη να πάρει
όποιον εκείνος θέλει γι᾿ άντρα της κι αρέσει και στην ίδια.

115 εἰ δ᾿ ἔτ᾿ ἀνιήσει γε πολὺν χρόνον υἷας Ἀχαιῶν,
τὰ φρονέουσ᾿ ἀνὰ θυμόν, ὅ οἱ πέρι δῶκεν Ἀθήνη
ἔργα τ᾿ ἐπίστασθαι περικαλλέα καὶ φρένας ἐσθλὰς
κέρδεά θ᾿, οἷ᾿ οὔ πώ τιν᾿ ἀκούομεν οὐδὲ παλαιῶν,
τάων αἳ πάρος ἦσαν ἐυπλοκαμῖδες Ἀχαιαί,

Μα αν κι άλλο λέει καιρό των Αχαιών τους γιους να βασανίζει
κι ο νους της είναι σε ό,τι απλόχερα της χάρισε η Παλλάδα,
να 'χει μυαλό, δουλειές πανέμορφες γυναικείες να κατέχει
και πονηριές, που δεν ακούσαμε καμιά γυναίκα ως τώρα,
καμιά κι᾿ απ᾿ τις παλιές ωριόμαλλες Αργίτισσες πως είχε,

120 Τυρώ τ᾿ Ἀλκμήνη τε ἐυστέφανός τε Μυκήνη:
τάων οὔ τις ὁμοῖα νοήματα Πηνελοπείῃ
ᾔδη: ἀτὰρ μὲν τοῦτό γ᾿ ἐναίσιμον οὐκ ἐνόησε.
τόφρα γὰρ οὖν βίοτόν τε τεὸν καὶ κτήματ᾿ ἔδονται,
ὄφρα κε κείνη τοῦτον ἔχῃ νόον, ὅν τινά οἱ νῦν
μηδέ η Μυκήνη η ομορφοστέφανη μηδέ η Τυρώ κι η Αλκμήνη —

απ᾿ όλες τούτες δεν την έφτανε καμιά την Πηνελόπη
στην εξυπνάδα. Μα δε λόγιασε σωστά μονάχα ετούτο:
Τόσον καιρό θα σου αφανίζουμε και βιος και πλούτη κι όλα,
όσο σ᾿ αυτή τη γνώμη ασάλευτη κι εκείνη θα κρατιέται,

125 ἐν στήθεσσι τιθεῖσι θεοί. μέγα μὲν κλέος αὐτῇ
ποιεῖτ᾿, αὐτὰρ σοί γε ποθὴν πολέος βιότοιο.
ἡμεῖς δ᾿ οὔτ᾿ ἐπὶ ἔργα πάρος γ᾿ ἴμεν οὔτε πῃ ἄλλῃ,
που έβαλαν οι θεοί στο στήθος της. Στον κόσμο τ᾿ όνομά της
ακούγεται έτσι, ωστόσο χάνουνται και τα δικά σου πλούτη.
Κανείς μας δε θα πάει στα χτήματα κι ουδέ κι αλλού, ως την ώρα


πρίν γ᾿ αὐτὴν γήμασθαι Ἀχαιῶν ᾧ κ᾿ ἐθέλῃσι.»

τὸν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:

που απ᾿ τους Αργίτες ένα η μάνα σου θα πάρει, αυτόν που
θέλει.»

Κι ο γνωστικός γυρνά Τηλέμαχος κι απηλογιά του δίνει:


130 «Ἀντίνο᾿, οὔ πως ἔστι δόμων ἀέκουσαν ἀπῶσαι
ἥ μ᾿ ἔτεχ᾿, ἥ μ᾿ ἔθρεψε: πατὴρ δ᾿ ἐμὸς ἄλλοθι γαίης,
ζώει ὅ γ᾿ ἦ τέθνηκε: κακὸν δέ με πόλλ᾿ ἀποτίνειν
Ἰκαρίῳ, αἴ κ᾿ αὐτὸς ἑκὼν ἀπὸ μητέρα πέμψω.
ἐκ γὰρ τοῦ πατρὸς κακὰ πείσομαι, ἄλλα δὲ δαίμων

«Αντίνοε, στανικώς δε γίνεται να διώξω από το σπίτι
την που με γέννησε, με ανάστησε᾿ κι ο κύρης μου στα ξένα
για ζει για πέθανε᾿ κι είναι άσκημο του Ικάριου να πλερώσω
πολλά, τη μάνα μου αν με θέλημα δικό μου στείλω πίσω.
Κι όχι μονάχα απ᾿ τον πατέρα της — κι από θεό θα πάθω:

135 δώσει, ἐπεὶ μήτηρ στυγερὰς ἀρήσετ᾿ ἐρινῦς
οἴκου ἀπερχομένη: νέμεσις δέ μοι ἐξ ἀνθρώπων
ἔσσεται: ὣς οὐ τοῦτον ἐγώ ποτε μῦθον ἐνίψω.
ὑμέτερος δ᾿ εἰ μὲν θυμὸς νεμεσίζεται αὐτῶν,
ἔξιτέ μοι μεγάρων, ἄλλας δ᾿ ἀλεγύνετε δαῖτας

διωγμένη από το σπίτι η μάνα μου τις Ερινύες θα κράξει
τις φοβερές, να πέσουν πάνω μου᾿ θ᾿ ακούσω κι απ᾿ τον κόσμο
λόγια βαριά, γι᾿ αυτό απ᾿ το στόμα μου δε βγαίνει λόγος τέτοιος!
Κι ατοί σας όμως αν συχύζεστε γι᾿ αυτά που εδώ γίνονται,
το αρχοντικό μου αφήστε, φύγετε, γνοιαστείτε γι᾿ άλλες τάβλες,

140 ὑμὰ κτήματ᾿ ἔδοντες ἀμειβόμενοι κατὰ οἴκους.
εἰ δ᾿ ὑμῖν δοκέει τόδε λωίτερον καὶ ἄμεινον
ἔμμεναι, ἀνδρὸς ἑνὸς βίοτον νήποινον ὀλέσθαι,
κείρετ': ἐγὼ δὲ θεοὺς ἐπιβώσομαι αἰὲν ἐόντας,
αἴ κέ ποθι Ζεὺς δῷσι παλίντιτα ἔργα γενέσθαι.

και συναλλάζοντας τα σπίτια σας από το βιος σας τρώτε!
Ξον πιο συφερτικό αν το κρίνετε πως είναι και πιο δίκιο
το βιος ν᾿ αφανιστεί αξεπλέρωτο μονάχα ενός ανθρώπου.
Χαλάτε το! Μα τους αθάνατους θεούς εγώ θα κράξω,
αν δώσει ο Δίας να πάρω εγδίκηση για τις δουλειές ετούτες,

145 νήποινοί κεν ἔπειτα δόμων ἔντοσθεν ὄλοισθε.»
«ὣς φάτο Τηλέμαχος, τῷ δ᾿ αἰετὼ εὐρύοπα Ζεὺς
ὑψόθεν ἐκ κορυφῆς ὄρεος προέηκε πέτεσθαι.
τὼ δ᾿ ἕως μέν ῥ᾿ ἐπέτοντο μετὰ πνοιῇς ἀνέμοιο
πλησίω ἀλλήλοισι τιταινομένω πτερύγεσσιν:

να βρείτε μέσα εδώ το θάνατο χωρίς ξεπλερωμή μου.»
Αυτά τους έλεγε ο Τηλέμαχος, κι ο Δίας ο βροντολάλος
δυο αϊτούς για χάρη του απ᾿ ακρόκορφο βουνού ψηλάθε αφήκε,
για λίγην ώρα που φτερούγιζαν με τις πνοές του ανέμου
ο ένας κοντά στον άλλο, απλώνοντας ορθάνοιχτες φτερούγες.

150 ἀλλ᾿ ὅτε δὴ μέσσην ἀγορὴν πολύφημον ἱκέσθην,
ἔνθ᾿ ἐπιδινηθέντε τιναξάσθην πτερὰ πυκνά,
ἐς δ᾿ ἰδέτην πάντων κεφαλάς, ὄσσοντο δ᾿ ὄλεθρον:
δρυψαμένω δ᾿ ὀνύχεσσι παρειὰς ἀμφί τε δειρὰς
δεξιὼ ἤιξαν διά τ᾿ οἰκία καὶ πόλιν αὐτῶν.

Μα μόλις στης πολύβουης σύναξης τη μέση έφτασαν, πήραν
να κόβουν γύρους από πάνω τους φτεροκοπώντας, κι όλων
τις κεφαλές ψηλάθε ακράγγιζαν κι άγριο χαμό μηνούσαν.
Κι ως με τα νύχια συναλλήλως τους λαιμούς, σαγόνια έσκισαν,
δεξιά τράβηξαν, πίσω αφήνοντας τα σπίτια και το κάστρο.

155 θάμβησαν δ᾿ ὄρνιθας, ἐπεὶ ἴδον ὀφθαλμοῖσιν:
ὥρμηναν δ᾿ ἀνὰ θυμὸν ἅ περ τελέεσθαι ἔμελλον.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειπε γέρων ἥρως Ἁλιθέρσης
Μαστορίδης: ὁ γὰρ οἶος ὁμηλικίην ἐκέκαστο
ὄρνιθας γνῶναι καὶ ἐναίσιμα μυθήσασθαι:

Κι εκείνοι τα όρνια με τα μάτια τους σαν είδανε, σαστίσαν
και μέσα τους ψυχανεμίζουνταν τα μέλλουνταν να γενούν.
Πήρε ο Αλιθέρσης τότε ο γέροντας το λόγο, του Μαστόρου
ο γιος, που κάλλιο απ᾿ όλους κάτεχε τους συνομήλικους του
τα όρνια τι δείχνουν και ξεδιάλυνε και τα σημάδια τ᾿ άλλα.

160
ὅ σφιν ἐὺ φρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπε:
«κέκλυτε δὴ νῦν μευ, Ἰθακήσιοι, ὅττι κεν εἴπω:
μνηστῆρσιν δὲ μάλιστα πιφαυσκόμενος τάδε εἴρω:
τοῖσιν γὰρ μέγα πῆμα κυλίνδεται: οὐ γὰρ Ὀδυσσεὺς
δὴν ἀπάνευθε φίλων ὧν ἔσσεται, ἀλλά που ἤδη

Και τότε μίλησε καλόγνωμος κι αναμεσό τους είπε:
«Βάλετε αφτί, Θιακοί, στα λόγια μου κι ό,τι σας πω γρικάτε,
για τους μνηστήρες όμως πιότερο τα λέω τα λόγια τούτα'
κακό μεγάλο καταπάνω τους πλακώνει, κι ούτε θα 'ναι
καιρό ο Οδυσσέας πολύ απ᾿ τους φίλους του μακριά᾿ μπορεί και
τώρα

165 ἐγγὺς ἐὼν τοῖσδεσσι φόνον καὶ κῆρα φυτεύει
πάντεσσιν: πολέσιν δὲ καὶ ἄλλοισιν κακὸν ἔσται,
οἳ νεμόμεσθ᾿ Ἰθάκην ἐυδείελον. ἀλλὰ πολὺ πρὶν
φραζώμεσθ᾿, ὥς κεν καταπαύσομεν: οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ
παυέσθων: καὶ γάρ σφιν ἄφαρ τόδε λώιόν ἐστιν.

να 'ναι κοντά, για τούτους θάνατο και χαλασμό κλωσώντας —
όλους᾿ μα κι άλλοι λέω θα πάθουμε πολλοί κακό μεγάλο,
απ᾿ όσους ζούμε μες στην ξέφαντην Ιθάκη᾿ μα ας γνοιαστούμε
τούτους πιο πριν ν᾿ ανακρατήσουμε, και τούτοι ατοί τους όμως
να κρατηθούν τι άλλο δε βρίσκεται καλύτερο να κάνουν.

170 οὐ γὰρ ἀπείρητος μαντεύομαι, ἀλλ᾿ ἐὺ εἰδώς:
καὶ γὰρ κείνῳ φημὶ τελευτηθῆναι ἅπαντα,
ὥς οἱ ἐμυθεόμην, ὅτε Ἴλιον εἰσανέβαινον
Ἀργεῖοι, μετὰ δέ σφιν ἔβη πολύμητις Ὀδυσσεύς.
φῆν κακὰ πολλὰ παθόντ᾿, ὀλέσαντ᾿ ἄπο πάντας
ἑταίρους,

Μάντης δεν είμαι εγώ αδοκίμαστος, κι αυτά καλά τα ξέρω᾿
λέω και για κείνον πως τα λόγια μου σωστά ως την άκρη εβγήκαν,
καθώς του τα 'χα πεί, σαν έφευγαν οι Αργίτες για την Τροία,
κι αναμεσό τους κι ο πολύβουλος κινούσεν Οδυσσέας.
Κακά πολλά θα πάθει, του 'λεγα, και τους συντρόφους όλους

175 ἄγνωστον πάντεσσιν ἐεικοστῷ ἐνιαυτῷ
οἴκαδ᾿ ἐλεύσεσθαι: τὰ δὲ δὴ νῦν πάντα τελεῖται.»
τὸν δ᾿ αὖτ᾿ Εὐρύμαχος Πολύβου πάϊς ἀντίον ηὔδα:
«ὦ γέρον, εἰ δ᾿ ἄγε νῦν μαντεύεο σοῖσι τέκεσσιν
οἴκαδ᾿ ἰών, μή πού τι κακὸν πάσχωσιν ὀπίσσω:

θα χάσει, και θα στρέψει σπίτι του στα είκοσι χρόνια απάνω
και δε θα τον γνωρίσει ουτ᾿ ένας μας. Τώρα τελεύουν όλα.»
Κι ο Ευρύμαχος, ο γιος του Πόλυβου, γυρνώντας του αποκρίθη:
«Γέροντα, φεύγα, και μαντέματα για τα παιδιά σου κάνε
στο αρχοντικό σου, από μελλούμενο κακά να τα γλιτώσεις.

180 ταῦτα δ᾿ ἐγὼ σέο πολλὸν ἀμείνων μαντεύεσθαι.
ὄρνιθες δέ τε πολλοὶ ὑπ᾿ αὐγὰς ἠελίοιο
φοιτῶσ᾿, οὐδέ τε πάντες ἐναίσιμοι: αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
ὤλετο τῆλ᾿, ὡς καὶ σὺ καταφθίσθαι σὺν ἐκείνῳ
ὤφελες. οὐκ ἂν τόσσα θεοπροπέων ἀγόρευες,

Να ξεδιαλύνω εγώ καλύτερα μπορώ από σένα τούτα:
Στου ήλιου το φως κι αν πηγαινόρχονται πουλιά πολλά, δεν είναι
σημαδιακά, να ξέρεις, όλα τους. Κι αν λες για του Οδυσσέα
τη μοίρα, αλάργα εκείνος χάθηκε. Να 'ταν και συ μαζί του
να 'χες χαθεί, να μην προφήτευες μπροστά μας τόσα τώρα,

185 οὐδέ κε Τηλέμαχον κεχολωμένον ὧδ᾿ ἀνιείης,
σῷ οἴκῳ δῶρον ποτιδέγμενος, αἴ κε πόρῃσιν.
ἀλλ᾿ ἔκ τοι ἐρέω, τὸ δὲ καὶ τετελεσμένον ἔσται:
αἴ κε νεώτερον ἄνδρα παλαιά τε πολλά τε εἰδὼς
παρφάμενος ἐπέεσσιν ἐποτρύνῃς χαλεπαίνειν
,
μηδέ να κένταες τον Τηλέμαχο στη βράση του θύμου του,
δώρο στο σπίτι σου απαντέχοντας κανένα μη σου στείλει.
Πάνω σε τούτα κάτι θα 'λεγα, που σίγουρα θα γένει'
έναν πιο νιο σου εσύ, κατέχοντας πολλά και περασμένα,
αν τον πλανεύεις με τα λόγια σου κι ανάβεις το θυμό του,

190 αὐτῷ μέν οἱ πρῶτον ἀνιηρέστερον ἔσται,
πρῆξαι δ᾿ ἔμπης οὔ τι δυνήσεται εἵνεκα τῶνδε:
σοὶ δέ, γέρον, θωὴν ἐπιθήσομεν, ἥν κ᾿ ἐνὶ θυμῷ
τίνων ἀσχάλλῃς: χαλεπὸν δέ τοι ἔσσεται ἄλγος.
Τηλεμάχῳ δ᾿ ἐν πᾶσιν ἐγὼν ὑποθήσομαι αὐτός:

εκείνος πρώτα θα 'χει βάσανα να σύρει, κι από πάνω
όλοι θα παν χαμένοι οι κόποι του για κείνα που παλεύει.
Και σένα, γέροντα, όμως πρόστιμο θα βάλουμε, στα φρένα
πλερώνοντας το να συχύζεσαι᾿ πολύ βαρύ θα σου 'ρθει.
Μπρος σε όλους τώρα στον Τηλέμαχο βουλή θα δώσω ατός μου:

195 μητέρα ἣν ἐς πατρὸς ἀνωγέτω ἀπονέεσθαι:

οἱ δὲ γάμον τεύξουσι καὶ ἀρτυνέουσιν ἔεδνα
πολλὰ μάλ᾿, ὅσσα ἔοικε φίλης ἐπὶ παιδὸς ἕπεσθαι.
οὐ γὰρ πρὶν παύσεσθαι ὀίομαι υἷας Ἀχαιῶν
μνηστύος ἀργαλέης, ἐπεὶ οὔ τινα δείδιμεν ἔμπης,

Να πει της μάνας του στον κύρη της ξοπίσω να διαγείρει᾿
κι εκείνοι θα γνοιαστούν το γάμο της, θα φτιάξουν τα προικιά της,
αρίφνητα, στη θυγατέρα τους την ακριβή ως ταιριάζει.
πιο πριν οι Αργίτες δε φαντάζουμαι τα προξενειά να πάψουν,

που σας πειράζουν δε σκιαζόμαστε κανέναν, όπως να 'ναι,


200 οὔτ᾿ οὖν Τηλέμαχον μάλα περ πολύμυθον ἐόντα,
οὔτε θεοπροπίης ἐμπαζόμεθ᾿, ἣν σύ, γεραιέ,
μυθέαι ἀκράαντον, ἀπεχθάνεαι δ᾿ ἔτι μᾶλλον.
χρήματα δ᾿ αὖτε κακῶς βεβρώσεται, οὐδέ ποτ᾿ ἶσα
ἔσσεται, ὄφρα κεν ἥ γε διατρίβῃσιν Ἀχαιοὺς

μηδέ τον ίδιο τον Τηλέμαχο, πολυλογάς κι ας είναι!
Κι ουδέ ψηφάμε τα μαντόλογα, που τώρα, γέροντα μου,
μας λες — και δε θα βγούνε᾿ πιότερο την έχτρα μας τρανεύεις.
Κακήν κακώς, χωρίς ξαντίμεμα, θα τρώγεται το βιος του,
όσο και κείνη με το γάμο της ανακρατά εδώ πέρα

205 ὃν γάμον: ἡμεῖς δ᾿ αὖ ποτιδέγμενοι ἤματα πάντα
εἵνεκα τῆς ἀρετῆς ἐριδαίνομεν, οὐδὲ μετ᾿ ἄλλας
ἐρχόμεθ᾿, ἃς ἐπιεικὲς ὀπυιέμεν ἐστὶν ἑκάστῳ.»
τὸν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«Εὐρύμαχ᾿ ἠδὲ καὶ ἄλλοι, ὅσοι μνηστῆρες ἀγαυοί,

τους Αχαιούς᾿ κι εμείς προσμένοντας μέρα και νύχτα πάντα
για τις περίσσιες της μαλώνουμε τις χάρες, κι ούτε γι᾿ άλλες
γυναίκες πάμε, που θα ταίριαζε να παντρευτεί ο καθείς μας.»
Κι ο γνωστικός γυρνά Τηλέμαχος κι απηλογιά του δίνει:
«Ευρύμαχε και σεις επίλοιποι περίλαμπροι μνηστήρες,

210 ταῦτα μὲν οὐχ ὑμέας ἔτι λίσσομαι οὐδ᾿ ἀγορεύω:
ἤδη γὰρ τὰ ἴσασι θεοὶ καὶ πάντες Ἀχαιοί.
ἀλλ᾿ ἄγε μοι δότε νῆα θοὴν καὶ εἴκοσ᾿ ἑταίρους,
οἵ κέ μοι ἔνθα καὶ ἔνθα διαπρήσσωσι κέλευθον.

δεν πέφτω πια γι᾿ αυτά στα πόδια σας κι ουδέ τα κουβεντιάζω,
απ᾿ τη στιγμή οι θεοί που τ᾿ άκουσαν και τούτοι οι Αργίτες όλοι.
Μόνο καράβι τώρα κι είκοσι συντρόφους δώσετε μου,
για να με παν μακριά αρμενίζοντας και πίσω να με φέρουν

22
εἶμι γὰρ ἐς Σπάρτην τε καὶ ἐς Πύλον ἠμαθόεντα στη Σπάρτη και στην Πύλο λόγιασα να πάω την αμμουδάτη,

215
νόστον πευσόμενος πατρὸς δὴν οἰχομένοιο,
ἤν τίς μοι εἴπῃσι βροτῶν ἢ ὄσσαν ἀκούσω
ἐκ Διός, ἥ τε μάλιστα φέρει κλέος ἀνθρώποισιν:
εἰ μέν κεν πατρὸς βίοτον καὶ νόστον ἀκούσω,
ἦ τ᾿ ἄν, τρυχόμενός περ, ἔτι τλαίην ἐνιαυτόν:

να μάθω αν θα διαγείρει ο κύρης μου, που τόσα χρόνια λείπει᾿
μήπως βρεθεί κανένας άνθρωπος και ξέρει, για κι ακούσω
λόγο απ᾿ το Δία, που απλώνει το άκουσμα πιο γρήγορα στον
κόσμο.
Αν τώρα μάθω για τον κύρη μου πως ζει και θα διαγείρει,
θα κάνω υπομονή, κι ας θλίβουμαι, κανένα χρόνο ακόμα.

220 εἰ δέ κε τεθνηῶτος ἀκούσω μηδ᾿ ἔτ᾿ ἐόντος,
νοστήσας δὴ ἔπειτα φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
σῆμά τέ οἱ χεύω καὶ ἐπὶ κτέρεα κτερεί̈ξω
πολλὰ μάλ᾿, ὅσσα ἔοικε, καὶ ἀνέρι μητέρα δώσω.»
τοι ὅ γ᾿ ὣς εἰπὼν κατ᾿ ἄρ᾿ ἕζετο, τοῖσι δ᾿ ἀνέστη

Όμως αν μάθω πως απόθανε και πια το φως δε βλέπει,
τότε στα χώματα διαγέρνοντας της γης της πατρικής μου
μνημούρι θα του ασκώσω και πολλές θυσίες, καθώς ταιριάζει,
θα του προσφέρω, και τη μάνα μου θα δώσω σε άλλον άντρα.»
Είπε, κι ως κάθισεν, ο Μέντορας, που του άψεγου Οδυσσέα

225 Μέντωρ, ὅς ῥ᾿ Ὀδυσῆος ἀμύμονος ἦεν ἑταῖρος,
καὶ οἱ ἰὼν ἐν νηυσὶν ἐπέτρεπεν οἶκον ἅπαντα,
πείθεσθαί τε γέροντι καὶ ἔμπεδα πάντα φυλάσσειν:
ὅ σφιν ἐὺ φρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν:
«κέκλυτε δὴ νῦν μευ, Ἰθακήσιοι, ὅττι κεν εἴπω:

σύντροφος ήταν συνομήλικος, σηκώθηκε μπροστά τους᾿
εκείνος φεύγοντας το σπίτι του του το μπιστεύτηκε όλο,
ν᾿ ακούει το γέροντα κι αχάλαστο να του φυλάει το βιος του᾿
και τότε μίλησε καλόγνωμος αναμεσό τους κι είπε:
«Βάλετε αφτί, Θιακοί, στα λόγια μου κι ό,τι σας πω γρικάτε'

230 μή τις ἔτι πρόφρων ἀγανὸς καὶ ἤπιος ἔστω
σκηπτοῦχος βασιλεύς, μηδὲ φρεσὶν αἴσιμα εἰδώς,
ἀλλ᾿ αἰεὶ χαλεπός τ᾿ εἴη καὶ αἴσυλα ῥέζοι:
ὡς οὔ τις μέμνηται Ὀδυσσῆος θείοιο
λαῶν οἷσιν ἄνασσε, πατὴρ δ᾿ ὣς ἤπιος ἦεν.

γλυκός αλήθεια και καλόγνωμος να μη βρεθεί πια ρήγας,
μηδέ και δίκιος, που στο χέρι του κρατά βασιλοράβδι,
μόνο να δείχνει πάντα ανέσπλαχνος κι όλο ανομιές να κάνει,
την ώρα που όλοι τον λησμόνησαν απ᾿ το λαό τον θείο
τον Οδυσσέα,που όντας αφέντευε, του ήταν γλυκός σαν κύρης.

235 ἀλλ᾿ ἦ τοι μνηστῆρας ἀγήνορας οὔ τι μεγαίρω
ἔρδειν ἔργα βίαια κακορραφίῃσι νόοιο:
σφὰς γὰρ παρθέμενοι κεφαλὰς κατέδουσι βιαίως
οἶκον Ὀδυσσῆος, τὸν δ᾿ οὐκέτι φασὶ νέεσθαι.
νῦν δ᾿ ἄλλῳ δήμῳ νεμεσίζομαι, οἷον ἅπαντες

Εμένα δε μου κακοφαίνεται που οι πέρφανοι μνηστήρες
άνομα θέλουν οι κακόγνωμοι να κάνουν έργα πάντα'
αυτοί το παίζουν το κεφάλι τους, το σπίτι του Οδυσσέα
μεβιάς χαλνώντας, λογαριάζοντας πως πίσω δε διαγέρνει᾿
με το λαό τον αποδέλοιπο θυμώνω, που καθόστε

240 ἧσθ᾿ ἄνεῳ, ἀτὰρ οὔ τι καθαπτόμενοι ἐπέεσσι
παύρους μνηστῆρας καταπαύετε πολλοὶ ἐόντες.»
τὸν δ᾿ Εὐηνορίδης Λειώκριτος ἀντίον ηὔδα:
«Μέντορ ἀταρτηρέ, φρένας ἠλεέ, ποῖον ἔειπες
ἡμέας ὀτρύνων καταπαυέμεν. ἀργαλέον δὲ

αμίλητοι όλοι και δε στρώνετε στα λόγια αυτούς τους λίγους
μνηστήρες, τόσο πλήθος που 'σαστε, να τους ανακρατήστε!»
Κι ο Ληόκριτος, ο γιος του Βυήνορα, του απηλογήθη κι είπε:
«Μέντορα ξέφρενε, θεότρελε, τι λόγια αυτά που κρένεις;
τι τους κεντάς να μας κρατήσουνε; σα δύσκολο το βλέπω


245 ἀνδράσι καὶ πλεόνεσσι μαχήσασθαι περὶ δαιτί.
εἴ περ γάρ κ᾿ Ὀδυσεὺς Ἰθακήσιος αὐτὸς ἐπελθὼν
δαινυμένους κατὰ δῶμα ἑὸν μνηστῆρας ἀγαυοὺς
ἐξελάσαι μεγάροιο μενοινήσει᾿ ἐνὶ θυμῷ,
οὔ κέν οἱ κεχάροιτο γυνή, μάλα περ χατέουσα,

με άντρες πολλούς ν᾿ ανοίξεις πόλεμο, για το φαγί σαν είναι.
Ακόμα κι ο Θιακός αν έρχουνταν ατός του εδώ Οδυσσέας
και τους λαμπρούς μνηστήρες έβρισκε να τρων στο αρχονταρίκι'
κι έπαιρνε απόφαση απ᾿ το σπίτι του μεβιάς να τους πετάξει,
λέω δε θα πρόφταινε η γυναίκα του να τον χαρεί, κι ας του 'χει

250 ἐλθόντ᾿, ἀλλά κεν αὐτοῦ ἀεικέα πότμον ἐπίσποι,
εἰ πλεόνεσσι μάχοιτο: σὺ δ᾿ οὐ κατὰ μοῖραν ἔειπες.
ἀλλ᾿ ἄγε, λαοὶ μὲν σκίδνασθ᾿ ἐπὶ ἔργα ἕκαστος,
τούτῳ δ᾿ ὀτρυνέει Μέντωρ ὁδὸν ἠδ᾿ Ἁλιθέρσης,
οἵ τέ οἱ ἐξ ἀρχῆς πατρώιοί εἰσιν ἑταῖροι.

λαχτάρα τόση᾿ θα τον έβρισκε σε λίγο αταίριαστος του
χαμός, με πιότερους αν τα 'βαζε. Μα εσύ σωστά δεν τα 'πες!
Σκορπάτε τώρα ο κόσμος κι όλοι σας τρεχάτε στις δουλειές σας'
για το ταξίδι του 'χει ο κύρης του παλιούς αφήσει φίλους,
τον Αλιθέρση και το Μέντορα — να το γνοιαστούν ετούτοι!

255 ἀλλ᾿ ὀίω, καὶ δηθὰ καθήμενος ἀγγελιάων
πεύσεται εἰν Ἰθάκῃ, τελέει δ᾿ ὁδὸν οὔ ποτε ταύτην.»

Μα ακόμα λέω καιρό θα κάθεται, μαντάτα στην Ιθάκη
να καρτερεί, και πάντα ατέλευτος θα μένει ο μισεμός του!»

ὣς ἄρ᾿ ἐφώνησεν, λῦσεν δ᾿ ἀγορὴν αἰψηρήν.
οἱ μὲν ἄρ᾿ ἐσκίδναντο ἑὰ πρὸς δώμαθ᾿ ἕκαστος,
μνηστῆρες δ᾿ ἐς δώματ᾿ ἴσαν θείου Ὀδυσῆος.

Έτσι τους μίλησε και σχόλασε τη σύναξη με βιάση'
σκόρπισε ο κόσμος ο άλλος, σπίτι του γυρνώντας ο καθένας,
και μοναχά οι μνηστήρες τράβηξαν στου ισόθεου του Οδυσσέα.

260 Τηλέμαχος δ᾿ ἀπάνευθε κιὼν ἐπὶ θῖνα θαλάσσης,
χεῖρας νιψάμενος πολιῆς ἁλὸς εὔχετ᾿ Ἀθήνῃ:
«κλῦθί μευ, ὃ χθιζὸς θεὸς ἤλυθες ἡμέτερον δῶ
καὶ μ᾿ ἐν νηὶ κέλευσας ἐπ᾿ ἠεροειδέα πόντον
νόστον πευσόμενον πατρὸς δὴν οἰχομένοιο

Μάκρυνε ωστόσο κι ο Τηλέμαχος, κι ως ήρθε στο ακρογιάλι,
τα χέρια του ένιψε στη θάλασσα και στην Παλλάδα εύκήθη:
«Άκου με εσύ ο θεός, που φτάνοντας εψές στο αρχοντικό μας
να μπω με το καράβι μ᾿ έσπρωξες στο ανταριασμένο κύμα,
να πάω να μάθω για τον κύρη μου, που τόσα χρόνια λείπει,

265
ἔρχεσθαι: τὰ δὲ πάντα διατρίβουσιν Ἀχαιοί,
μνηστῆρες δὲ μάλιστα κακῶς ὑπερηνορέοντες.»
ὣς ἔφατ᾿ εὐχόμενος, σχεδόθεν δέ οἱ ἦλθεν Ἀθήνη,
Μέντορι εἰδομένη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ αὐδήν,
καί μιν φωνήσασ᾿ ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:

αν θα διαγείρει᾿ μα ό,τι πρόσταξες το σταματούν οι Αργίτες,
και πιο πολύ οι μνηστήρες οι άνομοι στην τόση αδιαντροπιά
τους.»
Με τέτοια λόγια δέουνταν τρέχοντας ήρθε η Αθηνά κοντά του,
το διώμα παίρνοντας του Μέντορα, κορμί μαζί και λάλο,
και κράζοντας τον ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:

270 «Τηλέμαχ᾿, οὐδ᾿ ὄπιθεν κακὸς ἔσσεαι οὐδ᾿ ἀνοήμων,
εἰ δή τοι σοῦ πατρὸς ἐνέστακται μένος ἠύ,
οἷος κεῖνος ἔην τελέσαι ἔργον τε ἔπος τε:
οὔ τοι ἔπειθ᾿ ἁλίη ὁδὸς ἔσσεται οὐδ᾿ ἀτέλεστος.
εἰ δ᾿ οὐ κείνου γ᾿ ἐσσὶ γόνος καὶ Πηνελοπείης,

«Εδώ κι ομπρός ανάξιος κι άμυαλος, Τηλέμαχε, δε θα 'σαι,
φτάνει μονάχα του πατέρα σου να κλείνεις το κουράγιο,
που ήταν παράξιος λόγια κι έργα του να τα τελεύει πλέρια.
Άν έτσι, η στράτα σου ανωφέλευτη κι ατέλευτη δε θα 'βγει.
Μα αν από τούτον δε γεννήθηκες κι από την Πηνελόπη,

275 οὐ σέ γ᾿ ἔπειτα ἔολπα τελευτήσειν, ἃ μενοινᾷς.
παῦροι γάρ τοι παῖδες ὁμοῖοι πατρὶ πέλονται,
οἱ πλέονες κακίους, παῦροι δέ τε πατρὸς ἀρείους.
ἀλλ᾿ ἐπεὶ οὐδ᾿ ὄπιθεν κακὸς ἔσσεαι οὐδ᾿ ἀνοήμων,
οὐδέ σε πάγχυ γε μῆτις Ὀδυσσῆος προλέλοιπεν,

να καταφέρεις δε φαντάζουμαι τα μελετάς στο νου σου.
Μετριούνται τα παιδιά στα δάχτυλα που μοιάζουν του κυρού τους,
λίγα καλύτερα, τα πιότερα χειρότερα απ᾿ τον κύρη.
Ωστόσο, μια κι ανάξιος κι άμυαλος εδώ κι ομπρός δε θα 'σαι
και μήτε κι η εξυπνάδα σου 'λειψε καθόλου του Οδυσσέα,

280 ἐλπωρή τοι ἔπειτα τελευτῆσαι τάδε ἔργα.
τῶ νῦν μνηστήρων μὲν ἔα βουλήν τε νόον τε
ἀφραδέων, ἐπεὶ οὔ τι νοήμονες οὐδὲ δίκαιοι:
οὐδέ τι ἴσασιν θάνατον καὶ κῆρα μέλαιναν,
ὃς δή σφι σχεδόν ἐστιν, ἐπ᾿ ἤματι πάντας ὀλέσθαι.

σου μένει ελπίδα ό,τι λογάριασες να βγάλεις ως την άκρη.
Γι᾿ αυτό οι μνηστήρες πια μη γνοιάζεσαι τι λεν και τι λογιάζουν,
οί άνέμυαλοι, που νου δεν έχουνε κι ουδέ ψηφούν το δίκιο'
κι ουδέ που άνανογιοΰνται θάνατο, το μαύρο που σιμώνει
γραφτό τους, να πεθάνουν όλοι τους σε μιαν ημέρα μέσα.

285
σοὶ δ᾿ ὁδὸς οὐκέτι δηρὸν ἀπέσσεται ἣν σὺ μενοινᾷς:
τοῖος γάρ τοι ἑταῖρος ἐγὼ πατρώιός εἰμι,
ὅς τοι νῆα θοὴν στελέω καὶ ἅμ᾿ ἕψομαι αὐτός.
ἀλλὰ σὺ μὲν πρὸς δώματ᾿ ἰὼν μνηστῆρσιν ὁμίλει,
ὅπλισσόν τ᾿ ἤια καὶ ἄγγεσιν ἄρσον ἅπαντα,

Και το ταξίδι τώρα που 'βαλες στα φρένα δε θ᾿ αργήσει᾿
τι φίλος γονικός και σύντροφος σου στέκω πάντα τέτοιος,
που πλοίο θα σου αρματώσω γρήγορο και θα 'ρθω αντάμα ατός
μου.
Όμως εσύ στο σπίτι πήγαινε και σμίγε τους μνηστήρες,
κι ετοίμασε θροφές και κλείσε τις μες σε δοχεία, και βάλε

290
οἶνον ἐν ἀμφιφορεῦσι, καὶ ἄλφιτα, μυελὸν ἀνδρῶν,
δέρμασιν ἐν πυκινοῖσιν: ἐγὼ δ᾿ ἀνὰ δῆμον ἑταίρους
αἶψ᾿ ἐθελοντῆρας συλλέξομαι. εἰσὶ δὲ νῆες
πολλαὶ ἐν ἀμφιάλῳ Ἰθάκῃ, νέαι ἠδὲ παλαιαί:
τάων μέν τοι ἐγὼν ἐπιόψομαι ἥ τις ἀρίστη,

κρασί σε στάμνες, και κριθάλευρο, μεδούλι των ανθρώπων,
σε σάκους μέσα᾿ εγώ στο κάστρο μας να σου μαζέψω τρέχω
γοργά θεληματάρους συντρόφους᾿ κι ουδέ από την Ιθάκη
μας λείπουν λέω τη θαλασσόζωστη — παλιά, καινούργια —
πλήθος
καράβια᾿ απ᾿ όλα το καλύτερο θα σου διαλέξω, κι έτσι,

295 ὦκα δ᾿ ἐφοπλίσσαντες ἐνήσομεν εὐρέι πόντῳ.»
ὣς φάτ᾿ Ἀθηναίη κούρη Διός: οὐδ᾿ ἄρ᾿ ἔτι δὴν
Τηλέμαχος παρέμιμνεν, ἐπεὶ θεοῦ ἔκλυεν αὐδήν.
βῆ δ᾿ ἰέναι πρὸς δῶμα, φίλον τετιημένος ἦτορ,

σαν το αρματώσουμε, στης θάλασσας τα πλάτη θ᾿ ανοιχτούμε.»
Είπε η Αθηνά, κι ως ο Τηλέμαχος τη θεία φωνή νογήθη,
πολληώρα στο γιαλό δεν έμεινε᾿ χωρίς καιρό να χάσει,
πήρε το δρόμο για το σπίτι του με πικραμένα σπλάχνα'

εὗρε δ᾿ ἄρα μνηστῆρας ἀγήνορας ἐν μεγάροισιν,

 και μες στο αρχοντικό του αντάμωσε τους πέρφανους μνηστήρες

300 αἶγας ἀνιεμένους σιάλους θ᾿ εὕοντας ἐν αὐλῇ.
Ἀντίνοος δ᾿ ἰθὺς γελάσας κίε Τηλεμάχοιο,
ἔν τ᾿ ἄρα οἱ φῦ χειρί, ἔπος τ᾿ ἔφατ᾿ ἔκ τ᾿ ὀνόμαζε:
«Τηλέμαχ᾿ ὑψαγόρη, μένος ἄσχετε, μή τί τοι ἄλλο
ἐν στήθεσσι κακὸν μελέτω ἔργον τε ἔπος τε,

να γδέρνουν γίδες στον αυλόγυρο, να καψαλίζουν χοίρους.
Κι ως είδε ο Αντίνοος τον Τηλέμαχο, τα γέλια βάζει, κι ήρθε
γραμμή μπροστά του και του μίλησε το χέρι σφίγγοντας του:
«Τηλέμαχε γλωσσά κι απόκοτε, μη συλλογάσαι τώρα
πια άλλο κακό βαθιά στα φρένα σου, μήτε έργο μήτε λόγο'

305 ἀλλά μοι ἐσθιέμεν καὶ πινέμεν, ὡς τὸ πάρος περ.
ταῦτα δέ τοι μάλα πάντα τελευτήσουσιν Ἀχαιοί,
νῆα καὶ ἐξαίτους ἐρέτας, ἵνα θᾶσσον ἵκηαι
ἐς Πύλον ἠγαθέην μετ᾿ ἀγαυοῦ πατρὸς ἀκουήν.»
τὸν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:

τη χάρη κάνε μου κι ως άλλοτε μονάχα τρώγε, πίνε᾿
κι οι Αργίτες όλα αυτά που γύρεψες — καράβι, λαμνοκόπους
ξεδιαλεχτούς — θα σ'τα τελέψουνε, κι έτσι γοργά θα φτάσεις
στην άγια Πύλο, για τον κύρη σου τον ξακουστό να μάθεις.»
Κι ο γνωστικός γυρνάει Τηλέμαχος κι απηλογιά του δίνει:

310
«Ἀντίνο᾿, οὔ πως ἔστιν ὑπερφιάλοισι μεθ᾿ ὑμῖν
δαίνυσθαί τ᾿ ἀκέοντα καὶ εὐφραίνεσθαι ἕκηλον.
ἦ οὐχ ἅλις ὡς τὸ πάροιθεν ἐκείρετε πολλὰ καὶ ἐσθλὰ
κτήματ᾿ ἐμά, μνηστῆρες, ἐγὼ δ᾿ ἔτι νήπιος ἦα;
νῦν δ᾿ ὅτε δὴ μέγας εἰμὶ καὶ ἄλλων μῦθον ἀκούων

«Αντίνοε, το που λες δε γίνεται, με σας τους φαντασμένους
να κάθουμαι να τρώγω αμίλητος και να ξεδίνω ανέγνοιος.
Δε φτάνει που οι μνηστήρες φάγατε πλήθια αγαθά απ᾿ το βιος
μου
στα χρόνια μέσα που ήμουν άμυαλο, μικρό παιδάκι ακόμα;
Τώρα που τράνεψα κι ακούγοντας των άλλων τις κουβέντες

315 πυνθάνομαι, καὶ δή μοι ἀέξεται ἔνδοθι θυμός,
πειρήσω, ὥς κ᾿ ὔμμι κακὰς ἐπὶ κῆρας ἰήλω,
ἠὲ Πύλονδ᾿ ἐλθών, ἢ αὐτοῦ τῷδ᾿ ἐνὶ δήμῳ.
εἶμι μέν, οὐδ᾿ ἁλίη ὁδὸς ἔσσεται ἣν ἀγορεύω,
ἔμπορος: οὐ γὰρ νηὸς ἐπήβολος οὐδ᾿ ἐρετάων

καταλαβαίνω και στα στήθη μου τρανεύει το κουράγιο,
θα κάμω ό,τι μπορώ στου θανάτου τις Λάμιες να σας ρίξω,
στην Πύλο ως θα᾿ μαι για και φτάνοντας ξανά στη χώρα ετούτη.
θα φύγω — η στράτα που αποφάσισα θα γένει δίχως άλλο —
σαν ταξιδιώτης᾿ δεν αξιώθηκα δικούς μου λαμνοκόπους

320
γίγνομαι: ὥς νύ που ὔμμιν ἐείσατο κέρδιον εἶναι.»
ἦ ῥα, καὶ ἐκ χειρὸς χεῖρα σπάσατ᾿ Ἀντινόοιο
ῥεῖα: μνηστῆρες δὲ δόμον κάτα δαῖτα πένοντο.
οἱ δ᾿ ἐπελώβευον καὶ ἐκερτόμεον ἐπέεσσιν.
ὧδε δέ τις εἴπεσκε νέων ὑπερηνορεόντων:

και πλοίο μαθές᾿ αυτό λογιάζετε πως σας συφέρνει κάλλιο.»
Είπε, κι αδιάφορα αποτράβηξε το χέρι του απ᾿ το χέρι
του Αντίνοου᾿ κι οι μνηστήρες σύνταζαν στο σπίτι τα τραπέζια
και λόγια αγγιχτικά του πέταγαν και τον αναγελούσαν
κι έτσι φώναζαν απ᾿ τους νιούτσικους τους φαντασμένους
κάποιοι:

325 «ἦ μάλα Τηλέμαχος φόνον ἡμῖν μερμηρίζει.
ἤ τινας ἐκ Πύλου ἄξει ἀμύντορας ἠμαθόεντος
ἢ ὅ γε καὶ Σπάρτηθεν, ἐπεί νύ περ ἵεται αἰνῶς:
ἠὲ καὶ εἰς Ἐφύρην ἐθέλει, πίειραν ἄρουραν,
ἐλθεῖν, ὄφρ᾿ ἔνθεν θυμοφθόρα φάρμακ᾿ ἐνείκῃ,

«Το χαλασμό μας ο Τηλέμαχος συγκλώθει, κι απ᾿ την Πύλο
την αμμουδάτη παραστάτορες να φέρει λογαριάζει
για κι απ᾿ τη Σπάρτη, αλλιώς δε θα 'δειχνε να πάει λαχτάρα τόση.
Μπορεί να θέλει κι ως την Εφύρα την παχιοχωματούσα
να πάει, φαρμακεμένα βότανα να κουβαλήσει εκείθε

330 ἐν δὲ βάλῃ κρητῆρι καὶ ἡμέας πάντας ὀλέσσῃ.»
ἄλλος δ᾿ αὖτ᾿ εἴπεσκε νέων ὑπερηνορεόντων:
«τίς δ᾿ οἶδ᾿, εἴ κε καὶ αὐτὸς ἰὼν κοίλης ἐπὶ νηὸς
τῆλε φίλων ἀπόληται ἀλώμενος ὥς περ Ὀδυσσεύς;
οὕτω κεν καὶ μᾶλλον ὀφέλλειεν πόνον ἄμμιν:

και να τα ρίξει στο κροντήρι μας, να μη γλιτώσει ουτ᾿ ένας!»
Κι έλεγαν άλλοι από τους νιούτσικους τους φαντασμένους τέτοια:
«Κι αυτός ποιος ξέρει αν στο ταξίδι του, δεν παραδείρει κι᾿ έβρει
αλάργα απ᾿ τους δικούς του θάνατο, καθώς τον Οδυσσέα —
για να πληθύνουν έτσι οι κόποι μας᾿ τι όλο το βιος του τότε

335 κτήματα γάρ κεν πάντα δασαίμεθα, οἰκία δ᾿ αὖτε
τούτου μητέρι δοῖμεν ἔχειν ἠδ᾿ ὅς τις ὀπυίοι.»
ὣς φάν, ὁ δ᾿ ὑψόροφον θάλαμον κατεβήσετο πατρὸς
εὐρύν, ὅθι νητὸς χρυσὸς καὶ χαλκὸς ἔκειτο
ἐσθής τ᾿ ἐν χηλοῖσιν ἅλις τ᾿ ἐυῶδες ἔλαιον:

θα το μοιράζαμε᾿ θα δίναμε στη μάνα του μονάχα
και σ᾿ όποιον ταίρι θα την έπαιρνε το σπίτι να κάθονται.»
Λέγαν, μα αυτός στο αψηλοτάβανο του κύρη του κελάρι
κατέβη το φαρδύ, κεί που 'κρυβε χρυσάφι στοιβαγμένο
και λάδι ευωδιαστό και χάλκωμα, και ρούχα στις κασέλες'

340 ἐν δὲ πίθοι οἴνοιο παλαιοῦ ἡδυπότοιο

 κι ήταν πιθάρια για γλυκόπιοτο, πάλω κρασί, στημένα

ἕστασαν, ἄκρητον θεῖον ποτὸν ἐντὸς ἔχοντες,
ἑξείης ποτὶ τοῖχον ἀρηρότες, εἴ ποτ᾿ Ὀδυσσεὺς
οἴκαδε νοστήσειε καὶ ἄλγεα πολλὰ μογήσας.
κληισταὶ δ᾿ ἔπεσαν σανίδες πυκινῶς ἀραρυῖαι,

γραμμή, γεμάτα άνεροκόπητο, θεϊκό πιοτό, στον τοίχο
δίπλα άναγέρνοντας, αν γύριζε στο σπίτι του ο Οδυσσέας
μετά από τόσα πάθη κάποτε. Μια πόρτα το κελάρι
σφαλνούσε με διπλά πορτόφυλλα, καλαρμοσμένη, στεριά'

345 δικλίδες: ἐν δὲ γυνὴ ταμίη νύκτας τε καὶ ἦμαρ
ἔσχ᾿, ἣ πάντ᾿ ἐφύλασσε νόου πολυϊδρείῃσιν,
Εὐρύκλει᾿, Ὦπος θυγάτηρ Πεισηνορίδαο.
τὴν τότε Τηλέμαχος προσέφη θαλαμόνδε καλέσσας:
«μαῖ᾿, ἄγε δή μοι οἶνον ἐν ἀμφιφορεῦσιν ἄφυσσον

και μια κελάρισσα νυχτόημερα βρισκόταν έκεϊ μέσα
και φύλαε᾿ το μυαλό της έκοβε καλά μαθές — η Ευρύκλεια,
που ήταν αγγόνα του Πεισήνορα και του Ώπα κόρη᾿ τούτη
τότε ο Τηλέμαχος φωνάζοντας της είπε στο κελάρι:
«Νένα, τις στάμνες, έλα, γέμισε κρασί γλυκό, και να 'ναι

350 ἡδύν, ὅτις μετὰ τὸν λαρώτατος ὃν σὺ φυλάσσεις
κεῖνον ὀιομένη τὸν κάμμορον, εἴ ποθεν ἔλθοι
διογενὴς Ὀδυσεὺς θάνατον καὶ κῆρας ἀλύξας.
δώδεκα δ᾿ ἔμπλησον καὶ πώμασιν ἄρσον ἅπαντας.
ἐν δέ μοι ἄλφιτα χεῦον ἐϋρραφέεσσι δοροῖσιν:

απ᾿ τα κρασιά μας το καλύτερο, μετά απ᾿ αυτό που κρύβεις
για το θεϊκό Οδυσσέα, τον άμοιρο, με την ελπίδα πάντα
πως θα 'ρθει κάπουθε ξεφεύγοντας τις Λάμιες του θανάτου.
Να μου γεμίσεις στάμνες δώδεκα, να τις βουλώσεις όλες,
και σε δερμάτια κριθαράλευρο καλοραμμένα βάλε'

355 εἴκοσι δ᾿ ἔστω μέτρα μυληφάτου ἀλφίτου ἀκτῆς.
αὐτὴ δ᾿ οἴη ἴσθι: τὰ δ᾿ ἁθρόα πάντα τετύχθω:
ἑσπέριος γὰρ ἐγὼν αἱρήσομαι, ὁππότε κεν δὴ
μήτηρ εἰς ὑπερῷ᾿ ἀναβῇ κοίτου τε μέδηται.
εἶμι γὰρ ἐς Σπάρτην τε καὶ ἐς Πύλον ἠμαθόεντα

είκοσι μόδια να 'ναι θα 'θελα καλαλεσμένο αλεύρι᾿
κι όλα σε μια γωνιά συμμάζω τα, και μόνο εσύ να ξέρεις'
και θά'ρθω ατός μου με το σούρουπο να τα σηκώσω, τότε
που θ᾿ ανεβεί στο ανώγι η μάνα μου, να θυμηθεί του γύπνου.
Στη Σπάρτη και στην Πύλο ελόγιασα να πάω την αμμουδάτη,

360 νόστον πευσόμενος πατρὸς φίλου, ἤν που ἀκούσω.»
ὣς φάτο, κώκυσεν δὲ φίλη τροφὸς Εὐρύκλεια,
καί ῥ᾿ ὀλοφυρομένη ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:
«τίπτε δέ τοι, φίλε τέκνον, ἐνὶ φρεσὶ τοῦτο νόημα
ἔπλετο; πῇ δ᾿ ἐθέλεις ἰέναι πολλὴν ἐπὶ γαῖαν

Αν κάπου ακούσω για τον κύρη μου, το πότε θα διαγείρει.»
Είπε κι ευτύς η Ευρύκλεια η βάγια του το μοιρολόι κινούσε,
και μες στα κλάματα ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:
«Ο λογισμός αυτός πως πέρασε, παιδί μου, απ᾿ το μυαλό σου;
Στης γης τα μάκρη πως στοχάζεσαι να φύγεις τώρα, που 'σαι

365 μοῦνος ἐὼν ἀγαπητός; ὁ δ᾿ ὤλετο τηλόθι πάτρης
διογενὴς Ὀδυσεὺς ἀλλογνώτῳ ἐνὶ δήμῳ.
οἱ δέ τοι αὐτίκ᾿ ἰόντι κακὰ φράσσονται ὀπίσσω,
ὥς κε δόλῳ φθίῃς, τάδε δ᾿ αὐτοὶ πάντα δάσονται.
ἀλλὰ μέν᾿ αὖθ᾿ ἐπὶ σοῖσι καθήμενος: οὐδέ τί σε χρὴ

αγαπημένος και μονάκριβος; Εκείνος, ο Οδυσσέας
ο αρχοντογέννητος, πια χάθηκε σε αλλόξενους ανθρώπους!

Μα τούτοι, ευτύς ως δουν πως έφυγες, κακά στο νου θα βάλουν,
για να χαθείς με δόλο, κι έπειτα το βιος σου θα μοιράσουν.
Μείνε λοιπόν εδώ, τα πλούτη σου να χαίρεσαι᾿ ποιος λόγος

370 πόντον ἐπ᾿ ἀτρύγετον κακὰ πάσχειν οὐδ᾿
ἀλάλησθαι.»
τὴν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«θάρσει, μαῖ᾿, ἐπεὶ οὔ τοι ἄνευ θεοῦ ἥδε γε βουλή.
ἀλλ᾿ ὄμοσον μὴ μητρὶ φίλῃ τάδε μυθήσασθαι,
πρίν γ᾿ ὅτ᾿ ἂν ἑνδεκάτη τε δυωδεκάτη τε γένηται,

να τυραννιέσαι παραδέρνοντας μες στ᾿ άκαρπα πελάγη;»
Κι ο γνωστικός γυρνάει Τηλέμαχος κι απηλογιά της δίνει:
«Νένα, κουράγιο! και δεν έγινε χωρίς θεός να θέλει
ο λογισμός αυτός᾿ μα ορκίσου μου πως λόγο δε θα κάνεις
στη μάνα μου, πριν μέρες έντεκα καν δώδεκα περάσουν,

375 ἢ αὐτὴν ποθέσαι καὶ ἀφορμηθέντος ἀκοῦσαι,
ὡς ἂν μὴ κλαίουσα κατὰ χρόα καλὸν ἰάπτῃ.»
ὣς ἄρ᾿ ἔφη, γρῆυς δὲ θεῶν μέγαν ὅρκον ἀπώμνυ.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾿ ὄμοσέν τε τελεύτησέν τε τὸν ὅρκον,
αὐτίκ᾿ ἔπειτά οἱ οἶνον ἐν ἀμφιφορεῦσιν ἄφυσσεν,

ξον αν το μάθει πως εμίσεψα και με γυρέψει ατή της᾿
δε θέλω τ᾿ όμορφό της πρόσωπο με θρήνους ν᾿ αφανίζει.»
Αυτά είπε, κι άμωσε η γερόντισσα τον όρκο το μεγάλο
στους αναιώνιους᾿ κι όπως άμωσε και τέλεψε τον όρκο,
χωρίς καιρό να χάσει του 'βαλε κρασί στις στάμνες μέσα,

380 ἐν δέ οἱ ἄλφιτα χεῦεν ἐϋρραφέεσσι δοροῖσι.
Τηλέμαχος δ᾿ ἐς δώματ᾿ ἰὼν μνηστῆρσιν ὁμίλει.
ἔνθ᾿ αὖτ᾿ ἄλλ᾿ ἐνόησε θεά, γλαυκῶπις Ἀθήνη.
Τηλεμάχῳ ἐικυῖα κατὰ πτόλιν ᾤχετο πάντῃ,
καί ῥα ἑκάστῳ φωτὶ παρισταμένη φάτο μῦθον,

και κριθαράλευρο σε δέρματα καλοραμμένα βάνει.
Κινούσε ωστόσο κι ο Τηλέμαχος να σμίξει τους μνηστήρες.
Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, στοχάστηκε άλλα πάλε'
πήρε την όψη του Τηλέμαχου και κίνησε να τρέχει,
κι όσους στο κάστρο μέσα αντάμωνε τους έσπρωχνε έναν έναν,


385 ἑσπερίους δ᾿ ἐπὶ νῆα θοὴν ἀγέρεσθαι ἀνώγει.
ἡ δ᾿ αὖτε Φρονίοιο Νοήμονα φαίδιμον υἱὸν
ᾔτεε νῆα θοήν: ὁ δέ οἱ πρόφρων ὑπέδεκτο.
δύσετό τ᾿ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί,
καὶ τότε νῆα θοὴν ἅλαδ᾿ εἴρυσε, πάντα δ᾿ ἐν αὐτῇ

βραδιάζοντας στο γοργοτάξιδο να μαζωχτούν καράβι.
Κι απ᾿ το Νοήμονα, τον έμνοστο του Φρόνιου γιο, ζητούσε
γοργό καράβι, κι ολοπρόθυμα της το 'ταξεν εκείνος.
Κι ως πήρε ο γήλιος και βασίλεψε κι ισκιώσαν όλοι οι δρόμοι,
το πλοίο το γρήγορο στη θάλασσα τραβώντας το αρματώνει

390 ὅπλ᾿ ἐτίθει, τά τε νῆες ἐύσσελμοι φορέουσι.
στῆσε δ᾿ ἐπ᾿ ἐσχατιῇ λιμένος, περὶ δ᾿ ἐσθλοὶ ἑταῖροι
ἁθρόοι ἠγερέθοντο: θεὰ δ᾿ ὤτρυνεν ἕκαστον.
ἔνθ᾿ αὖτ᾿ ἄλλ᾿ ἐνόησε θεά, γλαυκῶπις Ἀθήνη.
βῆ ἰέναι πρὸς δώματ᾿ Ὀδυσσῆος θείοιο:

με όσα τα πλοία τα καλοκούβερτα για ν᾿ αρμενίσουν θέλουν
μετά το δένει στο ακρολίμανο᾿ κι οι αρχοντικοί συντρόφοι
σε λίγο εκεί μονοσυνάχτηκαν απ᾿ τη θεά σπρωγμένοι.
Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, στοχάστηκε άλλα πάλε'
γοργά για το παλάτι εκίνησε του θεϊκού Οδυσσέα

395
ἔνθα μνηστήρεσσιν ἐπὶ γλυκὺν ὕπνον ἔχευε,
πλάζε δὲ πίνοντας, χειρῶν δ᾿ ἔκβαλλε κύπελλα.
οἱ δ᾿ εὕδειν ὤρνυντο κατὰ πτόλιν, οὐδ᾿ ἄρ᾿ ἔτι δὴν
ἥατ᾿, ἐπεί σφισιν ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισιν ἔπιπτεν.
αὐτὰρ Τηλέμαχον προσέφη γλαυκῶπις Ἀθήνη

και τους μνηστήρες, καθώς έπιναν, πλανεύει χύνοντας τους
ύπνο γλυκό, κι από τα χέρια τους οι κούπες χάμω έπεσαν.
Κι αυτοί πολληώρα δεν εκάθισαν να κοιμηθούν κινούσαν στο
κάστρο
εδώ κι εκεί᾿ τους έκλεινε μαθές τα μάτια ο γύπνος.
Αμέσως η Αθηνά η γλαυκόματη την όψη και το λάλο

400 ἐκπροκαλεσσαμένη μεγάρων ἐὺ ναιεταόντων,
Μέντορι εἰδομένη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ αὐδήν:
«Τηλέμαχ᾿, ἤδη μέν τοι ἐυκνήμιδες ἑταῖροι
ἥατ᾿ ἐπήρετμοι τὴν σὴν ποτιδέγμενοι ὁρμήν:
ἀλλ᾿ ἴομεν, μὴ δηθὰ διατρίβωμεν ὁδοῖο.»

πήρε του Μέντορα, και φώναξεν απ᾿ το καλοχτισμένο
το αρχοντικό να βγει ο Τηλέμαχος, κι αυτά τα λόγια του 'πε:
«Κιόλα οι σύντροφοί σου, Τηλέμαχε, κάθονται στα κουπιά τους
κι ώρα την ώρα το ξεκίνημα προσμένουν το δικό σου.
Πάμε λοιπόν, απ᾿ το ταξίδι μας να μη χασομερούμε.»

405 ὣς ἄρα φωνήσασ᾿ ἡγήσατο Παλλὰς Ἀθήνη
καρπαλίμως: ὁ δ᾿ ἔπειτα μετ᾿ ἴχνια βαῖνε θεοῖο.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾿ ἐπὶ νῆα κατήλυθον ἠδὲ θάλασσαν,
εὗρον ἔπειτ᾿ ἐπὶ θινὶ κάρη κομόωντας ἑταίρους.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειφ᾿ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο:

Έτσι η Αθηνά Παλλάδα εμίλησε και μπήκε ομπρός στο δρόμο
γοργά, κι αυτός ξοπίσω ακλούθηξε των θείων ποδιών τ᾿ αχνάρια.
Κι αφού κατέβηκαν στη θάλασσα και στο καράβι, βρήκαν
στο ακρόγιαλο τους μακρομάλληδες να καρτερούν συντρόφους.
Και τότε ο αντρόκαρδος Τηλέμαχος τους μίλησε έτσι κι είπε:

410 «δεῦτε, φίλοι, ἤια φερώμεθα: πάντα γὰρ ἤδη
ἁθρό᾿ ἐνὶ μεγάρῳ. μήτηρ δ᾿ ἐμὴ οὔ τι πέπυσται,
οὐδ᾿ ἄλλαι δμωαί, μία δ᾿ οἴη μῦθον ἄκουσεν.»
ὣς ἄρα φωνήσας ἡγήσατο, τοὶ δ᾿ ἅμ᾿ ἕποντο.
οἱ δ᾿ ἄρα πάντα φέροντες ἐυσσέλμῳ ἐπὶ νηὶ

«Συντρόφοι, ομπρός, να κουβαλήσουμε τις ζωθροφές᾿ στο σπίτι
όλες είναι έτοιμες᾿ δεν το 'μαθε μηδέ κι η μάνα μου η ίδια,
κι από τις δούλες μια είναι που άκουσε το λόγο αυτό μονάχα.»
Ως είπε τούτα, ομπρός ετράβηξε, κι οι επίλοιποι ακλουθούσαν
κι όλα μετά στο καλοκούβερτο καράβι κουβαλώντας

415 κάτθεσαν, ὡς ἐκέλευσεν Ὀδυσσῆος φίλος υἱός.
ἂν δ᾿ ἄρα Τηλέμαχος νηὸς βαῖν᾿, ἦρχε δ᾿ Ἀθήνη,
νηὶ δ᾿ ἐνὶ πρυμνῇ κατ᾿ ἄρ᾿ ἕζετο: ἄγχι δ᾿ ἄρ᾿ αὐτῆς
ἕζετο Τηλέμαχος. τοὶ δὲ πρυμνήσι᾿ ἔλυσαν,
ἂν δὲ καὶ αὐτοὶ βάντες ἐπὶ κληῖσι καθῖζον.

τ᾿ απίθωσαν, ο γιος ως πρόσταζε του αντρόκαρδου Οδυσσέα.
Κι ανέβη στο άρμενο ο Τηλέμαχος την Αθηνά ακλουθώντας'
στου πλοίου την πρύμνη εκείνη εκάθισε, κι ως κάθισε κοντά της
κι ο θείος Τηλέμαχος, οι σύντροφοι ξελύσαν τις πρυμάτσες.
Μετά κι εκείνοι απάνω πήδησαν και στα ζυγά κάθισαν

420 τοῖσιν δ᾿ ἴκμενον οὖρον ἵει γλαυκῶπις Ἀθήνη,
ἀκραῆ Ζέφυρον, κελάδοντ᾿ ἐπὶ οἴνοπα πόντον.
Τηλέμαχος δ᾿ ἑτάροισιν ἐποτρύνας ἐκέλευσεν
ὅπλων ἅπτεσθαι: τοὶ δ᾿ ὀτρύνοντος ἄκουσαν.
ἱστὸν δ᾿ εἰλάτινον κοίλης ἔντοσθε μεσόδμης

και πρίμο αγέρα η γαλανόματη τους έστελνε Παλλάδα,
πονέντε δυνατό, στο πέλαγο που αχούσε το κρασάτο.
Τότε ο Τηλέμαχος τους συντρόφους φωνάζοντας προστάζει
τα σύνεργα να πιάσουν, κι άκουσαν τους ορισμούς του εκείνοι'
το ελάτινο κατάρτι εστύλωσαν, στο τρύπιο μεσοδόκι

425 στῆσαν ἀείραντες, κατὰ δὲ προτόνοισιν ἔδησαν,
ἕλκον δ᾿ ἱστία λευκὰ ἐυστρέπτοισι βοεῦσιν.
ἔπρησεν δ᾿ ἄνεμος μέσον ἱστίον, ἀμφὶ δὲ κῦμα
στείρῃ πορφύρεον μεγάλ᾿ ἴαχε νηὸς ἰούσης:

ορθό περνώντας το, κι ως το 'δεσαν με τα σκοινιά στην πλώρη,
το άσπρο πανί με τα καλόστριφτα λουριά ψηλά εσηκώσαν.
Κι ο αγέρας το πανί τους φούσκωνε, και στην καρένα γύρα
του πλοίου που επέτα αλικοπόρφυρο το κύμα βαριαχούσε'

ἡ δ᾿ ἔθεεν κατὰ κῦμα διαπρήσσουσα κέλευθον.

 κι αυτό πετούσε απά στα κύματα, τελεύοντας τη στράτα.

430 δησάμενοι δ᾿ ἄρα ὅπλα θοὴν ἀνὰ νῆα μέλαιναν
στήσαντο κρητῆρας ἐπιστεφέας οἴνοιο,
λεῖβον δ᾿ ἀθανάτοισι θεοῖς αἰειγενέτῃσιν,
ἐκ πάντων δὲ μάλιστα Διὸς γλαυκώπιδι κούρῃ.
παννυχίη μέν ῥ᾿ ἥ γε καὶ ἠῶ πεῖρε κέλευθον.

Κι ως δέσαν τα πανιά στο γρήγορο, το μελανό καράβι,
πήραν κροντήρια τότε κι έστησαν, κρασί ξεχειλισμένα,
και χύναν στάλες στους αθάνατους θεούς, τους αναιώνιους,
και πάνω απ᾿ όλους στη γλαυκόματη του Δία τη θυγατέρα.
Κι όλη τη νύχτα και τ᾿ αχάραγα δρομούσε το καράβι.


Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ (ΟΛΟ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΝΕΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Α" μέρος

Ομήρου Οδυσσειάς
Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη - Ι. Κακριδή
1938 ( Όγδοη και τελική μορφή)

Περιεχόμενα
1. - α -
Ἀθηνᾶς παραίνεσις πρὸς Τηλέμαχον. Μνηστήρων εὐωχία
Ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
2. - β -
Ἰθακησίων ἐκκλησία. Τηλεμάχου ἀποδημία
ἦμος δ᾿ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
3. - γ -
Τὰ ἐν Πύλῳ
Ἠέλιος δ᾿ ἀνόρουσε, λιπὼν περικαλλέα λίμνην
4. - δ -
Τὰ ἐν Λακεδαίμονι
πρὸς δ᾿ ἄρα δώματ᾿ ἔλων Μενελάου κυδαλίμοιο.
5. - ε -
Ὀδυσσέως σχεδία
Ζεὺς ὑψιβρεμέτης, οὗ τε κράτος ἐστὶ μέγιστον.
6. - ζ -
Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Φαίακας
βῆ ῥ᾿ ἐς Φαιήκων ἀνδρῶν δῆμόν τε πόλιν τε,
7. - η -
Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνοον
τρέφε Ναυσικάαν λευκώλενον ἐν μεγάροισιν.
8. - θ -
Ὀδυσσέως σύστασις πρὸς Φαίακας
Φαιήκων ἀγορήνδ᾿, ἥ σφιν παρὰ νηυσὶ τέτυκτο.
9. - ι -
Ἀλκίνου ἀπόλογοι. Κυκλώπεια
σίτου καὶ κρειῶν, μέθυ δ᾿ ἐκ κρητῆρος ἀφύσσων
10. - κ -
Τὰ περὶ Αἰόλου καὶ Λαιστρυγόνων καὶ Κίρκης
πλωτῇ ἐνὶ νήσῳ: πᾶσαν δέ τέ μιν πέρι τεῖχος
11. - λ -
Νέκυια
Κίρκη εὐπλόκαμος, δεινὴ θεὸς αὐδήεσσα.
12. - μ -
Σειρῆνες, Σκύλλα, Χάρυβδις, βόες Ἡλίου
Σειρῆνας μὲν πρῶτον ἀφίξεαι, αἵ ῥά τε πάντας
- ν - Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων καὶ ἄφιξις εἰς Ἰθάκην
4
13. Δημόδοκος, λαοῖσι τετιμένος. αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
14. - ξ -
Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία
τὸν δ᾿ ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα:
«ξεῖν᾿, οὔ μοι θέμις ἔστ᾿, οὐδ᾿ εἰ κακίων σέθεν ἔλθοι,
15. - ο -
Τηλεμάχου πρὸς Εὔμαιον ἄφιξις
Τηλέμαχον δ᾿ οὐχ ὕπνος ἔχε γλυκύς, ἀλλ᾿ ἐνὶ θυμῷ
νύκτα δι᾿ ἀμβροσίην μελεδήματα πατρὸς ἔγειρεν.
16. - π -
Τηλεμάχου ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως
πῶς γὰρ δὴ τὸν ξεῖνον ἐγὼν ὑποδέξομαι οἴκῳ;
αὐτὸς μὲν νέος εἰμὶ καὶ οὔ πω χερσὶ πέποιθα
17. - ρ -
Τηλεμάχου ἐπάνοδος εἰς Ἰθάκην
τὴν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«μῆτερ ἐμή, μή μοι γόον ὄρνυθι μηδέ μοι ἦτορ
18. - σ -
Ὀδυσσέως καὶ Ἴρου πυγμή
τὸν δὲ χολωσάμενος προσεφώνεεν Ἶρος ἀλήτης:
«ὢ πόποι, ὡς ὁ μολοβρὸς ἐπιτροχάδην ἀγορεύει,
19. - τ -
Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Τὰ νίπτρα
Δουλιχίῳ τε Σάμῃ τε καὶ ὑλήεντι Ζακύνθῳ,
οἵ τ᾿ αὐτὴν Ἰθάκην εὐδείελον ἀμφινέμονται,
20. - υ -
Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας
φήμην δ᾿ ἐξ οἴκοιο γυνὴ προέηκεν ἀλετρὶς
πλησίον, ἔνθ᾿ ἄρα οἱ μύλαι ἥατο ποιμένι λαῶν,
21. - φ -
Τόξου θέσις
φῶθ᾿ Ἡρακλῆα, μεγάλων ἐπιίστορα ἔργων,
ὅς μιν ξεῖνον ἐόντα κατέκτανεν ᾧ ἐνὶ οἴκῳ,
22. - χ -
Μνηστηροφονία
χρύσεον ἄμφωτον, καὶ δὴ μετὰ χερσὶν ἐνώμα,
ὄφρα πίοι οἴνοιο: φόνος δέ οἱ οὐκ ἐνὶ θυμῷ
μέμβλετο: τίς κ᾿ οἴοιτο μετ᾿ ἀνδράσι δαιτυμόνεσσιὈδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης αναγνωρισμός
τὴν δ᾿ ἠμείβετ᾿ ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια:
«μαῖα φίλη, χαλεπόν σε θεῶν αἰειγενετάων
24. - ω -
Σπονδαί
τὸν δ᾿ αὖτε ψυχὴ προσεφώνεεν Ἀτρείδαο:
«ὄλβιε Πηλέος υἱέ, θεοῖς ἐπιείκελ᾿ Ἀχιλλεῦ,
ὃς θάνες ἐν Τροίῃ ἑκὰς Ἄργεος: ἀμφὶ δέ σ᾿ ἄλλοι
κτείνοντο Τρώων καὶ Ἀχαιῶν υἷες ἄριστοι,


ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ -α-





-1- Άνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα
πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν:
πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,

Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδα μου, που πλήθος
διάβηκε τόπους, αφού πάτησε της Τροίας το κάστρο το άγιο,
και πολιτείες πολλές εγνώρισε, πολλών βουλές ανθρώπων,
κι αρίφνητα τυράννια ετράβηξε στα πέλαγα η καρδιά του,

5 Ἀ ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.
ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ:
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον: αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.

για να σωθεί κι αυτός παλεύοντας και πίσω τους συντρόφους
να φέρει᾿ κι όμως δεν τους γλίτωσε, κι ας το ποθούσε τόσο'
τι από τις ίδιες τους εχάθηκαν τις ανομιές εκείνοι —
οι ανέμυαλοι, που τ᾿ ουρανόδρομου τα βόδια έφαγαν Ήλιου,
κι αυτός τη μέρα τους αρνήστηκε του γυρισμού. Για τούτα

10 τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν.
ἔνθ᾿ ἄλλοι μὲν πάντες, ὅσοι φύγον αἰπὺν ὄλεθρον,
οἴκοι ἔσαν, πόλεμόν τε πεφευγότες ἠδὲ θάλασσαν:
τὸν δ᾿ οἶον νόστου κεχρημένον ἠδὲ γυναικὸς
νύμφη πότνι᾿ ἔρυκε Καλυψὼ δῖα θεάων
και μας για λέγε, κάπου αρχίζοντας, κόρη θεϊκιά του Δία.
Όσοι Αχαιοί είχαν απ᾿ το θάνατο τον άξαφνο γλιτώσει
βρίσκονταν σπίτια τους, του πελάγου καί της σφαγής σωσμένοι'
μονάχα αυτόν᾿ που τη γυναίκα του ποθούσε και τη γη του,
η Καλυψώ η θεά, η πανέμνοστη τον έκρυβε νεράιδα

15 ἐν σπέσσι γλαφυροῖσι, λιλαιομένη πόσιν εἶναι.
ἀλλ᾿ ὅτε δὴ ἔτος ἦλθε περιπλομένων ἐνιαυτῶν,
τῷ οἱ ἐπεκλώσαντο θεοὶ οἶκόνδε νέεσθαι
εἰς Ἰθάκην, οὐδ᾿ ἔνθα πεφυγμένος ἦεν ἀέθλων
καὶ μετὰ οἷσι φίλοισι. θεοὶ δ᾿ ἐλέαιρον ἅπαντες
στις θολωτές σπηλιές της, θέλοντας να τον κρατήσει γι᾿ άντρα..

Όμως τα χρόνια πια σα γύρισαν κι ήρθε ο καιρός που του 'χαν
κλώσει οι θεοί να ιδεί το σπίτι του φτασμένος στην Ιθάκη,
ουδέ κι εκεί μαθές του απόλειψαν οι αγώνες, κι ας βρισκόταν
μες στους δικούς του πια. Κι οι αθάνατοι τον συμπονούσαν όλοι,

20 νόσφι Ποσειδάωνος: ὁ δ᾿ ἀσπερχὲς μενέαινεν
ἀντιθέῳ Ὀδυσῆι πάρος ἣν γαῖαν ἱκέσθαι.
ἀλλ᾿ ὁ μὲν Αἰθίοπας μετεκίαθε τηλόθ᾿ ἐόντας,
Αἰθίοπας τοὶ διχθὰ δεδαίαται, ἔσχατοι ἀνδρῶν,
οἱ μὲν δυσομένου Ὑπερίονος οἱ δ᾿ ἀνιόντος,

εξόν τον Ποσειδώνα, που άπαυτα του θεϊκού Οδυσσέα
θυμό κρατούσε, στην πατρίδα του πριχού διαγείρει πίσω.
Μα τότε αυτός για τους απόμακρους Αιθίοπες είχε φύγει,
για τους Αιθίοπες, που στην τέλειωση του κόσμου χώρια ζούνε,
μισοί στου Ήλιου τα βασιλέματα, μισοί στ᾿ ανάτελά του,

25 ἀντιόων ταύρων τε καὶ ἀρνειῶν ἑκατόμβης.
ἔνθ᾿ ὅ γ᾿ ἐτέρπετο δαιτὶ παρήμενος: οἱ δὲ δὴ ἄλλοι
Ζηνὸς ἐνὶ μεγάροισιν Ὀλυμπίου ἁθρόοι ἦσαν.
τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε:
μνήσατο γὰρ κατὰ θυμὸν ἀμύμονος Αἰγίσθοιο,

κι εκεί τρανές θυσίες του πρόσφερναν από κριγιούς και ταύρους᾿
κι αυτός καθούμενος ευφραίνουνταν. Οι αθάνατοι οι άλλοι ωστόσο
στου ολύμπιου Δία το αρχοντοπάλατο βρίσκονταν μαζεμένοι.
Πρώτος μιλούσε των αθάνατων και των θνητών ο κύρης,
καθώς τον Αίγιστο τον άψεγο θυμήθη, που εσκοτώθη

30 τόν ῥ᾿ Ἀγαμεμνονίδης τηλεκλυτὸς ἔκταν᾿ Ὀρέστης:
τοῦ ὅ γ᾿ ἐπιμνησθεὶς ἔπε᾿ ἀθανάτοισι μετηύδα:
«ὢ πόποι, οἷον δή νυ θεοὺς βροτοὶ αἰτιόωνται:
ἐξ ἡμέων γάρ φασι κάκ᾿ ἔμμεναι, οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ
σφῇσιν ἀτασθαλίῃσιν ὑπὲρ μόρον ἄλγε᾿ ἔχουσιν,

απ᾿ τον Ορέστη, του Αγαμέμνονα το γιο τον ξακουσμένο.
Αυτόν θυμήθη τότε κι έλεγε στους αθανάτους μέσα:
«Πωπώ, με τους θεούς τα βάζουνε πάντα οι θνητοί, πως τάχα
τις συφορές εμείς τους στέλνουμε᾿ μα κι οι αδικίες τους είναι
που πάνω απ᾿ το γραφτό σε βάσανα τους ρίχνουν κοίτα τώρα

35 ἡ ὡς καὶ νῦν Αἴγισθος ὑπὲρ μόρον Ἀτρεί̈δαο
γῆμ᾿ ἄλοχον μνηστήν, τὸν δ᾿ ἔκτανε νοστήσαντα,
εἰδὼς αἰπὺν ὄλεθρον, ἐπεὶ πρό οἱ εἴπομεν ἡμεῖς,
Ἑρμείαν πέμψαντες, ἐύσκοπον ἀργεϊφόντην,
μήτ᾿ αὐτὸν κτείνειν μήτε μνάασθαι ἄκοιτιν:

τον Αίγιστο, δικό του που έκανε του γιου του Ατρέα το ταίρι
χωρίς γραφτό του να 'ναι, κι έσφαξε στο γυρισμό κι εκείνον,
τον ίδιο του χαμό κι ας ήξερε᾿ τι του 'χαμε μηνύσει
πιο πριν με τον Ερμή, τον ξάγρυπνον αργοφονιά, και κείνον
να μη σκοτώσει και το ταίρι του να μη ζητάει να πάρει'

40 ὣ ἐκ γὰρ Ὀρέσταο τίσις ἔσσεται Ἀτρεί̈δαο,
ὁππότ᾿ ἂν ἡβήσῃ τε καὶ ἧς ἱμείρεται αἴης.

τι θα 'ρθει απ᾿ τον Ορέστη η εγδίκηση για τον υγιό του Ατρέα,
μόλις αντρειέψει και στον τόπο του ποθήσει να διαγείρε
7
ὣς ἔφαθ᾿ Ἑρμείας, ἀλλ᾿ οὐ φρένας Αἰγίσθοιο
πεῖθ᾿ ἀγαθὰ φρονέων: νῦν δ᾿ ἁθρόα πάντ᾿ ἀπέτισεν.»
τὸν δ᾿ ἠμείβετ᾿ ἔπειτα θεά, γλαυκῶπις Ἀθήνη:

Έτσι μιλούσε ο Ερμής, μα του Αίγιστου δέν άλλαζε τη γνώμη,
κι ας ήταν για καλό του᾿ μαζωχτά τα πλέρωσε όλα τώρα.»
Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, του απηλογήθη κι είπε:

45
«ὦ πάτερ ἡμέτερε Κρονίδη, ὕπατε κρειόντων,
καὶ λίην κεῖνός γε ἐοικότι κεῖται ὀλέθρῳ:
ὡς ἀπόλοιτο καὶ ἄλλος, ὅτις τοιαῦτά γε ῥέζοι:
ἀλλά μοι ἀμφ᾿ Ὀδυσῆι δαί̈φρονι δαίεται ἦτορ,
δυσμόρῳ, ὃς δὴ δηθὰ φίλων ἄπο πήματα πάσχει

«Υγιέ του Κρόνου και πατέρα μας, μες στους θεούς ο πρώτος,
για κείνον είναι ο πιο που ταίριαζε ξολοθρεμός αλήθεια'
μακάρι να χάνονταν όλοι τους που τέτοιες πράξες κάνουν!
Μα καίγεται η καρδιά μου, ως σκέφτουμαι τον αντρειανό
Οδυσσέα,
τον έρμο, χρόνια που παιδεύεται μακριά από τους δικούς του

50 νήσῳ ἐν ἀμφιρύτῃ, ὅθι τ᾿ ὀμφαλός ἐστι θαλάσσης.
νῆσος δενδρήεσσα, θεὰ δ᾿ ἐν δώματα ναίει,
Ἄτλαντος θυγάτηρ ὀλοόφρονος, ὅς τε θαλάσσης
πάσης βένθεα οἶδεν, ἔχει δέ τε κίονας αὐτὸς
μακράς, αἳ γαῖάν τε καὶ οὐρανὸν ἀμφὶς ἔχουσιν.

σ᾿ ένα νησί, που 'ναι της θάλασσας το αφάλι, κυκλωμένο
από τα κύματα, πολύδεντρο᾿ θεά εκεί πάνω μένει,
του Άτλαντα η κόρη του κακόγνωμου, που τους βυθούς κατέχει
του κάθε πέλαου και μονάχος του σηκώνει τις κολόνες
τις αψηλές, που δεν αφήνουνε γη κι ουρανός να σμίξουν.

55 τοῦ θυγάτηρ δύστηνον ὀδυρόμενον κατερύκει,
αἰεὶ δὲ μαλακοῖσι καὶ αἱμυλίοισι λόγοισιν
θέλγει, ὅπως Ἰθάκης ἐπιλήσεται: αὐτὰρ Ὀδυσσεύς,
ἱέμενος καὶ καπνὸν ἀποθρῴσκοντα νοῆσαι
ἧς γαίης, θανέειν ἱμείρεται. οὐδέ νυ σοί περ

Δικιά του η κόρη που τον άμοιρο κρατάει᾿ στα σύθρηνά του
να τον πλανέσει με τα λόγια της πασκίζει, την Ιθάκη
για να του βγάλει από τη θύμηση᾿ κι εκείνος, λαχταρώντας
και μοναχά καπνό απ᾿ τον τόπο του να ιδεί ν᾿ ανηφορίζει,
ανέλπιδος ποθεί το θάνατο. Μα εσύ, του Ολύμπου ρήγα,

60 ἐντρέπεται φίλον ἦτορ, Ὀλύμπιε. οὔ νύ τ᾿ Ὀδυσσεὺς
Ἀργείων παρὰ νηυσὶ χαρίζετο ἱερὰ ῥέζων
Τροίῃ ἐν εὐρείῃ; τί νύ οἱ τόσον ὠδύσαο, Ζεῦ;»
τὴν δ᾿ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς:»
«τέκνον ἐμόν, ποῖόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων.

καρδιά πως έχεις έτσι ανέσπλαχνη; Τάχα ο Οδυσσέας ποτέ του
στα πλοία τ᾿ αργίτικα δεν πρόσφερε θυσίες να σε τιμήσει
μες στην πλατιά την Τροία; Τι θύμωσες λοιπόν μαζί του τόσο;»
Και τότε ο Δίας της αποκρίθηκεν ο νεφελοστοιβάχτης:
«Ποιος λόγος, κόρη μου, σου ξέφυγε της δοντωσιας το φράχτη;

65
πῶς ἂν ἔπειτ᾿ Ὀδυσῆος ἐγὼ θείοιο λαθοίμην,
ὃς περὶ μὲν νόον ἐστὶ βροτῶν, περὶ δ᾿ ἱρὰ θεοῖσιν
ἀθανάτοισιν ἔδωκε, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν;
ἀλλὰ Ποσειδάων γαιήοχος ἀσκελὲς αἰεὶ
Κύκλωπος κεχόλωται, ὃν ὀφθαλμοῦ ἀλάωσεν,

Ν᾿ αποξεχάσω εγώ πως γίνεται τον Οδυσσέα το θείο;
Περνάει στο νου κάθε άλλον άνθρωπο, και πιο απ᾿ τους άλλους
έχει
θυσίες προσφέρει στους αθάνατους, που ζουν στα ουράνια
πλάτη.
Μα ο Ποσειδώνας ακατάπαυτα κρατάει τη μάνητα του,
απ᾿ αφορμή μαθές που τύφλωσε τον Κύκλωπα ο Οδυσσέας,

70 ἀντίθεον Πολύφημον, ὅου κράτος ἐστὶ μέγιστον
πᾶσιν Κυκλώπεσσι: Θόωσα δέ μιν τέκε νύμφη,
Φόρκυνος θυγάτηρ ἁλὸς ἀτρυγέτοιο μέδοντος,
ἐν σπέσσι γλαφυροῖσι Ποσειδάωνι μιγεῖσα.
ἐκ τοῦ δὴ Ὀδυσῆα Ποσειδάων ἐνοσίχθων

το θεοδύναμο Πολύφημο, τον πιο αντρειωμένο σ᾿ όλους
μέσα τους Κύκλωπες 'τον γέννησεν η Θόωσα, μια νεράιδα,
στον Ποσειδώνα, ερωτοσμίγοντας μαζί του μες στα σπήλια,
του Φόρκη η κόρη, που τη θάλασσα την άκαρπη αφεντεύει.
Για τούτο ο Ποσειδώνας μάχεται τον Οδυσσέα᾿ δε θέλει

75 οὔ τι κατακτείνει, πλάζει δ᾿ ἀπὸ πατρίδος αἴης.
ἀλλ᾿ ἄγεθ᾿, ἡμεῖς οἵδε περιφραζώμεθα πάντες
νόστον, ὅπως ἔλθῃσι: Ποσειδάων δὲ μεθήσει
ὃν χόλον: οὐ μὲν γὰρ τι δυνήσεται ἀντία πάντων
ἀθανάτων ἀέκητι θεῶν ἐριδαινέμεν οἶος.»

το θάνατο του, μα απ᾿ τον τόπο του μακριά τόνε ξορίζει.
Μα ελατέ τώρα εμείς οι επίλοιποι να βουλευτούμε αντάμα
πως θα διαγείρει στην πατρίδα του᾿ μια μέρα θα μερέψει
κι ο Ποσειδώνας᾿ τι δε γίνεται μαζί μας να τα βάλει,
μονάχος με όλους τους αθάνατους θεούς, αθέλητα μας.»

80 τὸν δ᾿ ἠμείβετ᾿ ἔπειτα θεά, γλαυκῶπις Ἀθήνη:
«ὦ πάτερ ἡμέτερε Κρονίδη, ὕπατε κρειόντων,
εἰ μὲν δὴ νῦν τοῦτο φίλον μακάρεσσι θεοῖσιν,
νοστῆσαι Ὀδυσῆα πολύφρονα ὅνδε δόμονδε,

Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, του απηλογήθη κι είπε:
«Υγιέ του Κρόνου και πατέρα μας, μες στους θεούς ο πρώτος,
αλήθεια, αν οι θεοί το θέλησαν οι τρισμακάριοι τώρα
το γνωστικό Οδυσσέα στο σπίτι του ν᾿ αφήσουν να διαγείρει,
Ἑρμείαν μὲν ἔπειτα διάκτορον ἀργεϊφόντην      εγώ να πούμε τότε θα 'λεγα του Ερμή του ψυχολάτη,
85 νῆσον ἐς Ὠγυγίην ὀτρύνομεν, ὄφρα τάχιστα
νύμφῃ ἐυπλοκάμῳ εἴπῃ νημερτέα βουλήν,
νόστον Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος, ὥς κε νέηται:
αὐτὰρ ἐγὼν Ἰθάκηνδ᾿ ἐσελεύσομαι, ὄφρα οἱ υἱὸν
μᾶλλον ἐποτρύνω καί οἱ μένος ἐν φρεσὶ θείω,

του αργοφονιά, μιαν ώρα αρχύτερα στην Ωγυγία να δράμει,
τον ορισμό μας τον ασάλευτο της ομορφομαλλούσας
να πει ξωθιάς, ο καρτερόψυχος να στρέψει πια Οδυσσέας.
Κι εγώ για την Ιθάκη γρήγορα κινώ, να ξεσηκώσω
το γιο του πιότερο, στα φρένα του κουράγιο να φυσήξω,

90 εἰς ἀγορὴν καλέσαντα κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς
πᾶσι μνηστήρεσσιν ἀπειπέμεν, οἵ τέ οἱ αἰεὶ
μῆλ᾿ ἁδινὰ σφάζουσι καὶ εἰλίποδας ἕλικας βοῦς.
πέμψω δ᾿ ἐς Σπάρτην τε καὶ ἐς Πύλον ἠμαθόεντα
νόστον πευσόμενον πατρὸς φίλου, ἤν που ἀκούσῃ,

σε συντυχιά τους μακρομάλληδες Αργίτες να καλέσει,
και στους μνηστήρες πια ξεκάθαρα να πει να μην του σφάζουν
τα πλήθια αρνιά και τα στριφτόκερα, στριφτόζαλά του βόδια.
Στη Σπάρτη και στην Πύλο λόγιασα μετά την αμμουδάτη
να τόνε στείλω, για του κύρη του το γυρισμό να μάθει,

95 ἠδ᾿ ἵνα μιν κλέος ἐσθλὸν ἐν ἀνθρώποισιν ἔχῃσιν.»
ὣς εἰποῦσ᾿ ὑπὸ ποσσὶν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
ἀμβρόσια χρύσεια, τά μιν φέρον ἠμὲν ἐφ᾿ ὑγρὴν
ἠδ᾿ ἐπ᾿ ἀπείρονα γαῖαν ἅμα πνοιῇς ἀνέμοιο:
εἵλετο δ᾿ ἄλκιμον ἔγχος, ἀκαχμένον ὀξέι χαλκῷ,

μαζί για ν᾿ ακουστεί περίλαμπρο στον κόσμο τ᾿ όνομά του.»
Είπε, και γρήγορα στα πόδια της χρυσά περνάει σαντάλια,
πανώρια, αθάνατα, που ανάλαφρα, με τις πνοές του ανέμου,
τη φέρναν πάνω απ᾿ τις απέραντες στεριές και τα πελάγη.
Κι αδράχνει το γερό κοντάρι της, το καλοακονισμένο,

100 βριθὺ μέγα στιβαρόν, τῷ δάμνησι στίχας ἀνδρῶν
ἡρώων, τοῖσίν τε κοτέσσεται ὀβριμοπάτρη.
βῆ δὲ κατ᾿ Οὐλύμποιο καρήνων ἀίξασα,
στῆ δ᾿ Ἰθάκης ἐνὶ δήμῳ ἐπὶ προθύροις Ὀδυσῆος,
οὐδοῦ ἐπ᾿ αὐλείου: παλάμῃ δ᾿ ἔχε χάλκεον ἔγχος,

το δυνατό, βαρύ, θεόρατο κοντάρι, που σκοτώνει
όσους ηρώους του Τρανοδύναμου την κόρη έχουν θυμώσει'
και τις κορφές του Ολύμπου αφήνοντας με βιάση εχύθη κάτω,
και στην Ιθάκη ως ήρθε, στάθηκε μπρος στου Οδυσσέα το σπίτι,
πα στο κατώφλι της αυλόπορτας, κρατώντας το κοντάρι,

105 εἰδομένη ξείνῳ, Ταφίων ἡγήτορι Μέντῃ.
εὗρε δ᾿ ἄρα μνηστῆρας ἀγήνορας. οἱ μὲν ἔπειτα
πεσσοῖσι προπάροιθε θυράων θυμὸν ἔτερπον
ἥμενοι ἐν ῥινοῖσι βοῶν, οὓς ἔκτανον αὐτοί:
κήρυκες δ᾿ αὐτοῖσι καὶ ὀτρηροὶ θεράποντες

με ξένο, με το Μέντη μοιάζοντας των Ταφιωτών το ρήγα'
και βρήκε τότε εκεί τους πέρφανους μνηστήρες, που περνούσαν
την ώρα τους πεντάλφα παίζοντας μπρος στου σπιτιού τις πόρτες,
σε δέρματα βοδιών καθούμενοι, που τα 'χαν σφάξει ατοί τους
Κράχτες και πρόθυμα παιδόπουλα τους γνοιάζουνταν᾿ οι πρώτοι

110 οἱ μὲν οἶνον ἔμισγον ἐνὶ κρητῆρσι καὶ ὕδωρ,
οἱ δ᾿ αὖτε σπόγγοισι πολυτρήτοισι τραπέζας
νίζον καὶ πρότιθεν, τοὶ δὲ κρέα πολλὰ δατεῦντο.
τὴν δὲ πολὺ πρῶτος ἴδε Τηλέμαχος θεοειδής,
ἧστο γὰρ ἐν μνηστῆρσι φίλον τετιημένος ἦτορ,

συγκέρνααν το κρασί τους χύνοντας νερό μες στα κροντήρια,
κι οι άλλοι παστρεύαν με χιλιότρυπα σφουγγάρια τα τραπέζια
και τα 'στηναν μπροστά τους, άλλοι τους σωρό τα κρέατα κόβαν.
Πρώτος απ᾿ όλους ο θεόμορφος Τηλέμαχος την είδε'
τι μέσα στους μνηστήρες κάθουνταν με πικραμένα σπλάχνα

115 ὀσσόμενος πατέρ ἐσθλὸν ἐνὶ φρεσίν, εἴ ποθεν ἐλθὼν
μνηστήρων τῶν μὲν σκέδασιν κατὰ δώματα θείη,
τιμὴν δ᾿ αὐτὸς ἔχοι καὶ δώμασιν οἷσιν ἀνάσσοι.
τὰ φρονέων, μνηστῆρσι μεθήμενος, εἴσιδ᾿ Ἀθήνην.
βῆ δ᾿ ἰθὺς προθύροιο, νεμεσσήθη δ᾿ ἐνὶ θυμῷ
και τον τρανό θυμόταν κύρη του — να πρόβελνε από κάπου

και τους μνηστήρες διασκορπίζοντας από το σπίτι, πάλε
να γίνει αφέντης στο παλάτι του και ρήγας τιμημένος!
Τέτοια λογιώντας κει που κάθουνταν με τους μνηστήρες είδε
την Αθηνά, και στην αυλόπορτα τρέχει γραμμή, τι εντράπη

120 ξεῖνον δηθὰ θύρῃσιν ἐφεστάμεν: ἐγγύθι δὲ στὰς
χεῖρ᾿ ἕλε δεξιτερὴν καὶ ἐδέξατο χάλκεον ἔγχος,
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:
«χαῖρε, ξεῖνε, παρ᾿ ἄμμι φιλήσεαι: αὐτὰρ ἔπειτα
δείπνου πασσάμενος μυθήσεαι ὅττεό σε χρή.»

ξένος στη θύρα του να στέκεται πολληώρα᾿ κι ήρθε ομπρός της,
το χέρι το δεξιό της έπιασε, της πήρε το κοντάρι
το χάλκινο και με άνεμάρπαστα της συντυχαίνει λόγια:
«Ξένε μου, γεια! Θα 'ρθείς στο σπίτι μας να σε φιλοκονέψω᾿
χορταίνοντας, αν θες, μολόγα μας σαν ποια σε φέρνει ανάγκη.»

125 «ὣς εἰπὼν ἡγεῖθ᾿, ἡ δ᾿ ἕσπετο Παλλὰς Ἀθήνη.
οἱ δ᾿ ὅτε δή ῥ᾿ ἔντοσθεν ἔσαν δόμου ὑψηλοῖο,
ἔγχος μέν ῥ᾿ ἔστησε φέρων πρὸς κίονα μακρὴν
Είπε κι ομπρός έμπηκε᾿ πίσω του κινούσε κι η Παλλάδα᾿

κι ως μπαίνοντας οι δυο τους βρέθηκαν μες στο αψηλό παλάτι,
έστησε εκείνος το κοντάρι της στην καλοτορνεμένη

δουροδόκης ἔντοσθεν ἐυξόου, ἔνθα περ ἄλλα
ἔγχε᾿ Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος ἵστατο πολλά,

κονταροθήκη, πλάι στην τρίψηλη κολόνα, εκεί που κι άλλα
κοντάρια πλήθος του τρανόψυχου στεκόνταν Οδυσσέα.
130 αὐτὴν δ᾿ ἐς θρόνον εἷσεν ἄγων, ὑπὸ λῖτα πετάσσας,
καλὸν δαιδάλεον: ὑπὸ δὲ θρῆνυς ποσὶν ἦεν.
πὰρ δ᾿ αὐτὸς κλισμὸν θέτο ποικίλον, ἔκτοθεν ἄλλων
μνηστήρων, μὴ ξεῖνος ἀνιηθεὶς ὀρυμαγδῷ
δείπνῳ ἁδήσειεν, ὑπερφιάλοισι μετελθών,

Ρίχνει λινό σεντόνι σε όμορφο θρονί πλουμάτο απάνω
και την καθίζει, κι είχε κάτωθε προσκάμνι για τα πόδια'
κι αυτός το σκαλιστό του εσίμωσε σκαμνί, από τους μνηστήρες
μακριά, στον τάραχο που ανάδιναν οι ξιπασμένοι εκείνοι
να μη βαρυγκομήσει ο ξένος του πα στο φαΐ, κι ακόμα

135 ἠδ᾿ ἵνα μιν περὶ πατρὸς ἀποιχομένοιο ἔροιτο.
χέρνιβα δ᾿ ἀμφίπολος προχόῳ ἐπέχευε φέρουσα
καλῇ χρυσείῃ, ὑπὲρ ἀργυρέοιο λέβητος,
νίψασθαι: παρὰ δὲ ξεστὴν ἐτάνυσσε τράπεζαν.
σῖτον δ᾿ αἰδοίη ταμίη παρέθηκε φέρουσα,

να τον ρωτήσει για τον κύρη του που γύριζε στα ξένα.
Μια παρακόρη τότε τρέχοντας νερό σε στάμνα φέρνει,
χρυσή, πανώρια, κι από κάτω της ένα αργυρό λεγένι,
για να πλυθούν, κι ομπρός τους άπλωσε στραφταλιστά τραπέζι.
Ψωμί κι η σεβαστή κελάρισσα τους κουβαλάει, και πλήθος

140 εἴδατα πόλλ᾿ ἐπιθεῖσα, χαριζομένη παρεόντων:
δαιτρὸς δὲ κρειῶν πίνακας παρέθηκεν ἀείρας
παντοίων, παρὰ δέ σφι τίθει χρύσεια κύπελλα:
κῆρυξ δ᾿ αὐτοῖσιν θάμ᾿ ἐπῴχετο οἰνοχοεύων.
ἐς δ᾿ ἦλθον μνηστῆρες ἀγήνορες. οἱ μὲν ἔπειτα
φαγιά απιθώνει, απ᾿ ό,τι βρέθηκε καλό φιλεύοντάς τους.

Απλάδες κρέατα πήρε κι έφερε κι ο τραπεζάρης μπρος τους
λογής λογής, και πλάι τους έβαλε μαλαματένιες κούπες'
και κάθε τόσο ο κράχτης σίμωνε, κρασί να τους κεράσει.
Μαζί κι οι ξιπασμένοι μπήκανε μνηστήρες στο παλάτι

145 ἑξείης ἕζοντο κατὰ κλισμούς τε θρόνους τε,
τοῖσι δὲ κήρυκες μὲν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν,
σῖτον δὲ δμῳαὶ παρενήνεον ἐν κανέοισιν,
κοῦροι δὲ κρητῆρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο.
οἱ δ᾿ ἐπ᾿ ὀνείαθ᾿ ἑτοῖμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον.

και σε σκαμνιά και σε καθίσματα γραμμή εκαθίζαν όλοι.
Κι οι κράχτες πήραν και τους Ιχυναν νερό στα χέρια απάνω,
κι οι σκλάβες το ψωμί τους σώριαζαν μες σε πλεχτά πανέρια,
και τα κροντήρια τα παιδόπουλα κρασί τα ξεχείλιζαν.
Κι αυτοί στα ετοιμασμένα αντίκρυ τους φαγιά τα χέρια άπλωσαν

150 αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο
μνηστῆρες, τοῖσιν μὲν ἐνὶ φρεσὶν ἄλλα μεμήλει,
μολπή τ᾿ ὀρχηστύς τε: τὰ γὰρ τ᾿ ἀναθήματα δαιτός:
κῆρυξ δ᾿ ἐν χερσὶν κίθαριν περικαλλέα θῆκεν
Φημίῳ, ὅς ῥ᾿ ἤειδε παρὰ μνηστῆρσιν ἀνάγκῃ.
και σύντας του πιοτού θαράπεψαν και του φαγιού τον πόθο,
στο νου τους οι μνηστήρες έβαλαν κάτι άλλο — το τραγούδι
και το χορό, κι αυτά πρεπίζουνε τις τάβλες των ανθρώπων.
Κι ο κράχτης την πεντάμορφη έβαλε κιθάρα μες στα χέρια
του Φήμιου, στους μνηστήρες που 'ψαλλε συχνά, μα αθέλητα του.

155 ἦ τοι ὁ φορμίζων ἀνεβάλλετο καλὸν ἀείδειν.
αὐτὰρ Τηλέμαχος προσέφη γλαυκῶπιν Ἀθήνην,
ἄγχι σχὼν κεφαλήν, ἵνα μὴ πευθοίαθ᾿ οἱ ἄλλοι:
«ξεῖνε φίλ᾿, ἦ καὶ μοι νεμεσήσεαι ὅττι κεν εἴπω;
τούτοισιν μὲν ταῦτα μέλει, κίθαρις καὶ ἀοιδή,
Κι ως την κιθάρα εκείνος παίζοντας γλυκό τραγούδι εκίνα,
γυρνάει στην Αθηνά ο Τηλέμαχος και λέει, τη γλαυκομάτα,
κοντά κρατώντας το κεφάλι του, να μην ακούσουν οι άλλοι:
«Ξένε καλέ μου, κάτι αν σου 'λεγα, θα τα 'βαζες μαζί μου;
Τούτοι γι᾿ αυτά μονάχα νοιάζουνται, κιθάρα και τραγούδι'

160 ῥεῖ᾿, ἐπεὶ ἀλλότριον βίοτον νήποινον ἔδουσιν,
ἀνέρος, οὗ δή που λεύκ᾿ ὀστέα πύθεται ὄμβρῳ
κείμεν᾿ ἐπ᾿ ἠπείρου, ἢ εἰν ἁλὶ κῦμα κυλίνδει.
εἰ κεῖνόν γ᾿ Ἰθάκηνδε ἰδοίατο νοστήσαντα,
πάντες κ᾿ ἀρησαίατ᾿ ἐλαφρότεροι πόδας εἶναι

και τι τους μέλει, που αλογάριαστα το ξένο βιος ρημάζουν! —
κάποιου, που τ᾿ άσπρα του τα κόκαλα στη γης σαπίζουν κάπου
απ᾿ τις βροχές, για και στο πέλαγο τα κυλιντράει το κύμα.
Μα αν στην Ιθάκη τον αντίκριζαν μια μέρα γυρισμένο,
θα ευκιόνταν όλοι τους πιο γρήγοροι να γίνουν στα ποδάρια

165 ἢ ἀφνειότεροι χρυσοῖό τε ἐσθῆτός τε.
νῦν δ᾿ ὁ μὲν ὣς ἀπόλωλε κακὸν μόρον, οὐδέ τις ἡμῖν
θαλπωρή, εἴ πέρ τις ἐπιχθονίων ἀνθρώπων
φῇσιν ἐλεύσεσθαι: τοῦ δ᾿ ὤλετο νόστιμον ἦμαρ.
ἀλλ᾿ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον:
παρά σε ρούχα και σε μάλαμα πιο πλούσιοι να βρεθούνε.

Μα τώρα αυτός κακοθανάτισε! Και ποια η παρηγοριά μας
θαρρείς, σαν έρχεται ένας άνθρωπος απ᾿ όσους ζουν στον κόσμο
και λέει πως θα διαγείρει; Χάθηκε του γυρισμού του η μέρα!
Μον᾿ έλα τώρα, δώσε απόκριση, την πάσα αλήθεια πες μου:


170 τίς πόθεν εἰς ἀνδρῶν; πόθι τοι πόλις ἠδὲ τοκῆες;
ὁπποίης τ᾿ ἐπὶ νηὸς ἀφίκεο: πῶς δέ σε ναῦται

Ποιος είσαι; πούθε; που η πατρίδα σου και που οι γονιοί σου
εσένα;
10
ἤγαγον εἰς Ἰθάκην; τίνες ἔμμεναι εὐχετόωντο;
οὐ μὲν γὰρ τί σε πεζὸν ὀίομαι ἐνθάδ᾿ ἱκέσθαι.
καί μοι τοῦτ᾿ ἀγόρευσον ἐτήτυμον, ὄφρ᾿ ἐὺ εἰδῶ,

και ποιο είναι το καράβι που 'φτασες; οι ναύτες στην Ιθάκη
πως σ᾿ έφεραν μαθές; ποιοί πέτουνται πως είναι τάχα, πες μου'
στα μέρη ετούτα δε φαντάζουμαι πεζός φτασμένος να 'σαι!
Κι ακόμα αυτό σωστά μολόγα μου, καλά να καταλάβω:

175 ἠὲ νέον μεθέπεις ἦ καὶ πατρώιός ἐσσι
ξεῖνος, ἐπεὶ πολλοὶ ἴσαν ἀνέρες ἡμέτερον δῶ
ἄλλοι, ἐπεὶ καὶ κεῖνος ἐπίστροφος ἦν ἀνθρώπων.»
τὸν δ᾿ αὖτε προσέειπε θεά, γλαυκῶπις Ἀθήνη:
«τοιγὰρ ἐγώ τοι ταῦτα μάλ᾿ ἀτρεκέως ἀγορεύσω.

Τάχα πρωτόρχεσαι στον τόπο μας, για είσαι παλιάθε φίλος
του κύρη μου; πολλοί μας έρχουνταν μαθές στο σπίτι ξένοι
χρόνια παλιά, γιατί τριγύριζε πολύν κι εκείνος κόσμο.»
Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, του απηλογήθη κι είπε:
«Για τούτα τώρα που με ρώτησες θα πω την πάσα αλήθεια"

180 Μέντης Ἀγχιάλοιο δαί̈φρονος εὔχομαι εἶναι
υἱός, ἀτὰρ Ταφίοισι φιληρέτμοισιν ἀνάσσω.
νῦν δ᾿ ὧδε ξὺν νηὶ κατήλυθον ἠδ᾿ ἑτάροισιν
πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον ἐπ᾿ ἀλλοθρόους
ἀνθρώπους,
ἐς Τεμέσην μετὰ χαλκόν, ἄγω δ᾿ αἴθωνα σίδηρον.

πως είμαι γιος του Αγχίαλου πέτομαι του καστροπολεμάρχου᾿
Μέντη με λεν, κι οι καραβόχαροι Ταφιώτες μ᾿ έχουν ρήγα.
Εδώ έχω φτάσει με τους συντρόφους στο πλοίο μου΄ ταξιδεύω
για τόπο αλλόγλωσσο, την Τέμεσα, στο πέλαο το κρασάτο,
στραφταλιστό να δώσω σίδερο, χαλκό να πάρω πίσω.

185 νηῦς δέ μοι ἥδ᾿ ἕστηκεν ἐπ᾿ ἀγροῦ νόσφι πόληος,
ἐν λιμένι Ῥείθρῳ ὑπὸ Νηίῳ ὑλήεντι.
ξεῖνοι δ᾿ ἀλλήλων πατρώιοι εὐχόμεθ᾿ εἶναι
ἐξ ἀρχῆς, εἴ πέρ τε γέροντ᾿ εἴρηαι ἐπελθὼν
Λαέρτην ἥρωα, τὸν οὐκέτι φασὶ πόλινδε

Μακριά απ᾿ το κάστρο το καράβι μου στα ξώμερα προσμένει,
κάτω απ᾿ το Νήιο το πολύδεντρο, στο Ρείθρο το λιμάνι.
Και φίλοι γονικοί λογιόμαστε πως είμαστε από χρόνια
παλιά᾿ για τράβα, αν θες, στο γέροντα, τον αντρειανό Λαέρτη,
και ρώτα τον ακούω, δεν έρχεται στην πολιτεία πια τώρα,

190 ἔρχεσθ᾿, ἀλλ᾿ ἀπάνευθεν ἐπ᾿ ἀγροῦ πήματα πάσχειν
γρηὶ σὺν ἀμφιπόλῳ, ἥ οἱ βρῶσίν τε πόσιν τε
παρτιθεῖ, εὖτ᾿ ἄν μιν κάματος κατὰ γυῖα λάβῃσιν
ἑρπύζοντ᾿ ἀνὰ γουνὸν ἀλωῆς οἰνοπέδοιο.
νῦν δ᾿ ἦλθον: δὴ γάρ μιν ἔφαντ᾿ ἐπιδήμιον εἶναι,

μον᾿ έξω στα χωράφια κάθεται μακριά και τυραννιέται,
και μια γερόντισσα τον γνοιάζεται μπροστά του κουβαλώντας
φαγί, κρασί, σαν πια στο χτήμα του, στων αμπελιών τους όχτους,
σουρθεί ολημέρα κι απ᾿ τον κάματο του 'χουν λυθεί τα γόνα.
Με βλέπεις τώρα εδώ, τι ακούστηκε πως είχε πια διαγείρει

195 σὸν πατέρ': ἀλλά νυ τόν γε θεοὶ βλάπτουσι κελεύθου.
οὐ γάρ πω τέθνηκεν ἐπὶ χθονὶ δῖος Ὀδυσσεύς,
ἀλλ᾿ ἔτι που ζωὸς κατερύκεται εὐρέι πόντῳ
νήσῳ ἐν ἀμφιρύτῃ, χαλεποὶ δέ μιν ἄνδρες ἔχουσιν
ἄγριοι, οἵ που κεῖνον ἐρυκανόωσ᾿ ἀέκοντα.

ο κύρης σου᾿ θεοί όμως σίγουρα θα του αμπόδαν το δρόμο.
Όχι, ο Οδυσσέας ο αρχοντογέννητος δεν πέθανεν ακόμα!
Κάπου θα ζει σε θαλασσόζωστο νησί, περιορισμένος
απ᾿ το πλατύ το πέλαο, κι άπονοι τον δυναστεύουν άντρες,
άγριοι, που αμπόδια στο ταξίδι του θα βάζουν άθελα του.

200 αὐτὰρ νῦν τοι ἐγὼ μαντεύσομαι, ὡς ἐνὶ θυμῷ

ἀθάνατοι βάλλουσι καὶ ὡς τελέεσθαι ὀίω,
οὔτε τι μάντις ἐὼν οὔτ᾿ οἰωνῶν σάφα εἰδώς.
οὔ τοι ἔτι δηρόν γε φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης
ἔσσεται, οὐδ᾿ εἴ πέρ τε σιδήρεα δέσματ᾿ ἔχῃσιν:

Μαντεία θα κάνω τώρα κι άκου με, τι οι αθάνατοι μου δίνουν
την ώρα αύτη στα φρένα φώτιση, κι αυτό θαρρώ θα γένει,
κι ας μην κατέχω εγώ μαντέματα, κι απ᾿ όρνια ας μη γνωρίζω:
Καιρό πολύ από την πατρίδα του πια δε θα λείψει εκείνος'
ακόμα σιδερένιες άλυσες κι αν τον κρατούν δεμένο,

205 φράσσεται ὥς κε νέηται, ἐπεὶ πολυμήχανός ἐστιν.
ἀλλ᾿ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον,
εἰ δὴ ἐξ αὐτοῖο τόσος πάϊς εἰς Ὀδυσῆος.
αἰνῶς μὲν κεφαλήν τε καὶ ὄμματα καλὰ ἔοικας
κείνῳ, ἐπεὶ θαμὰ τοῖον ἐμισγόμεθ᾿ ἀλλήλοισιν,

θα βρει τον τρόπο λέω, πολύτεχνος ως είναι, να γυρίσει.
Μον᾿ έλα τώρα, δώσ᾿ μου απόκριση και την αλήθεια πες μου:
Γιο του ο Οδυσσέας να σ᾿ έχει γίνεται, τόσο τρανός που δείχνεις;
Τα όμορφα μάτια, το κεφάλι σου σα βλέπω, μου θυμίζεις
εκείνον, τι συναπαντιούμαστε πολλές φορές οι δυο μας,

210 πρίν γε τὸν ἐς Τροίην ἀναβήμεναι, ἔνθα περ ἄλλοι
Ἀργείων οἱ ἄριστοι ἔβαν κοίλῃς ἐνὶ νηυσίν:
ἐκ τοῦ δ᾿ οὔτ᾿ Ὀδυσῆα ἐγὼν ἴδον οὔτ᾿ ἔμ᾿ ἐκεῖνος.»
τὴν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«τοιγὰρ ἐγώ τοι, ξεῖνε, μάλ᾿ ἀτρεκέως ἀγορεύσω.

πριν για την Τροία κινήσει᾿ κι έφευγαν μαζί κι Αργίτες άλλοι
στα βαθουλά καράβια, οι κάλλιοι μας. Από τα χρόνια εκείνα
τον Οδυσσέα πια δεν αντίκρισα, μηδέ κι εμένα εκείνος.»
Κι ο γνωστικός γυρνάει Τηλέμαχος κι απηλογιά του δίνει:
«Την πάσα αλήθεια εγώ μιλώντας σου θα μολογήσω, ξένε'
215 μήτηρ μέν τέ μέ φησι τοῦ ἔμμεναι, αὐτὰρ ἐγώ γε
οὐκ οἶδ': οὐ γάρ πώ τις ἑὸν γόνον αὐτὸς ἀνέγνω.
ὡς δὴ ἐγώ γ᾿ ὄφελον μάκαρός νύ τευ ἔμμεναι υἱὸς
ἀνέρος, ὃν κτεάτεσσιν ἑοῖς ἔπι γῆρας ἔτετμε.
νῦν δ᾿ ὃς ἀποτμότατος γένετο θνητῶν ἀνθρώπων,

δικός του λέει πως είμαι η μάνα μου, μα εγώ που θες να ξέρω;
Ο άντρας ποιος είναι που μας έσπειρε κανένας δεν κατέχει.
Αχ, κάποιου ανθρώπου καλορίζικου να 'μουν υγιός, μακάρι,
που τόνε βρίσκουν τα γεράματα μες στα πολλά αγαθά του!
Μα τώρα αυτός που, ως λεν, με γέννησε, μια και ζητάς να μάθεις,

220 τοῦ μ᾿ ἔκ φασι γενέσθαι, ἐπεὶ σύ με τοῦτ᾿ ἐρεείνεις.»
τὸν δ᾿ αὖτε προσέειπε θεά, γλαυκῶπις Ἀθήνη:
«οὐ μέν τοι γενεήν γε θεοὶ νώνυμνον ὀπίσσω
θῆκαν, ἐπεὶ σέ γε τοῖον ἐγείνατο Πηνελόπεια.
ἀλλ᾿ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον:
μέσα στον κόσμον όλο εστάθηκεν ο πιο συφοριασμένος.»

Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, του απηλογήθη κι είπε:
«Ανέγνωρο οι θεοί το γένος σου και στα που θα 'ρθουν χρόνια
δεν άφησαν, αφού σε γέννησεν η Πηνελόπη τέτοιον!
Μον᾿ έλα τώρα, δώσ᾿ μου απόκριση και την αλήθεια πες μου:

225 τίς δαίς, τίς δὲ ὅμιλος ὅδ᾿ ἔπλετο; τίπτε δέ σε χρεώ;
εἰλαπίνη ἠὲ γάμος; ἐπεὶ οὐκ ἔρανος τάδε γ᾿ ἐστίν:
ὥς τέ μοι ὑβρίζοντες ὑπερφιάλως δοκέουσι
δαίνυσθαι κατὰ δῶμα. νεμεσσήσαιτό κεν ἀνὴρ
αἴσχεα πόλλ᾿ ὁρόων, ὅς τις πινυτός γε μετέλθοι.»



τι είναι το γλέντι αυτό κι η μάζωξη; γιατί το κάνεις; γάμος,
γιορτή 'ναι; τι δε μοιάζει να 'χετε συντροφικό τραπέζι.
Πολύ ξαδιάντροποι μου φαίνουνται, μεγάλη η ξιπασιά τους
στο σπίτι εδώ να τραπεζώνουνται᾿ ποιος μυαλωμένος άντρας
που εδώ θα 'ρχόταν δε θα θύμωνε, ντροπές θωρώντας τέτοιες;»

230 τὴν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«ξεῖν᾿, ἐπεὶ ἂρ δὴ ταῦτά μ᾿ ἀνείρεαι ἠδὲ μεταλλᾷς,
μέλλεν μέν ποτε οἶκος ὅδ᾿ ἀφνειὸς καὶ ἀμύμων
ἔμμεναι, ὄφρ᾿ ἔτι κεῖνος ἀνὴρ ἐπιδήμιος ἦεν:
νῦν δ᾿ ἑτέρως ἐβόλοντο θεοὶ κακὰ μητιόωντες,

Κι ο γνωστικός γυρνάει Τηλέμαχος κι απηλογιά της δίνει:
«Ξένε, για τούτα που με ρώτησες και θέλεις να τα μάθεις —
παλιά το σπίτι αυτό αψεγάδιαστο και πλούσιο πρέπει να 'ταν,
ο άντρας εκείνος όσο βρίσκουνταν στο κάστρο εδώ᾿ μα τώρα
κακό οι θεοί στα φρένα ελόγιασαν κι αλλιώς τ᾿ αποφασίσαν᾿

235
οἳ κεῖνον μὲν ἄιστον ἐποίησαν περὶ πάντων
ἀνθρώπων, ἐπεὶ οὔ κε θανόντι περ ὧδ᾿ ἀκαχοίμην,
εἰ μετὰ οἷς ἑτάροισι δάμη Τρώων ἐνὶ δήμῳ,
ἠὲ φίλων ἐν χερσίν, ἐπεὶ πόλεμον τολύπευσεν.
τῷ κέν οἱ τύμβον μὲν ἐποίησαν Παναχαιοί,

κείνον τον έκαναν ανάφαντο πιο απ᾿ όλους τους ανθρώπους᾿
αλήθεια, αν είχε βρει το θάνατο, δε θα λυπόμουν τόσο,
μα να 'χει ανάμεσα στους συντρόφους στων Τρωών τη χώρα
πέσει,
για, κι ως ετέλεψε τον πόλεμο, στα χέρια των δικών του.
Οι Αργίτες όλοι θα του σήκωναν τρανό μνημούρι τότε,

240 ἠδέ κε καὶ ᾧ παιδὶ μέγα κλέος ἤρατ᾿ ὀπίσσω.
νῦν δέ μιν ἀκλειῶς ἅρπυιαι ἀνηρείψαντο:
οἴχετ᾿ ἄιστος ἄπυστος, ἐμοὶ δ᾿ ὀδύνας τε γόους τε
κάλλιπεν. οὐδέ τι κεῖνον ὀδυρόμενος στεναχίζω
οἶον, ἐπεί νύ μοι ἄλλα θεοὶ κακὰ κήδε᾿ ἔτευξαν.

κι ακόμα η δόξα του θ᾿ απόμενε κλερονομιά στα γιο του.
Τώρα ποιος ξέρει πως τον άρπαξαν οι Ανεμικές κι εχάθη!
Επήγε ανάφαντος, ανάκουστος, και μένα αφήκε θρήνους
και στεναγμούς᾿ κι ουδέ που δέρνουμαι και μύρουμαι για κείνον
μονάχα, τι οι θεοί σε βάσανα μ᾿ έχουνε ρίξει κι άλλα:

245 ὅσσοι γὰρ νήσοισιν ἐπικρατέουσιν ἄριστοι,
Δουλιχίῳ τε Σάμῃ τε καὶ ὑλήεντι Ζακύνθῳ,
ἠδ᾿ ὅσσοι κραναὴν Ἰθάκην κάτα κοιρανέουσιν,
τόσσοι μητέρ᾿ ἐμὴν μνῶνται, τρύχουσι δὲ οἶκον.
ἡ δ᾿ οὔτ᾿ ἀρνεῖται στυγερὸν γάμον οὔτε τελευτὴν

αυτοί που τα νησιά αφεντεύουνε κι οι πιο τρανοί 'ναι αρχόντοι
στην πολυδασωμένη Ζάκυθο, στη Σάμη, στο Δουλίχι,
κι όσοι τρογύρα στην πετρόχαρην Ιθάκη ρηγαδεύουν,
όλοι ζητάνε τη μητέρα μου και καταλύουν το βιος μου.
Κι αυτή το γάμο τον οχτρεύεται, μα μήτε τον αρνιέται,

250 ποιῆσαι δύναται: τοὶ δὲ φθινύθουσιν ἔδοντες
οἶκον ἐμόν: τάχα δή με διαρραίσουσι καὶ αὐτόν.»
τὸν δ᾿ ἐπαλαστήσασα προσηύδα Παλλὰς Ἀθήνη:
«ὢ πόποι, ἦ δὴ πολλὸν ἀποιχομένου Ὀδυσῆος
δεύῃ, ὅ κε μνηστῆρσιν ἀναιδέσι χεῖρας ἐφείη.

μήτε να δώσει τέλος δύνεται᾿ το βιος μου εκείνοι ωστόσο
μου τρων και μου αφανίζουν γρήγορα και με θα φαν τον ίδιο!»
Τότε η Αθηνά Παλλάδα ξέσπασε και τέτοια του αποκρίθη:
«Ωχού, μεγάλη τον πατέρα σου το μισεμένο ανάγκη
τον έχεις, χέρι στους αδιάντροπους μνηστήρες για να βάλει.

255 εἰ γὰρ νῦν ἐλθὼν δόμου ἐν πρώτῃσι θύρῃσι
σταίη, ἔχων πήληκα καὶ ἀσπίδα καὶ δύο δοῦρε,
τοῖος ἐὼν οἷόν μιν ἐγὼ τὰ πρῶτ᾿ ἐνόησα
οἴκῳ ἐν ἡμετέρῳ πίνοντά τε τερπόμενόν τε,

Να 'ρχόταν τώρα λέει, να στέκουνταν στου παλατιού την πόρτα,
με το σκουτάρι και το κράνος του, τα δυο του τα κοντάρια,
τέτοιος, καθώς τον πρωτογνώρισα στο σπίτι το δικό μας
κρασί να πίνει ξεφαντώνοντας, τη μέρα που γυρνούσε
ἐξ Ἐφύρης ἀνιόντα παρ᾿ Ἴλου Μερμερίδαο--

 απ᾿ την Εφύρη, από του Μέρμερου το γιο τον Ίλο πίσω!
260 ᾤχετο γὰρ καὶ κεῖσε θοῆς ἐπὶ νηὸς Ὀδυσσεὺς
φάρμακον ἀνδροφόνον διζήμενος, ὄφρα οἱ εἴη
ἰοὺς χρίεσθαι χαλκήρεας: ἀλλ᾿ ὁ μὲν οὔ οἱ
δῶκεν, ἐπεί ῥα θεοὺς νεμεσίζετο αἰὲν ἐόντας,
ἀλλὰ πατήρ οἱ δῶκεν ἐμός: φιλέεσκε γὰρ αἰνῶς--

τι πήγε κι ως εκεί με γρήγορο πλεούμενο ο Οδυσσέας,
φαρμακερά ζητώντας βότανα, για να 'χει και ν᾿ αλείφει
τις χαλκομύτικες σαγίτες του᾿ μα εκείνος του το αρνήστη,
τι είχε το φόβο πως οι αθάνατοι θεοί θα του θυμώναν
όμως ο κύρης μου του τα 'δωκεν από περίσσια αγάπη.

265 τοῖος ἐὼν μνηστῆρσιν ὁμιλήσειεν Ὀδυσσεύς:
πάντες κ᾿ ὠκύμοροί τε γενοίατο πικρόγαμοί τε.
ἀλλ᾿ ἦ τοι μὲν ταῦτα θεῶν ἐν γούνασι κεῖται,
ἤ κεν νοστήσας ἀποτίσεται, ἦε καὶ οὐκί,
οἷσιν ἐνὶ μεγάροισι: σὲ δὲ φράζεσθαι ἄνωγα,

Τέτοιος και τώρα εδώ να γύριζε να σμίξει τους μνηστήρες,
πικρός ο γάμος θα τους έβγαινε, γοργός ο θάνατος τους!
Όμως στα χέρια των αθάνατων είναι όλα κρεμασμένα'
μπορεί να 'ρθεί ξανά στο σπίτι του και γδικιωμό να πάρει,
μπορεί να μην έρθει. Θα σου 'λεγα και συ να το λογιάσεις,
270

ὅππως κε μνηστῆρας ἀπώσεαι ἐκ μεγάροιο.
εἰ δ᾿ ἄγε νῦν ξυνίει καὶ ἐμῶν ἐμπάζεο μύθων:
αὔριον εἰς ἀγορὴν καλέσας ἥρωας Ἀχαιοὺς
μῦθον πέφραδε πᾶσι, θεοὶ δ᾿ ἐπὶ μάρτυροι ἔστων.
μνηστῆρας μὲν ἐπὶ σφέτερα σκίδνασθαι ἄνωχθι,

πως θα μπορέσεις απ᾿ το σπίτι σου να διώξεις τους μνηστήρες.
Βάλε λοιπόν αφτί στα λόγια μου και καλοπρόσεξέ τα:
Τους αντρειανούς Αργίτες κάλεσε ταχιά σε συναγώγι,
και σε όλους πες τι θέλεις, βάζοντας και τους θεούς μαρτύρους'
και πρώτα απ᾿ τους μνηστήρες γύρεψε στα σπίτια τους να
φύγουν.

275 μητέρα δ᾿, εἴ οἱ θυμὸς ἐφορμᾶται γαμέεσθαι,
ἂψ ἴτω ἐς μέγαρον πατρὸς μέγα δυναμένοιο:
οἱ δὲ γάμον τεύξουσι καὶ ἀρτυνέουσιν ἔεδνα
πολλὰ μάλ᾿, ὅσσα ἔοικε φίλης ἐπὶ παιδὸς ἕπεσθαι.
σοὶ δ᾿ αὐτῷ πυκινῶς ὑποθήσομαι, αἴ κε πίθηαι:

Η μάνα σου απ᾿ την άλλη, αν έστρεξε το γάμο πια η καρδιά της,
πίσω ας διαγείρει στου πατέρα της, που 'χει περίσσια πλούτη'
κι εκείνοι θα γνοιαστούν το γάμο της, θα φτιάξουν τα προικιά της
αρίφνητα, στη θυγατέρα τους την ακριβή ως ταιριάζει.
Όσο για σε τον ίδιον, άκουσε τη γνωστικιά μου ορμήνια

280 νῆ᾿ ἄρσας ἐρέτῃσιν ἐείκοσιν, ἥ τις ἀρίστη,
ἔρχεο πευσόμενος πατρὸς δὴν οἰχομένοιο,
ἤν τίς τοι εἴπῃσι βροτῶν, ἢ ὄσσαν ἀκούσῃς
ἐκ Διός, ἥ τε μάλιστα φέρει κλέος ἀνθρώποισι.
πρῶτα μὲν ἐς Πύλον ἐλθὲ καὶ εἴρεο Νέστορα δῖον,

Το πιο γερό καράβι κι είκοσι να πάρεις κουπολάτες,
να πας να μάθεις για τον κύρη σου, που τόσα χρόνια λείπει'
μήπως σου πει κανένας άνθρωπος για ακούσεις απ᾿ το Δία
λόγο τυχόν, που απλώνει το άκουσμα πιο γρήγορα στον κόσμο.
Ρώτα, στην Πύλο ως πας, το Νέστορα τον αντρειωμένο πρώτα

285 κεῖθεν δὲ Σπάρτηνδε παρὰ ξανθὸν Μενέλαον:
ὃς γὰρ δεύτατος ἦλθεν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων.
εἰ μέν κεν πατρὸς βίοτον καὶ νόστον ἀκούσῃς,
ἦ τ᾿ ἂν τρυχόμενός περ ἔτι τλαίης ἐνιαυτόν:
εἰ δέ κε τεθνηῶτος ἀκούσῃς μηδ᾿ ἔτ᾿ ἐόντος,

και τον ξανθό Μενέλαο φτάνοντας στη Σπάρτη, τι ήρθε απ᾿ όλους
τους Αχαιούς τους χαλκοθώρακους στερνές ετούτος πίσω.
Αν τώρα μάθεις για τον κύρη σου πως ζει και θα διαγείρει,
υπομονέψου, κι ας παιδεύεσαι, κανένα χρόνο ακόμα.
Αν όμως μάθεις πως απόθανε και πια το φως δε βλέπει,

290 νοστήσας δὴ ἔπειτα φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
σῆμά τέ οἱ χεῦαι καὶ ἐπὶ κτέρεα κτερεί̈ξαι
πολλὰ μάλ᾿, ὅσσα ἔοικε, καὶ ἀνέρι μητέρα δοῦναι.
αὐτὰρ ἐπὴν δὴ ταῦτα τελευτήσῃς τε καὶ ἔρξῃς,
φράζεσθαι δὴ ἔπειτα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμὸν

τότε στα χώματα διαγέρνοντας της γης της πατρικής σου
μνημούρι να του ασκώσεις και πολλές θυσίες, καθώς ταιριάζει,
να του προσφέρεις, και τη μάνα σου να δώσεις σε άλλον άντρα.
Και πια σαν κάνεις τούτα που όρισα και τα τελέψεις όλα,
στο νου και στην καρδιά σου βάλε το και καλολόγιασέ το

295 ὅππως κε μνηστῆρας ἐνὶ μεγάροισι τεοῖσι
κτείνῃς ἠὲ δόλῳ ἢ ἀμφαδόν: οὐδέ τί σε χρὴ
νηπιάας ὀχέειν, ἐπεὶ οὐκέτι τηλίκος ἐσσι.
ἢ οὐκ ἀίεις οἷον κλέος ἔλλαβε δῖος Ὀρέστης
πάντας ἐπ᾿ ἀνθρώπους, ἐπεὶ ἔκτανε πατροφονῆα,

πως θα σκοτώσεις στο παλάτι σου τους αντρειανούς μνηστήρες,
για φανερά για ξεπλανώντας τους με δόλο᾿ δεν ταιριάζει
να μωρουδίζεις, τι τα χρόνια σου δεν είναι δα και λίγα!
Μη δεν ακούς τη δόξα που 'λαβεν ο αρχοντικός Ορέστης;
Το δολερό φονιά του κύρη του, τον Αίγιστο, γδικιώθη,

300 Αἴγισθον δολόμητιν, ὅ οἱ πατέρα κλυτὸν ἔκτα;
καὶ σύ, φίλος, μάλα γάρ σ᾿ ὁρόω καλόν τε μέγαν τε,

που 'χε σκοτώσει τον πατέρα του, κι ακούστηκε στον κόσμο.

Και συ, καλέ, — θωρώ τη χάρη σου, θωρώ την ελικιά σου —

ἄλκιμος ἔσσ᾿, ἵνα τίς σε καὶ ὀψιγόνων ἐὺ εἴπῃ.
αὐτὰρ ἐγὼν ἐπὶ νῆα θοὴν κατελεύσομαι ἤδη
ἠδ᾿ ἑτάρους, οἵ πού με μάλ᾿ ἀσχαλόωσι μένοντες:

κάμε καρδιά, που κι οι μελλούμενες γενιές να σε δοξάζουν.
Μα είναι καιρός εγώ στο γρήγορο καράβι να κατέβω
και στους συντρόφους, που ανυπόμονοι προσμένουν να γυρίσω.

305 σοὶ δ᾿ αὐτῷ μελέτω, καὶ ἐμῶν ἐμπάζεο μύθων.»
τὴν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«ξεῖν᾿, ἦ τοι μὲν ταῦτα φίλα φρονέων ἀγορεύεις,
ὥς τε πατὴρ ᾧ παιδί, καὶ οὔ ποτε λήσομαι αὐτῶν.
ἀλλ᾿ ἄγε νῦν ἐπίμεινον, ἐπειγόμενός περ ὁδοῖο,

Εσύ θυμήσου την ορμήνια μου κι ατός σου γνοιάζου τούτα.»
Κι ο γνωστικός γυρνάει Τηλέμαχος κι απηλογιά της δίνει:
«Αλήθεια, ξένε, καλοπρόθετα τα λόγια σου, σαν κύρη
το γιο του που αρμηνεύει᾿ πάντα μου θα τα κρατώ στα φρένα.
Όμως ακόμα λίγο πρόσμενε, κι ας βιάζεσαι να φύγεις'
310
ὄφρα λοεσσάμενός τε τεταρπόμενός τε φίλον κῆρ,
δῶρον ἔχων ἐπὶ νῆα κίῃς, χαίρων ἐνὶ θυμῷ,
τιμῆεν, μάλα καλόν, ὅ τοι κειμήλιον ἔσται
ἐξ ἐμεῦ, οἷα φίλοι ξεῖνοι ξείνοισι διδοῦσι.»
τὸν δ᾿ ἠμείβετ᾿ ἔπειτα θεά, γλαυκῶπις Ἀθήνη:

και σύντας πια λουστείς και τρώγοντας φραθείς, το δρόμο
παίρνεις
για το καράβι σου χαρούμενος, κρατώντας κάποιο δώρο
πανέμορφο και πολυτίμητο, δικό μου θυμητάρι,
να το φυλάς, οι φίλοι ως δίνουνε στους φίλους απ᾿ άγάπη.»
Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, του απηλογήθη κι είπε:

315 «μή μ᾿ ἔτι νῦν κατέρυκε, λιλαιόμενόν περ ὁδοῖο.
δῶρον δ᾿ ὅττι κέ μοι δοῦναι φίλον ἦτορ ἀνώγῃ,
αὖτις ἀνερχομένῳ δόμεναι οἶκόνδε φέρεσθαι,
καὶ μάλα καλὸν ἑλών: σοὶ δ᾿ ἄξιον ἔσται ἀμοιβῆς.»
ἡ μὲν ἄρ᾿ ὣς εἰποῦσ᾿ ἀπέβη γλαυκῶπις Ἀθήνη,

«Θέλω να φύγω, πια ετοιμάστηκα, το δρόμο μη μου κόβεις!
Κι όποιο η καρδιά σου τώρα σ᾿ έσπρωξε να μου διαλέξεις δώρο,
σα θα διαγέρνω, χάρισε μου το᾿ να 'ναι όμορφο μονάχα,
στο σπίτι να το πάω κι αντίδωρο παράξιο να σου δώσω.»
Είπε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, κι εχάθη από μπροστά του,

320 ὄρνις δ᾿ ὣς ἀνόπαια διέπτατο: τῷ δ᾿ ἐνὶ θυμῷ
θῆκε μένος καὶ θάρσος, ὑπέμνησέν τέ ἑ πατρὸς
μᾶλλον ἔτ᾿ ἢ τὸ πάροιθεν. ὁ δὲ φρεσὶν ᾗσι νοήσας
θάμβησεν κατὰ θυμόν: ὀίσατο γὰρ θεὸν εἶναι.
αὐτίκα δὲ μνηστῆρας ἐπῴχετο ἰσόθεος φώς.

ψηλά σαν όρνιο φτερουγίζοντας, και στην ψυχή κουράγιο
κι ορμή του φύσηξε, τη θύμηση του κύρη του ξυπνώντας
πιο δυνατή από πρώτα μέσα του᾿ κι εκείνος το νογήθη
κι απόμεινε χαμένος᾿ το 'νιωσε μαθές θεός πως ήταν.
Κι ευτύς ο ισόθεος άντρας κίνησε να σμίξει τους μνηστήρες.

325 τοῖσι δ᾿ ἀοιδὸς ἄειδε περικλυτός, οἱ δὲ σιωπῇ
ἥατ᾿ ἀκούοντες: ὁ δ᾿ Ἀχαιῶν νόστον ἄειδε
λυγρόν, ὃν ἐκ Τροίης ἐπετείλατο Παλλὰς Ἀθήνη.
τοῦ δ᾿ ὑπερωιόθεν φρεσὶ σύνθετο θέσπιν ἀοιδὴν
κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρων Πηνελόπεια:

Κι ο τραγουδάρης ο περίλαμπρος στους άλλους τραγουδούσε,
που εκάθουνταν κι άκουγαν άλαλοι, το γυρισμό απ᾿ την Τροία
των Αχαιών, πως τους τον έκανε πολύ πικρό η Παλλάδα.
Κι η Πηνελόπη ξάφνου, η φρόνιμη του Ικάριου θυγατέρα,
στο ανώι καθώς βρισκόταν, άκουσε το αθάνατο τραγούδι'

330 κλίμακα δ᾿ ὑψηλὴν κατεβήσετο οἷο δόμοιο,
οὐκ οἴη, ἅμα τῇ γε καὶ ἀμφίπολοι δύ᾿ ἕποντο.
ἡ δ᾿ ὅτε δὴ μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν,
στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο,
ἄντα παρειάων σχομένη λιπαρὰ κρήδεμνα:

μεμιάς την αψηλή κατέβηκε του παλατιού της σκάλα,
όχι μονάχη᾿ δυο ξοπίσω της την ακλουθούσαν βάγιες.
Και τους μνηστήρες ως αντίκρισε των γυναικών το θάμα,
σε μια κολόνα δίπλα εστάθηκε της στεριάς στέγης, κι είχε
κρυμμένα ολόγυρα τα μάγουλα με στραφτερή μαντίλα'

335 ἀμφίπολος δ᾿ ἄρα οἱ κεδνὴ ἑκάτερθε παρέστη.
δακρύσασα δ᾿ ἔπειτα προσηύδα θεῖον ἀοιδόν:
«Φήμιε, πολλὰ γὰρ ἄλλα βροτῶν θελκτήρια οἶδας,
ἔργ᾿ ἀνδρῶν τε θεῶν τε, τά τε κλείουσιν ἀοιδοί:
τῶν ἕν γέ σφιν ἄειδε παρήμενος, οἱ δὲ σιωπῇ

κι οι μπιστεμένες βάγιες πήρανε δεξοζερβά της θέση᾿
κι εκείνη δακρυσμένη εμίλησε στο θείο τον τραγουδάρη:
«Πολλά είναι, Φήμιε, τα πλανέματα που ξέρεις για τον κόσμο,
αντραγαθιές θνητών κι αθάνατων, που γίνηκαν τραγούδι.
Ένα απ᾿ αυτά, όποιο θες, καθούμενος τραγουδά τους, κι εκείνοι

340 οἶνον πινόντων: ταύτης δ᾿ ἀποπαύε᾿ ἀοιδῆς
λυγρῆς, ἥ τέ μοι αἰεὶ ἐνὶ στήθεσσι φίλον κῆρ
τείρει, ἐπεί με μάλιστα καθίκετο πένθος ἄλαστον.
τοίην γὰρ κεφαλὴν ποθέω μεμνημένη αἰεί,
ἀνδρός, τοῦ κλέος εὐρὺ καθ᾿ Ἑλλάδα καὶ μέσον
Ἄργος.»

να πίνουν το κρασί τους άλαλοι᾿ μα το τραγούδι ετούτο
το θλιβερό παράτα! Σκίζεται κάθε φορά η καρδιά μου,
τι εμένα έχει χτυπήσει αξέχαστος καημός πιο πάνω απ᾿ όλους'
δεν τον ξεχνώ τον αντρειωμένο μου, που μου 'χει λείψει κι είναι
στο Άργός βαθιά απλωμένη η δόξα του και στην Ελλάδα πάσα.»



345 τὴν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«μῆτερ ἐμή, τί τ᾿ ἄρα φθονέεις ἐρίηρον ἀοιδὸν
τέρπειν ὅππῃ οἱ νόος ὄρνυται; οὔ νύ τ᾿ ἀοιδοὶ
αἴτιοι, ἀλλά ποθι Ζεὺς αἴτιος, ὅς τε δίδωσιν
ἀνδράσιν ἀλφηστῇσιν, ὅπως ἐθέλῃσιν, ἑκάστῳ.

Κι ο γνωστικός γυρνάει Τηλέμαχος κι απηλογιά της δίνει:
Τον τιμημένο τραγουδάρη μας για δεν αφήνεις, μάνα,
να μας ευφραίνει με ό,τι του 'ρχεται στο νου; Οι τραγουδιστάδες
τι φταιν; ο Δίας μονάχα, θα 'λεγα, μας φταίει, που στον καθέναν
απ᾿ τους θνητούς τους δουλευτάρηδες ό,τι του δόξει δίνει.

350 τούτῳ δ᾿ οὐ νέμεσις Δαναῶν κακὸν οἶτον ἀείδειν:
τὴν γὰρ ἀοιδὴν μᾶλλον ἐπικλείουσ᾿ ἄνθρωποι,
ἥ τις ἀκουόντεσσι νεωτάτη ἀμφιπέληται.
σοί δ᾿ ἐπιτολμάτω κραδίη καὶ θυμὸς ἀκούειν:
οὐ γὰρ Ὀδυσσεὺς οἶος ἀπώλεσε νόστιμον ἦμαρ

Γιατί με τούτον να τα βάζουμε, των Δαναών αν ψάλλει
τη μαύρη μοίρα; Ο κόσμος πιότερο δοξάζει απ᾿ τα τραγούδια
εκείνο πάντα, που ως ακούγεται, καινούργιο δείχνει να 'ναι.
Υπομονέψου τώρα κι άκου το, κι ας σφίγγεται η καρδιά σου'
μόνο ο Οδυσσέας δεν είναι που 'χασε του γυρισμού τη μέρα

355 ἐν Τροίῃ, πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι φῶτες ὄλοντο.
ἀλλ᾿ εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ σ᾿ αὐτῆς ἔργα κόμιζε,
ἱστόν τ᾿ ἠλακάτην τε, καὶ ἀμφιπόλοισι κέλευε
ἔργον ἐποίχεσθαι: μῦθος δ᾿ ἄνδρεσσι μελήσει
πᾶσι, μάλιστα δ᾿ ἐμοί: τοῦ γὰρ κράτος ἔστ᾿ ἐνὶ οἴκῳ.»

στην Τροία κει κάτω᾿ κι άλλοι εχάθηκαν, πολλοί κι αντριγιωμένοι.
Μα εσύ στην κάμαρα σου πήγαινε και τις δουλειές σου κοίτα,
τον αργαλειό, τη ρόκα, πρόσταζε κι οι βάγιες να δουλεύουν
τα πολλά λόγια δεν ταιριάζουνε παρά στους άντρες μόνο,
κι απ᾿ όλους πιο σε μένα᾿ κύβερνος εγώ είμαι του σπιτιού μου!»

360 ἡ μὲν θαμβήσασα πάλιν οἶκόνδε βεβήκει:
παιδὸς γὰρ μῦθον πεπνυμένον ἔνθετο θυμῷ.
ἐς δ᾿ ὑπερῷ᾿ ἀναβᾶσα σὺν ἀμφιπόλοισι γυναιξὶ
κλαῖεν ἔπειτ᾿ Ὀδυσῆα φίλον πόσιν, ὄφρα οἱ ὕπνον
ἡδὺν ἐπὶ βλεφάροισι βάλε γλαυκῶπις Ἀθήνη.

Εκείνη εσάστισε, και βάζοντας τα μυαλωμένα λόγια
του γιου της στην καρδιά ξεκίνησε στην κάμαρα της πίσω'
κι όπως ανέβη με τις βάγιες της στο ανώι, για να πλαγιάσει,
τον Οδυσσέα θυμήθη κι έκλαιγε, τον άντρα της, ωσόπου
της έχυσε η Αθηνά η γλαυκόματη γλυκό στα μάτια γύπνο.

365 μνηστῆρες δ᾿ ὁμάδησαν ἀνὰ μέγαρα σκιόεντα,
πάντες δ᾿ ἠρήσαντο παραὶ λεχέεσσι κλιθῆναι.
τοῖσι δὲ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἤρχετο μύθων:
«μητρὸς ἐμῆς μνηστῆρες ὑπέρβιον ὕβριν ἔχοντες,
νῦν μὲν δαινύμενοι τερπώμεθα, μηδὲ βοητὺς

Κι ασκώσαν οι μνηστήρες τάραχο στον ισκιερό αντρωνίτη,
κι ευχόνταν δυνατά ο καθένας τους να κοιμηθεί μαζί της'
κι άνοιξε πρώτος ο Τηλέμαχος ο γνωστικός το λόγο:
«Της μάνας μου μνηστήρες πέρφανοι, περίσσια αδικοπράχτες,
τώρα ας χαρούμε το τραπέζι μας, κι η χλαλοή να πάψει.

370 ἔστω, ἐπεὶ τόδε καλὸν ἀκουέμεν ἐστὶν ἀοιδοῦ
τοιοῦδ᾿ οἷος ὅδ᾿ ἐστί, θεοῖς ἐναλίγκιος αὐδήν.
ἠῶθεν δ᾿ ἀγορήνδε καθεζώμεσθα κιόντες
πάντες, ἵν᾿ ὕμιν μῦθον ἀπηλεγέως ἀποείπω,
ἐξιέναι μεγάρων: ἄλλας δ᾿ ἀλεγύνετε δαῖτας,

Αλήθεια, είναι όμορφο να κάθεσαι ν᾿ ακούς τον τραγουδάρη,
φωνή ως θεού σαν έχει μάλιστα, καθώς ετούτος τώρα.
Μα μόλις πάρουν τα χαράματα, στη σύναξη να πάμε
όλοι, ξεκάθαρα τη γνώμη μου να σας τη φανερώσω —
να πάρτε δρόμο απ᾿ το παλάτι μου! Γνοιαστείτε γι᾿ άλλες τάβλες,

375 ὑμὰ κτήματ᾿ ἔδοντες, ἀμειβόμενοι κατὰ οἴκους.
εἰ δ᾿ ὕμιν δοκέει τόδε λωίτερον καὶ ἄμεινον
ἔμμεναι, ἀνδρὸς ἑνὸς βίοτον νήποινον ὀλέσθαι,
κείρετ': ἐγὼ δὲ θεοὺς ἐπιβώσομαι αἰὲν ἐόντας,
αἴ κέ ποθι Ζεὺς δῷσι παλίντιτα ἔργα γενέσθαι:

και συναλλάζοντας τα σπίτια σας από το βιος σας τρώτε!
Ξον πιο συφερτικό αν το κρίνετε πως είναι και πιο δίκιο
το βιος ν᾿ αφανιστεί αξεπλέρωτο μονάχα ενός ανθρώπου.
Χαλάτε το! Μα τους αθάνατους θεούς εγώ θα κράξω,
αν δώσει ο Δίας να πάρω εγδίκηση για τις δουλειές ετούτες,

380 νήποινοί κεν ἔπειτα δόμων ἔντοσθεν ὄλοισθε.»
«ὣς ἔφαθ᾿, οἱ δ᾿ ἄρα πάντες ὀδὰξ ἐν χείλεσι φύντες
Τηλέμαχον θαύμαζον, ὃ θαρσαλέως ἀγόρευεν.
τὸν δ᾿ αὖτ᾿ Ἀντίνοος προσέφη, Εὐπείθεος υἱός:

«Τηλέμαχ᾿, ἦ μάλα δή σε διδάσκουσιν θεοὶ αὐτοὶ
να βρείτε μέσα εδώ το θάνατο χωρίς ξεπλερωμή μου.»

Αυτά είπε, κι όλοι τους εδάγκασαν τα χείλια σαστισμένοι
απ᾿ το κουράγιο του Τηλέμαχου, που μίλησε έτσι αντρίκεια.

Κι ο γιος του Ευπείθη, ο Αντίνοος, γύρισε κι απηλογήθη κι είπε:
«Τηλέμαχε, οι θεοί θα σ᾿ έμαθαν το δίχως άλλο ατοί τους

385 ὑψαγόρην τ᾿ ἔμεναι καὶ θαρσαλέως ἀγορεύειν:
μὴ σέ γ᾿ ἐν ἀμφιάλῳ Ἰθάκῃ βασιλῆα Κρονίων
ποιήσειεν, ὅ τοι γενεῇ πατρώιόν ἐστιν.»
τὸν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«Ἀντίνο᾿, ἦ καί μοι νεμεσήσεαι ὅττι κεν εἴπω;

να μας μιλάς με τόση ξέπαρση και με κουράγιο τόσο!
μονάχα ο Δίας στη θαλασσόζωστη να μη μας δώσει Ιθάκη,
κι ας το 'χεις γονικό απ᾿ τον κύρη σου, να γίνεις βασιλιάς μας!»
Κι ο γνωστικός γυρνάει Τηλέμαχος κι απηλογιά του δίνει:
«Αντίνοε, κάτι τώρα αν σου 'λεγα, θα τα 'βαζες μαζί μου;
390 καὶ κεν τοῦτ᾿ ἐθέλοιμι Διός γε διδόντος ἀρέσθαι.
ἦ φῂς τοῦτο κάκιστον ἐν ἀνθρώποισι τετύχθαι;
οὐ μὲν γάρ τι κακὸν βασιλευέμεν: αἶψά τέ οἱ δῶ
ἀφνειὸν πέλεται καὶ τιμηέστερος αὐτός.
ἀλλ᾿ ἦ τοι βασιλῆες Ἀχαιῶν εἰσὶ καὶ ἄλλοι

Ο Δίας αν το 'δινε, θα μου άρεσε να γίνω βασιλιάς σας!
Θαρρείς πως είναι το χειρότερο που βρίσκεται στον κόσμο;
Να ρηγαδεύεις δε μου φαίνεται κακό᾿ γοργά γεμίζει
το σπίτι από καλά και γίνεσαι και συ πιο τιμημένος.
Ωστόσο εδώ στη θαλασσόζωστην Ιθάκη μέσα κι άλλοι

395
πολλοὶ ἐν ἀμφιάλῳ Ἰθάκῃ, νέοι ἠδὲ παλαιοί,
τῶν κέν τις τόδ᾿ ἔχῃσιν, ἐπεὶ θάνε δῖος Ὀδυσσεύς:
αὐτὰρ ἐγὼν οἴκοιο ἄναξ ἔσομ᾿ ἡμετέροιο
καὶ δμώων, οὕς μοι ληίσσατο δῖος Ὀδυσσεύς.»
τὸν δ᾿ αὖτ᾿ Εὐρύμαχος Πολύβου πάϊς ἀντίον ηὔδα:

βασιλαρχόντοι Αργίτες βρίσκουνται πολλοί, και νιοί και γέροι"
μια κι ο Οδυσσέας εχάθη, κάποιος τους το βασιλίκι ας πάρει.
Όμως στο σπίτι και στους σκλάβους μας, που κούρσεψε ο
Οδυσσέας
ο αρχοντικός για μένα, κύβερνος εγώ θα μείνω μόνο!»
Κι ο Ευρύμαχος, ο γιος του Πόλυβου, του απηλογήθη κι εϊπε:

400 «Τηλέμαχ᾿, ἦ τοι ταῦτα θεῶν ἐν γούνασι κεῖται,
ὅς τις ἐν ἀμφιάλῳ Ἰθάκῃ βασιλεύσει Ἀχαιῶν:
κτήματα δ᾿ αὐτὸς ἔχοις καὶ δώμασιν οἷσιν ἀνάσσοις.
μὴ γὰρ ὅ γ᾿ ἔλθοι ἀνὴρ ὅς τίς σ᾿ ἀέκοντα βίηφιν
κτήματ᾿ ἀπορραίσει, Ἰθάκης ἔτι ναιετοώσης.

«Τούτα θεών βουλή, Τηλέμαχε, τα κυβερνά, ποιος θα 'ναι
ο Αργίτης που στη θαλασσόζωστη θα ρηγαδέψέι Ιθάκη.
Μα εσύ το σπίτι σου κυβέρνα το, και κράτα και το βιος σου᾿
όσον καιρόν η Ιθάκη ακούγεται στον κόσμο πως υπάρχει,
να μη βρεθεί κανείς τα πλούτη σου ν᾿ αρπάξει αθέλητα σου.

405 ἀλλ᾿ ἐθέλω σε, φέριστε, περὶ ξείνοιο ἐρέσθαι,
ὁππόθεν οὗτος ἀνήρ, ποίης δ᾿ ἐξ εὔχεται εἶναι
γαίης, ποῦ δέ νύ οἱ γενεὴ καὶ πατρὶς ἄρουρα.
ἠέ τιν᾿ ἀγγελίην πατρὸς φέρει ἐρχομένοιο,
ἦ ἑὸν αὐτοῦ χρεῖος ἐελδόμενος τόδ᾿ ἱκάνει;

Μα για τον ξένο σου, αρχοντόγεννε, να σε ρωτήσω θέλω:
ποιος είναι; πούθε; από ποια πέτεται πως ήρθε χώρα τάχα;
Η γης η πατρική κι η φύτρα του που βρίσκουνται στον κόσμο;
Τάχα μη σου 'φερε το μήνυμα πως έρχεται ο γονιός σου,
για και στα μέρη αυτά τον έσπρωξε δικιά του ανάγκη μόνο;

410 οἷον ἀναί̈ξας ἄφαρ οἴχεται, οὐδ᾿ ὑπέμεινε
γνώμεναι: οὐ μὲν γάρ τι κακῷ εἰς ὦπα ἐῴκει.»
τὸν δ᾿ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα:
«Εὐρύμαχ᾿, ἦ τοι νόστος ἀπώλετο πατρὸς ἐμοῖο:
οὔτ᾿ οὖν ἀγγελίῃ ἔτι πείθομαι, εἴ ποθεν ἔλθοι,

Πως ξαφνικά πετάχτη κι έφυγε, χωρίς να περιμένει
να γνωριστούμε! Και δεν έμοιαζε στην όψη τιποτένιος!»
Κι ο γνωστικός γυρνάει Τηλέμαχος κι απηλογιά του δίνει:
«Ξέρε το, Ευρύμαχε, ο πατέρας μου ξοπίσω δε γυρίζει!
Κι αν έρθει κάπουθε ένα μήνυμα, πια εγώ δεν το πιστεύω'

415 οὔτε θεοπροπίης ἐμπάζομαι, ἥν τινα μήτηρ
ἐς μέγαρον καλέσασα θεοπρόπον ἐξερέηται.
ξεῖνος δ᾿ οὗτος ἐμὸς πατρώιος ἐκ Τάφου ἐστίν,
Μέντης δ᾿ Ἀγχιάλοιο δαί̈φρονος εὔχεται εἶναι
υἱός, ἀτὰρ Ταφίοισι φιληρέτμοισιν ἀνάσσει.»

κι ούτε με νιάζουν τα μαντέματα, σα θα φωνάξει κάποιον
στο σπίτι μαντολόγο η μάνα μου, τι απόγινε να μάθει.
Μα τούτον φίλο από τον κύρη μου τον έχω, από την Τάφο"
Μέντη τον λεν, του Αγχίαλου πέτεται του αδείλιαστου πως είναι
υγιός, και μες στους καραβόχαρους Ταφιώτες ρηγαδεύει.»

420 ὣς φάτο Τηλέμαχος, φρεσὶ δ᾿ ἀθανάτην θεὸν ἔγνω.
οἱ δ᾿ εἰς ὀρχηστύν τε καὶ ἱμερόεσσαν ἀοιδὴν
τρεψάμενοι τέρποντο, μένον δ᾿ ἐπὶ ἕσπερον ἐλθεῖν.
τοῖσι δὲ τερπομένοισι μέλας ἐπὶ ἕσπερος ἦλθε:
δὴ τότε κακκείοντες ἔβαν οἶκόνδε ἕκαστος.

Είπε, μα εντός του την αθάνατη θεά είχε νιώσει που 'ρθε.
Κι εκείνοι στο χορό το γύρισαν και στο γλυκό τραγούδι,
και περίμεναν ξεφαντώνοντας το βράδυ, πότε θα 'ρθει.
Και σύντας πια το βράδυ σύσκοτο στους χαροκόπους ήρθε,
για το δικό του σπίτι κίνησε καθένας να πλαγιάσει.

425 Τηλέμαχος δ᾿, ὅθι οἱ θάλαμος περικαλλέος αὐλῆς
ὑψηλὸς δέδμητο περισκέπτῳ ἐνὶ χώρῳ,
ἔνθ᾿ ἔβη εἰς εὐνὴν πολλὰ φρεσὶ μερμηρίζων.
τῷ δ᾿ ἄρ᾿ ἅμ᾿ αἰθομένας δαί̈δας φέρε κεδνὰ ἰδυῖα
Εὐρύκλει᾿, Ὦπος θυγάτηρ Πεισηνορίδαο,

Είχε ο Τηλέμαχος μια κάμαρα ψηλή, για να κοιμάται,
μες στην αυλή τους την τρισκάλλινη, σε ξέφαντο χτισμένη'
κει πέρα τράβηξε, στα φρένα του πολλά στριφογυρνώντας.
Κι η Ευρύκλεια, που 'χε τον Πεισήνορα παπού, τον Ώπα κύρη,
έγνοια γεμάτη τον ακλούθηξε με τα δαδιά στα χέρια'

430 τήν ποτε Λαέρτης πρίατο κτεάτεσσιν ἑοῖσιν
πρωθήβην ἔτ᾿ ἐοῦσαν, ἐεικοσάβοια δ᾿ ἔδωκεν,
ἶσα δέ μιν κεδνῇ ἀλόχῳ τίεν ἐν μεγάροισιν,
εὐνῇ δ᾿ οὔ ποτ᾿ ἔμικτο, χόλον δ᾿ ἀλέεινε γυναικός:

αγοραστή ο Λαέρτης κάποτε την είχε, από το βιος του
είκοσι βόδια ακέρια δίνοντας, μικρή κοπέλα ως ήταν,
και την τιμούσε όσο το ταίρι του το γνωστικό στο σπίτι,
μα δεν την πλάγιαζε, η γυναίκα του μην τύχει και θυμώσει.

ἥ οἱ ἅμ᾿ αἰθομένας δαί̈δας φέρε, καί ἑ μάλιστα

 Και τώρα αυτή δαδιά στα χέρια της κρατούσε, τι ως τον είχε

435 δμῳάων φιλέεσκε, καὶ ἔτρεφε τυτθὸν ἐόντα.
ὤιξεν δὲ θύρας θαλάμου πύκα ποιητοῖο,
ἕζετο δ᾿ ἐν λέκτρῳ, μαλακὸν δ᾿ ἔκδυνε χιτῶνα:
καὶ τὸν μὲν γραίης πυκιμηδέος ἔμβαλε χερσίν.
ἡ μὲν τὸν πτύξασα καὶ ἀσκήσασα χιτῶνα,

μικραναστήσει, απ᾿ όλες πιότερο τις δούλες τον αγάπα.
Κι άνοιξε αυτός της στεριάς κάμαρας τη θύρα, και στην κλίνη
πήγε και κάθισε, κι ως γδύθηκε, το μαλακό χιτώνα
στης μυαλωμένης της γερόντισσας τον έβαλε τα χέρια.
Κι αυτή τον δίπλωσε, τον ίσιωσε καλά και στο παλούκι

440 πασσάλῳ ἀγκρεμάσασα παρὰ τρητοῖσι λέχεσσι
βῆ ῥ᾿ ἴμεν ἐκ θαλάμοιο, θύρην δ᾿ ἐπέρυσσε κορώνῃ
ἀργυρέῃ, ἐπὶ δὲ κληῖδ᾿ ἐτάνυσσεν ἱμάντι.
ἔνθ᾿ ὅ γε παννύχιος, κεκαλυμμένος οἰὸς ἀώτῳ,
βούλευε φρεσὶν ᾗσιν ὁδὸν τὴν πέφραδ᾿ Ἀθήνη.

πάνω απ᾿ την κλίνη του τον κρέμασε την καλοτρυπημένη.
Έπειτα βγήκε από την κάμαρα και τράβηξε την πόρτα
με το αργυρό κρικέλι κι έσυρε με το λουρί το σύρτη.
Κι εκείνος κάτω από το σκέπασμα το φλοκωτό οληνύχτα
το δρόμο που η θεά του αρμήνεψε στα φρένα εμελετούσε.
                                                                                                                  Η συνέχεια στο β΄ μέρος