https://www.facebook.com/artemissky.blogspot?ref_type=bookmark

ΑΡΤΕΜΙΣ

ΑΡΤΕΜΙΣ
Ήταν θεά του κυνηγιού,”πότνια θηρών” κατά τον Όμηρο,θεά των αγριμιών και της Σελήνης.

ΕΛΛΑΣ - HELLAS

'' Επιόντος άρα θανάτου επί τον άνθρωπον, το μεν θνητόν, ως έοικεν, αυτού αποθνήσκει, το δ' αθάνατον, σώον και αδιάφθορον, οίχεται απιόν. `Οταν επέρχεται ο θάνατος στον άνθρωπο, το μεν θνητό μέρος αυτού, καθώς φαίνεται, πεθαίνει, το δε αθάνατο, η ψυχή, σηκώνεται και φεύγει σώο και άφθαρτο '' ΠΛΑΤΩΝΑ

ΕΛΛΑΣ - HELLAS .

ΕΛΛΑΣ - HELLAS .
ΑΝΟΙΚΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΑΤΩΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΑΤΩΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Η κριτική του Πλάτωνα στη Δημοκρατία

Η ισότητα του δικαιώματος συμμετοχής των πολιτών στην εκκλησία του δήμου, να εισακούονται από αυτήν και να κατέχουν δημόσια αξιώματα, παρόλο που ασφαλώς δεν οδηγούσε στην πλήρη εξασφάλιση ίσης εξουσίας για όλους τους πολίτες, ήταν αρκετή για να ανησυχήσει τους πιο γνωστούς επικριτές της αθηναϊκής δημοκρατίας, ένας από τους οποίους ήταν και ο Πλάτωνας. […]

Η δημοκρατία, κατά τον Πλάτωνα, παρουσιάζει μια σειρά ελλείψεις που συνδέονται η μία με την άλλη. Αυτές αναπτύσσονται σε αρκετά σημεία του πλατωνικού έργου, και ειδικότερα στις δύο περίφημες παραβολές της Πολιτείας για τον κυβερνήτη του πλοίου (408a) και το φύλακα ενός «μεγάλου δυνατού και καλοτρεφούμενου ζώου» (493a). Αξίζει να αρχίσουμε με την παραβολή του καραβοκύρη:

«Φαντάσου λοιπόν […] ο καραβοκύρης πρώτα να είναι πιο σωματώδης και πιο δυνατός απ’ όλους που είναι μες στο καράβι, μα να είναι μαζί και κάπως κουφός, να μη βλέπει και πολύ καλά και να μην καταλαβαίνει και πάρα πολλά πράματα από τη ναυτική τέχνη· οι ναύτες να μαλώνουν μεταξύ τους για την κυβέρνηση του πλοίου και να έχει ο καθένας την αξίωση να την πάρει αυτός απάνω του, χωρίς ποτέ του να έχει μάθει την τέχνη κι ούτε να μπορεί να μη πει μήτε με ποιον δάσκαλο μήτε ποιον καιρό την έμαθε, αλλά, μάλιστα και να υποστηρίζει πως αυτή δεν είναι πράγμα που διδάσκεται, κι αν κανείς λέει το εναντίον, να είναι έτοιμος να τον κομματιάσουν· φαντάσου τους ακόμα να κρέμονται όλοι τους απάνω στον καραβοκύρη και να τον παρακαλούν και να κάνουν το παν για να τους δώσει στο χέρι το τιμόνι, κι αν δεν το επιτύχουν και προτιμηθούν άλλοι, να τους σκοτώσουν και να τους ρίχνουν στη θάλασσα, έπειτα να μεθύσουν τον καλό τους καραβοκύρη ή να τον ποτίσουν με κανένα ναρκωτικό, ή να τον ξεφορτωθούν με όποιον άλλο τρόπο, και τότε να γίνουν αυτοί κύριοι του καραβιού, να ριχτούν στις προμήθειες και να το στρώσουν στο φαγοπότι και στο γλέντι, ενώ το καράβι θα πηγαίνει όπως φαντάζεται πια κανείς πως θα πηγαίνει· κι εκτός απ’ αυτά, να επαινούν και να ονομάζουν άξιο ναυτικό και κυβερνήτη και έμπειρο σ’ όλα τα ζητήματα της τέχνης εκείνον που τα καταφέρνει μια χαρά να τους βοηθήσει να πάρουν με το καλό ή με το κακό τη διοίκηση από τα χέρια του καραβοκύρη, ενώ κάθε άλλον που δεν είναι τέτοιος, τον κατηγορούν γι’ άχρηστο, χωρίς να είναι σε θέση να καταλαβαίνουν πως ο αληθινός κυβερνήτης πρέπει να το έχει δουλειά του να ξέρει τα γυρίσματα της χρονιάς, τις ώρες και τις εποχές, τον ουρανό, τ’ άστρα, τους ανέμους και ότι άλλο σχετίζεται με την τέχνη, αν πρόκειται να είναι στ’ αλήθεια κυβερνήτης του καραβιού· πως όμως θα το κυβερνήσει, είτε θέλουν είτε δεν θέλουν μερικοί από το πλήρωμα, αυτό νομίζουν πως δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη μάθηση ή τέχνη που να μπορεί να την αποκτήσει κανείς εκτός από την καθαυτό κυβερνητική· σε ένα λοιπόν καράβι που συμβαίνουν όλ’ αυτά, και βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση τα πληρώματα, ποιαν ιδέα νομίζεις πως θα είχαν οι ναύτες για έναν αληθινό κυβερνήτη; Δε θα τον ονόμαζαν πραγματικά μωρολόγο άνθρωπο και μετεωροσκόπο και άχρηστο γι’ αυτούς;» (Πλάτωνα, Πολιτεία, 488a-489a, μετάφραση Ιωάννη Γρυπάρη).

Λέγοντας «αληθινός κυβερνήτης», ο Πλάτωνας εννοεί τη μειοψηφία που, με τις ικανότητες και την εμπειρία της, έχει το ισχυρότερο νόμιμο δικαίωμα να κυβερνήσει το σκάφος. Και τούτο επειδή ο λαός (οι ναύτες) χειρίζεται τις υποθέσεις του με βάση τις παρορμήσεις, τα συναισθήματα και τις προκαταλήψεις του. Ο λαός δεν έχει ούτε την εμπειρία ούτε τις γνώσεις γι’ ασφαλή ναυσιπλοΐα, δηλαδή δεν διαθέτει πολιτική κρίση. Επιπλέον, ο μόνος άρχοντας που θαυμάζει ο λαός είναι ο συκοφάντης, «αυτός που διακηρύττει ότι είναι φίλος και προστάτης των συμφερόντων του λαού» (Πολιτεία, 558b, 558c). Όλοι αυτοί που «συναγελάζονται με το πλήθος και θέλουν να είναι αρεστοί απ’ αυτό» μπορούν άμεσα «να συγκριθούν με τους ναύτες» (489c). Σε μια δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει σωστή ηγεσία· οι ηγέτες εξαρτώνται από τη λαϊκή επιδοκιμασία και επομένως συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρούν τη δημοτικότητα τους και το αξίωμά τους. Η πολιτική ηγεσία εξασθενεί εξαιτίας των υποχωρήσεων προς τις λαϊκές απαιτήσεις και επειδή η πολιτική στρατηγική βασίζεται σε ότι μπορεί να «πουληθεί». Η συνετή κρίση, οι δύσκολες αποφάσεις, οι σκληρές επιλογές, οι δυσάρεστες αλήθειες αναγκαστικά θα αποφεύγονται. Η δημοκρατία περιθωριοποιεί τους σώφρονες.

Επιπλέον, το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας είναι ασυμβίβαστο με τη διατήρηση της εξουσίας, της τάξης και της σταθερότητας. Όταν τα άτομα είναι ελεύθερα να κάνουν ότι θέλουν και απαιτούν ίσα δικαιώματα, ανεξάρτητα από τις ικανότητες και τη συνεισφορά τους, βραχυπρόθεσμα το αποτέλεσμα θα είναι η δημιουργία μιας φαινομενικά όμορφης κοινωνίας με «κάθε λογής ήθη και χαρακτήρες». Ωστόσο, μακροπρόθεσμα το αποτέλεσμα θα είναι η ενδοτικότητα και η ανοχή απέναντι στις «πονηρές» επιθυμίες, γεγονός που υπονομεύει το σεβασμό στις πολιτικές και ηθικές αρχές. Οι νέοι παύουν να φοβούνται και να σέβονται τους δασκάλους τους· διαρκώς προκαλούν τους μεγαλύτερους και οι τελευταίοι «μιμούνται τους νέους» (Πολιτεία, 563b). Κοντολογίς, «η ψυχή των πολιτών γίνεται τόσο ευπαθής, ώστε και στην ελάχιστη υποψία καταναγκασμού […] αγανακτούν και εξεγείρονται. Στο τέλος […] καταντούν να μη λογαριάζουν καθόλου τους νόμους […] για να μην έχουν κανέναν απολύτως κύριο» (Πολιτεία, 563b). Η «ύβρις» αποκαλείται «καλή ανατροφή, η αναρχία ελευθερία, η ακολασία μεγαλοπρέπεια και η αναίδεια ανδρεία» (560e). Η ψευδής «ισότητα στις ηδονές» οδηγεί «το δημοκρατικό άνθρωπο» να περνάει τη ζωή του «από μέρα σε μέρα». Αντίστοιχα, η κοινωνική συνοχή απειλείται, η πολιτική ζωή γίνεται όλο και πιο αποσπασματική και η πολιτική φορτίζεται με τις έριδες των φατριών. Αναπόφευκτα ξεσπούν σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα στα επιμέρους συμφέροντα, καθώς κάθε φατρία πιέζει για το δικό της συμφέρον και όχι για το συμφέρον του κράτους ως σύνολον. Η συνειδητή αφοσίωση στο καλό της κοινότητας και στην κοινωνική δικαιοσύνη καθίσταται αδύνατη.

Αυτή η κατάσταση αναπόφευκτα οδηγεί σε ατελείωτες μηχανορραφίες, ελιγμούς και πολιτική αστάθεια: πολιτική κυριαρχείται από αχαλίνωτες επιθυμίες και φιλοδοξίες. Όλοι ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα της κοινότητας, αλλά στην πραγματικότητα ο καθένας εκπροσωπεί τον εαυτό του και την εγωιστική δίψα για εξουσία. Αυτοί που έχουν κάποιους πόρους, είτε από πλούτο είτε από μια θέση κύρους, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, αναπόφευκτα θα βρεθούν κατηγορούμενοι· και η σύγκρουση ανάμεσα στους πλούσιους και στους πτωχούς θα πάρει οξύτατες διαστάσεις. Στις συνθήκες αυτές, η αποσύνθεση της δημοκρατίας είναι, υποστηρίζει ο Πλάτων, πολύ πιθανή. «Η υπερβολή σε κάθε πράγμα φέρνει τη μετάπτωση στην αντίθετη υπερβολή» και η «υπερβολική ελευθερία […] οδηγεί στην υποδούλωση» (Πολιτεία, 563a, 564a). […] καθώς η δημοκρατία παρασύρεται στη δίνει των διαφωνιών και των συγκρούσεων, φαίνεται ότι οι δημοφιλείς ήρωες προσφέρουν καθαρή άποψη, καθαρή καθοδήγηση και την υπόσχεση να καταπνίξουν την αντιπολίτευση. Έτσι μπαίνει κανείς στον πειρασμό να υποστηρίζει τον τύραννο της επιλογής του. Αλλά φυσικά, από τη στιγμή που θα καταλάβουν την κρατική εξουσία, οι τύραννοι τείνουν να τη χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά προς όφελός τους.

Ο Πλάτωνας δεν πίστευε ότι η τυραννία καθεαυτή αποτελούσε βιώσιμη λύση στο πρόβλημα της δημοκρατίας. Οι τύραννοι σπάνια είναι «αληθινοί καραβοκύρηδες». Στη δεύτερη περίφημη παραβολή με το «μεγάλο και πανίσχυρο ζώο» (τη μάζα του λαού), ο Πλάτωνας καθιστά σαφές ότι δεν αρκεί να ξέρει ο φύλακας πώς να ελέγχει το ζώο μέσω της μελέτης των διαθέσεων, των αναγκών και των συνηθειών του. Για τη σωστή φροντίδα και εκπαίδευση του ζώου απαιτείται να ξέρει κανείς ποιες από τις προτιμήσεις και τις επιθυμίες αυτού του πλάσματος είναι «καλές ή κακές, ωραίες ή άσχημες, δίκαιες ή άδικες» (Πολιτεία, 5933b,c). Με λίγα λόγια, η θέση του Πλάτωνα είναι ότι τα προβλήματα του κόσμου δεν μπορούν να επιλυθούν παρά μόνο αν κυβερνήσουν οι φιλόσοφοι, επειδή μόνο αυτοί, όταν είναι ολόπλευρα μορφωμένοι και εκπαιδευμένοι, έχουν την ικανότητα να εναρμονίσουν όλα τα στοιχεία της ανθρώπινης ζωής υπό «την κυριαρχία της σοφίας». Ακολουθώντας τον Σωκράτη, ο Πλάτωνας πίστευε ότι «η γνώση είναι αρετή», δηλαδή ότι η «καλή ζωή», τόσο για τα άτομα όσο και για τις ομάδες, είναι ένα αντικειμενικό φαινόμενο: υπάρχει ανεξάρτητα από τις παρούσες, άμεσες καταστάσεις και μπορεί να κατακτηθεί μέσα από τη συστηματική σπουδή. Η γνώση του φιλοσόφου, που έχει κατακτηθεί με προσπάθεια είναι αυτό που δικαιώνει την καταλληλότητα του να κυβερνήσει. Η ικανότητά του να ρυθμίζει τα πράγματα με τον πιο πλεονεκτικό τρόπο δείχνει ότι η αρχή του πολιτεύματος πρέπει να είναι η αρχή της πεφωτισμένης δεσποτείας.  

[…] Αρχίζοντας από μια αντίληψη ενός φυσικού καταμερισμού της εργασίας, όπου οι τάξεις των ατόμων βρίσκουν τον κατάλληλο ρόλο τους (σε γενικές γραμμές, ως ηγέτες, στρατιώτες ή εργάτες) καθήκον του φιλοσόφου είναι η διερεύνηση αυτού του καταμερισμού, προκειμένου: (α) να ενθαρρύνονται οι ιδιαίτερες αρετές που απαιτούνται για κάθε είδος εργασίας (σοφία, θάρρος, εγκράτεια) και (β) να εξασφαλίζεται ότι τα άτομα εκτελούν τις σωστές λειτουργίες τους. Τα άτομα και τα κράτη αντιμετωπίζονται ως οργανικές ολότητες όπου, όταν το όλον είναι υγιές, οι άνθρωποι μπορούν να επιτελέσουν τις λειτουργίες τους, να ικανοποιούν τις ανάγκες τους, να ολοκληρώνουν τον εαυτό τους και, επομένως, να ζουν σε ένα σωστό, ασφαλές και δυνατό κράτος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, μπορεί να θριαμβεύσει η δικαιοσύνη και να επιτευχθεί η καλή ζωή.

Πρέπει να επισημανθεί ότι στην αντίληψη του Πλάτωνα, και γενικότερα στην αρχαία ελληνική σκέψη, η ελευθερία, την οποία διασφαλίζει το κράτος, δεν περιορίζεται τόσο για το άτομο καθεαυτό όσο για την ικανότητα του να εκπληρώσει το ρόλο του στο σύμπαν. […]

Η θέση που ανέπτυξε ο Πλάτωνας στην Πολιτεία τροποποιήθηκε ως ένα βαθμό στα μετέπειτα έργα του, κυρίως στον Πολιτικό και τους Νόμους. Στα έργα αυτά γίνεται η παραδοχή ότι στο πραγματικό, σε αντιδιαστολή με το ιδεατό, κράτος, η εξουσία δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς κάποια μορφή λαϊκής συναίνεσης και συμμετοχής. Επίσης εδώ επιβεβαιώνεται η σημασία της κυριαρχίας του νόμου ως τρόπου οριοθέτησης της νόμιμης δράσης αυτών που ασκούν «δημόσια» εξουσία – δηλαδή των φιλόσοφων-βασιλέων. Είναι επίσης σημαντικό ότι εισάγεται η θεωρία ενός «μικτού κράτους», που συνδυάζει στοιχεία μοναρχίας και δημοκρατίας, προαναγγέλλοντας κάποιες θέσεις που αναπτύχθηκαν αργότερα από τον Αριστοτέλη και (με μια χαλαρή έννοια από τον Montesquieu. Ο Πλάτων μάλιστα συνέλαβε και ένα σύστημα πολλαπλής ψήφου, του οποίου κάτι αντίστοιχο εμφανίστηκε αργότερα, στα κείμενα διακεκριμένων θεωρητικών, όπως του John Stuart Mill. Αλλά οι ιδέες αυτές στο σύνολό τους δεν αναπτύχθηκαν συστηματικά και η απόπειρα του Πλάτωνα να εμπλουτίσει την αντίληψή του περί ενός επιθυμητού συστήματος εξουσίας με κάποια δημοκρατικά στοιχεία, δεν κατέληξε σε ένα νέο δημοκρατικό μοντέλο. http://www.ekivolos.gr

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν για την έλευση του Χριστού! Έχουν διασωθεί αρχαία κείμενα που το αποδεικνύουν



Translate this page: EN FR DE ES RU AR
Μέσα από αρχαία κείμενα αποδεικνύεται ότι οι Αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν για την έλευση του Ιησού Χριστού
 
Στην Πολιτεία του Πλάτωνα (B, V , 362) – βιβλίο που όλοι το αποδέχονται – περιέχεται μία προφητεία ισάξια μ’ αυτές των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης:
 
«Θα απογυμνωθεί απ’ όλα εκτός της δικαιοσύνης, διότι φτιάχτηκε αντίθετος στην ως τότε συμπεριφορά. Χωρίς να αδικήσει κανέναν θα δυσφημισθεί πολύ ως άδικος ώστε να βασανισθεί για την δικαιοσύνη και θα γεμίσει με δάκρυα εξαιτίας της κακοδοξίας αλλά θα μείνει αμετακίνητος μέχρι θανάτου και ενώ θα είναι δίκαιος θα θεωρείτε άδικος για όλη του τη ζωή. Έχοντας τέτοιες διαθέσεις ο δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα στρεβλωθεί, θα δεθεί, θα ανάψουν τα μάτια του και στα τελευταία του αφού πάθει κάθε κακό θα καρφωθεί πάνω σε πάσσαλο, και να ξέρεις ότι δεν είναι δίκαιο αλλά αφού έτσι το θέλει ας γίνει».
 
Στο έργο Προμηθεύς Δεσμώτης του Αισχύλου, ο Προμηθέας όντας φυλακισμένος στον Καύκασο προλέγει ότι ο λυτρωτής του θα γεννηθεί από την παρθένο Ιώ και τον Θεό (στ.772, 834, 848) θα είναι δηλαδή υιός Θεού και υιός Παρθένου. Αυτός ο Θεάνθρωπος θα καταλύσει την εξουσία των παλαιών θεών και θα αφανίσει αυτούς και την δύναμή τους (908,920). Ο Ερμής τότε σταλμένος από τον Δία προαναγγέλλει στον Προμηθέα τα εξής:
 
«Τοιούδαι μόχθου τέρμα μη τί προσδόκα πριν αν θεός τις διάδοχος των σων πόνων φανή, θελήση τ’ είς αναύγητον μολείν ‘Άιδην, κνέφαια τ’ άμφί Ταρτάρου βάθη» μετάφραση «μην περιμένεις να λυτρωθείς από τους πόνους προτού θεός πάρει τα πάθια τα δικά σου πάνω του και με τη θέλησή του κατέβει στον ‘Άδη τον ανήλιαγο, στους άφεγγους του Ταρτάρου βυθούς» (στ. 1041-1043).
 
Ο Σωκράτης στην απολογία του αναφέρει τα ακόλουθα:
 
«Θα μείνετε κοιμισμένοι σε όλη σας τη ζωή εάν δεν σας λυπηθεί ο Θεός να σας στείλει κάποιον άλλον» (Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους 18{31α}).
 
Στο Άγιον Όρος υπάρχουν χειρόγραφα που διασώζουν προφητείες της Σίβυλλας –της ιέρειας του Απόλλωνα– για την έλευση του Χριστού π.χ σε χειρόγραφο με την ονομασία «Υπόμνημα εις τον Άγιον Απόστολον Φίλιππον» πού φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρείου αναφέρονται τα εξής:
 
«Ύστερα από πολύ καιρό θα φθάσει κάποιος εις αυτήν την πολυδιηρημένην γη και θα γεννηθεί με σάρκαν αμόλυντον. Με ανεξάντλητα όρια ώς Θεότητα θα λυτρώσει τον άνθρωπον από την φθοράν των ανίατων παθών. Και θα τον φθονήσει άπιστος λαός και θα κρεμασθεί ψηλά ώς κατάδικος εις θάνατον. Όλα αυτά θα τα υποφέρει με πραότητα».
 
Στο ίδιο χειρόγραφο αναφέρεται μία ανατριχιαστική προφητεία για την θεανθρώπινη φύση του Χριστού, για το εκούσιον πάθος Του, αλλά και για την Ανάστασή Του:
 
«Ένας ουράνιος με πιέζει ισχυρά, ό οποίος είναι φως τριλαμπές. Αυτός είναι ο παθών Θεός, χωρίς να πάθει τίποτε ή Θεότης Του, διότι είναι συγχρόνως θνητός και αθάνατος. Αυτός είναι συγχρόνως Θεός και άνθρωπος, που υποφέρει από τους θνητούς τά πάντα, δηλαδή τον σταυρό, την ύβριν, την ταφή. Αυτός κάποτε από τα μάτια του έχυσε δάκρυα θερμά. Αυτός πέντε χιλιάδες χόρτασε με πέντε άρτους, κάτι που ήθελε δύναμη θεϊκή. Ο Χριστός είναι ο δικός μου Θεός, ο οποίος εσταυρώθη εις το ξύλον, ο οποίος εξέπνευσεν, ο οποίος εκ του τάφου ανήλθεν εις τον ουρανόν».
 
Οι παραπάνω προφητείες αναφέρονται και σε άλλα χειρόγραφα πού βρίσκονται σε άλλες Μονές του Αγίου Όρους η αλλού(π.χ Μονή Σινά). Παρατίθενται ακόμη σε σύγχρονο βιβλίο, στον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Αρχιμανδρίτη Βίκτωρος Ματθαίου, όπως αναφέρει το periergaa.
 
Και γι’ αυτούς που ίσως αμφισβητήσουν ότι τα παραπάνω ειπώθηκαν πράγματι από την Σίβυλλα και ισχυριστούν ότι είναι επινοήσεις κάποιον Χριστιανών Μοναχών, αρκεί το εξής αδιαμφισβήτητο γεγονός. Από διάφορες πηγές έχει διασταυρωθεί πώς τις προφητείες αυτές αλλά και άλλες –είτε της Σίβυλλας είτε άλλων σοφών Ελλήνων- χρησιμοποίησε η Αγία Αικατερίνη. Συγκεκριμένα, το 305 η Αγία Αικατερίνη η Αλεξανδρινή έλεγχε τον αυτοκράτορα Μαξιμίνο για την ειδωλολατρική του πολιτική.
 
Ό τελευταίος συγκέντρωσε τότε τους σοφότερους ειδωλολάτρες της αυτοκρατορίας για να την μεταπείσουν και να την κάνουν παγανίστρια. Στο διάλογο που ακολούθησε, αυτή η πάνσοφη και σπουδαγμένη στην Ελληνική παιδεία γυναίκα στην προσπάθειά της να αποδείξει ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός Θεός ανέφερε – μεταξύ άλλων - και τις προφητείες της Σίβυλλας.
 
Και για να προληφθεί η κάθε απερίσκεπτη “σκέψη”, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να έπλασε αυτές τις προφητείες η ίδια η Αγία για τους εξής βασικότατους λόγους:
 
Δεν θα μπορούσε να πει ένα τόσο μεγάλο ψέμα σχετικά με την ιέρεια του Απόλλωνα μπροστά στους σοφότερους εκπροσώπους της αρχαίας θρησκείας, διότι αμέσως όλοι θα διαπίστωναν το ψέμα της. Όμως, όχι μόνο δεν την κατηγόρησε κανείς για αναλήθειες, αλλά αντιθέτως οι σοφοί ειδωλολάτρες παραδέχτηκαν την λεκτική τους ήττα και όλοι αμέσως ασπάστηκαν με τη θέληση τους τον Χριστιανισμό με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να τους θανατώσει.
 
Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να αμφισβητήσει την αδιάσειστη αλήθεια ότι τα προφητικά αυτά λόγια βγήκαν από το στόμα της Σίβυλλας. Σε άλλο χειρόγραφο που βρίσκεται στην Αγιορείτικη Μονή Διονυσίου, αναφέρεται μια άλλη προφητεία της Σίβυλλας:
 
«Σας προφητεύω έναν τρισυπόστατο Θεό στα ύψη εκτεινόμενο του οποίου ο αιώνιος Λόγος σε ανυποψίαστο κόρη θα κυοφορηθεί, όπως ακριβώς το φέρον φωτιά τόξο, το μέσον του κόσμου διαπερνώντας. Όλο τον κόσμο αφού επαναφέρει στην ζωή, και στον Πατέρα θα τον προσφέρει σαν δώρο. Μαρία θα είναι το όνομα αυτής».
 
Βλέπουμε λοιπόν ότι η Θεία Πρόνοια μέσω του “σπερματικού λόγου” (όπως τον ονόμασαν οι Πατέρες της Εκκλησίας) φώτισε κάποιους Έλληνες της Αρχαιότητας και έτσι άφησαν εκατοντάδες χρόνια πρίν τον Χριστό προφητείες για την έλευσή Του.
 
Και άλλοι αρχαίοι λαοί έδωσαν τέτοιες προφητείες χωρίς να πλησιάζουν σε καμία περίπτωση την ακριβολογία των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης περιοριζόμενες αποκλειστικά και μόνο στην αναφορά για τον ερχομό κάποιου Σωτήρα πού θα λυτρώσει τον κόσμο.
 
Οι προφητείες όμως των αρχαίων Ελλήνων δίνουν λεπτομερέστατα στοιχεία για τον Χριστό (γέννηση Του από την Παρθένο Μαρία, θεανθρώπινη φύση Του, θαύματα Του, Σταύρωση, Κάθοδος στον Άδη και Ανάσταση Του, τρείς υποστάσεις του Θεού). Έτσι, πολλές απ’ αυτές καθίστανται ισάξιες με τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ κάποιες άλλες τις ξεπερνούν κιόλας.
 
Αυτό ακριβώς αναγνωρίζει και ο μεγάλος μας εκκλησιαστικός συγγραφέας Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (2ος αιώνας μ.Χ), ο οποίος στο έργο του Στρωματείς (5,13) δηλώνει απερίφραστα: «Ούκ οίμαι υπό Ελλήνων σαφέστερον προσμαρτυρήσεσθαι τόν Σωτήρα ημών» δηλαδή «δεν είναι δυνατόν, νομίζω, να προαναγγελθεί σαφέστερα από τους Έλληνες ό Σωτήρας μας».
 
Βλέπουμε λοιπόν ότι οι σοφοί Έλληνες της αρχαιότητας όχι μόνο πίστευαν σε ένα Θεό αλλά μίλησαν κιόλας για την τριαδικότητα Του, για την διττή φύση του Χριστού, για την Σταύρωση και την Ανάστασή Του. Προσπαθούσαν να αποδεσμευτούν από τη δυναστεία των θεών και να πλησιάσουν τον ένα και αληθινό Θεό.
 
Αποδεικνύεται πως περίμεναν καρτερικά την έλευση του Χριστού για αιώνες. Γι’ αυτό και όταν έγινε η συνάντηση Χριστού και Ελλήνων, ο Χριστός είπε: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του Ανθρώπου» (Κατά Ιωάννην -12,23) δηλαδή «έφτασε ή ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου (=ο Χριστός)». Και έτσι έγινε…

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Οι προβλέψεις του Πλάτωνα για τον 21ο Αιώνα!



Ο Πλάτωνας γεννήθηκε το 428 π.X., το μήνα Θαργηλίωνα (Μάιος) και καταγόταν από αρχοντική γενιά. Είχε πάρει μουσική και γυμναστική αγωγή και είχε πολύ καλές μαθηματικές γνώσεις. Ήταν μαθητής του Σωκράτηκαι το γεγονός ότι το 399 π.Χ. ο Δάσκαλός του καταδικάστηκε να πιει το κώνειο, ήταν ένα πολύ συνταρακτικό χτύπημα για την ελεύθερη και ανήσυχη ψυχή του.
Κατάλαβε ότι η πολιτική της πατρίδας του δημιουργούσε ένα αγεφύρωτο χάσμα για τη φιλοσοφική, ελεύθερη και ανήσυχη σκέψη που πρέσβευε ο ίδιος και ξεκίνησε να ταξιδεύει.
 
 
Στην Κάτω Ιταλία γνώρισε τον Πυθαγορισμό, στην Αίγυπτο μυήθηκε στα Μυστήρια των Πυραμίδων και ήταν Αρχιεροφάντης στα Ελευσίνια Μυστήρια. Στις Συρακούσες προσπάθησε να ιδρύσει την ιδανική του πολιτεία, άλλα έπεσε θύμα των ραδιουργιών της αυλής του Βασιλιά και μόλις που γλίτωσε τη ζωή του. ΣτηνΑθήνα ίδρυσε τη δική του σχολή-Ακαδημία, η οποία κράτησε σχεδόν χίλια χρόνια, μέχρι το 529 μ.Χ. και την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού.
 
Διασώθηκαν αρκετά έργα του όπως οι «Νόμοι», το «Συμπόσιο», η «Πολιτεία» και αρκετά άλλα που επηρέασαν όλους του μετέπειτα Φιλόσοφους και Επιστήμονες. Το συγκεκριμένο άρθρο αναφέρεται στο 7οκεφάλαιο της «Πολιτείας», στο οποίο ο Πλάτωνας παρομοιάζει τον κόσμο που ζούμε σαν μια σκοτεινή σπηλιά.
 
Ας δούμε περιληπτικά αυτήν την αρχαία παραβολή, η οποία μοιάζει πάρα πολύ με τον τρόπο που λειτουργεί ο σημερινός πολιτισμός, αν και έχουν περάσει 2.500 χρόνια από τότε που γράφτηκε.
 
 
H αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα
 
Υπάρχει μια μεγάλη σπηλιά, σκοτεινή, που μέσα της κατοικούν πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι ονομάζονται δεσμώτες. Είναι δεμένοι στις θέσεις τους και δεν μπορούν να κοιτάξουν γύρω τους. Πίσω τους κυκλοφορούν διάφοροι άνθρωποι οι οποίοι κουβαλάνε κάποια αντικείμενα, έμψυχα και άψυχα. Το φως που έρχεται από την είσοδο της σπηλιάς περνά μέσα από αυτά τα αντικείμενα και δημιουργεί σκιές μπροστά στα μάτια των ανθρώπων - δεσμωτών. Αφού λοιπόν δεν μπορούν να κοιτάξουν γύρω τους ούτε και πίσω τους, λόγω των δεσμών που τους καθηλώνουν, δέχονται ως πραγματικότητα μόνο ό,τι βλέπουν μπροστά τους, δηλαδή τις σκιές. Όλο αυτό το σκηνικό είναι στημένο με τέτοιο τρόπο, ώστε οι άνθρωποι-δεσμώτες να ζουν μέσα στο σκοτάδι, έχοντας μια ψεύτικη εικόνα για την πραγματικότητα. Είναι δε τα δεσμά τους τόσο δυνατά, που τους καθηλώνουν ακίνητους, χωρίς να μπορούν να κάνουν την παραμικρή κίνηση ελευθερίας για να ανακαλύψουν την πραγματική αλήθεια. Αυτή η εικόνα μοιάζει πολύ με αυτήν της σημερινής μας κοινωνίας. Ο άνθρωπος διαμορφώνεται και μεγαλώνει με μοναδικό στόχο την απόκτηση υλικών αγαθών (σκιές), χωρίς να του δίνεται η δυνατότητα να καλλιεργήσει αρετές και αξίες για να μπορέσει να ονειρευτεί μεγάλα ιδανικά και πνευματικά Ιδεώδη.
 
Οι Αρετές και οι Ανθρώπινες αξίες παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο και είναι τόσο καλά καλυμμένες με το πολύχρωμο και πολυτελές περιτύλιγμα που τις περιβάλει, που ο άνθρωπος του 21ου αιώνα μένει τελείως επιφανειακός. Ασχολείται τόσο πολύ με αυτό το περιτύλιγμα, που δεν βάζει ανώτερους στόχους, ούτε βλέπει την πραγματικότητα. Ζει μια ζωή εγκλωβισμένος ανάμεσα στις σκιές που κάποιοι του επέβαλαν ως πραγματικότητα, λέγοντάς του ότι δεν υπάρχει τίποτε πίσω από αυτό το ωραίο περιτύλιγμα. Έτσι μένει δούλος των αφεντικών της σπηλιάς κι εφ’ όσον πιστεύει στις σκιές, γίνεται σκιά του πραγματικού του εαυτού.
 
Συνεχίζοντας ο Πλάτωνας αναφέρει πως υπάρχει και η περίπτωση να καταφέρει κάποιος άνθρωπος να σπάσει τα δεσμά του και να κοιτάξει πίσω του, εκεί από όπου έρχεται το φως. Στην αρχή θα τυφλωθεί από την επαφή του με το φως. Κι αν ανάγκαζε κάποιος αυτόν τον άνθρωπο να ζήσει κάτω από τη φωτεινότητα του ήλιου, έξω από τη σπηλιά, τότε θα τρελαινόταν.
Χρειάζεται λοιπόν να προχωρήσει σιγά σιγά κι έτσι θα καταφέρει να συνηθίσει, να αντιληφθεί ότι ο αληθινός κόσμος βρίσκεται έξω από τη σπηλιά κι ότι οι σκιές που εκείνος θεωρούσε ως πραγματικότητα είναι απλώς αντανάκλαση του φωτός του ήλιου. Αυτή η ανακάλυψη θα τον μετατρέψει σ’ έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σε έναν σοφό και δεν θα θελήσει να επιστρέψει μέσα στη σπηλιά.
 
Αν όμως αποφασίσει, από αγάπη για την ανθρωπότητα, να επιστρέψει πίσω στους δεσμώτες, μέσα στη σπηλιά, τότε θα χρειαζόταν πάλι ένα χρονικό διάστημα για να συνηθίσει το σκοτάδι και να μπορέσουν να προσαρμοστούν τα μάτια του μέσα σ’ αυτήν. Μετά, όπως είναι φυσικό, θα προσπαθήσει να εξηγήσει στους δεσμώτες-ανθρώπους την αλήθεια. Αλλά, όπως γράφει ο Πλάτωνας, αυτοί θα νομίζουν ότι προσπαθεί να τους εξαπατήσει και θα τον κυνηγήσουν ή θα τον σκοτώσουν.
Κάποιος που έχει διαβάσει το βιβλίο «Ο Γλάρος Ιωνάθαν», βλέπει πολλές ομοιότητες μεταξύ του Ανθρώπου που καταφέρνει και σπάει τα δεσμά της σπηλιάς και του γλάρου Ιωνάθαν. Γιατί κι αυτός καταφέρνει να πετά ελεύθερος και αναπτύσσοντας μεγάλες ταχύτητες ξεφεύγει από την απλή ζωή ενός γλάρου, που το μόνο που τον απασχολεί είναι πώς θα αποκτήσει το φαγητό του.
 
 
Ο Πλάτωνας εξηγεί στο βιβλίο του πως όποιος καταφέρει και σπάσει τα δεσμά του και απελευθερωθεί, είναι αυτός που καλλιεργεί την ξύπνια συνείδηση. Βασισμένος τότε πάνω στις Ανθρώπινες αξίες και αρετές, καταφέρνει να γίνει Ελεύθερος και Δημιουργικός και να κατακτήσει το ανώτερο μέρος του εαυτού του, ακολουθώντας ένα αληθινό Φιλοσοφικό Δρόμο. Βέβαια είναι ένας δύσκολος Δρόμος με πολλά εμπόδια, λόγω των μακροχρόνιων δεσμών, αλλά οδηγεί στην αληθινή Ευτυχία.
 
Αυτός που από αληθινή αγάπη για την ανθρωπότητα επιστρέφει μέσα στη σπηλιά για να βοηθήσει τους δεσμώτες να απελευθερωθούν, πραγματώνει τον Πολιτικό Δρόμο. Δηλαδή πραγματικός Πολιτικός είναι αυτός που κατάφερε πρώτα ο ίδιος να απελευθερωθεί από τα δεσμά του, να ελέγξει τα ελαττώματα του και να καλλιεργήσει Ανθρώπινες αξίες και Αρετές και μετά να οδηγήσει με σοφία τους άλλους ανθρώπους. Ο πραγματικός Πολιτικός δεν στηρίζεται στη γνώμη των πολλών, αλλά στη Γνώση και την Ηθική που έχει καλλιεργήσει μέσα του.
 
Από αυτήν την τόσο αρχαία αλλά και τόσο επίκαιρη παραβολή, μπορούμε να βγάλουμε πολλά συμπεράσματα. Συμπεράσματα που δεν είναι βασισμένα σε ψυχολογικές επιθυμίες και ανεκπλήρωτα απωθημένα, αλλά στη χιλιόχρονη Σοφία που άφησαν πολλοί μεγάλοι Φιλόσοφοι και Επιστήμονες σε πολλούς Πολιτισμούς, σε διαφορετικές εποχές, σε όλη τη Γη.
 
 
Όταν δεν αφιερώνουμε χρόνο για την αναζήτηση της Αλήθειας και δεν καλλιεργούμε μια σφαιρική και ελεύθερη σκέψη, τότε παραμένουμε εγκλωβισμένοι στα σκοτάδια της άγνοιας και της παραπληροφόρησης. Ταυτόχρονα, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, γινόμαστε εύκολα θύματα της πλύσης εγκεφάλου που μας επιβάλλουν, αυτοί που κινούν τα νήματα για έναν προσανατολισμό αποκλειστικά προς την ύλη.
 
Μόνο όποιος καταφέρει και τινάξει από πάνω του τα δεσμά των αδυναμιών του και των ψεύτικων εντυπώσεων που του έχουν επιβάλλει, μόνο αυτός που βαδίζει ένα Δρόμο ανηφορικό προς τη δική του κορυφή και καταφέρνει και ξεπερνά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, βγάζοντας θετικά συμπεράσματα, μόνο αυτός θα αντιληφτεί τη ματαιότητα των σκιών που κινούνται μπροστά του.
 
Τα σωστά πρότυπα υπάρχουν, οι απαντήσεις έχουν δοθεί, ας κοιτάξουμε γύρω μας και θα ανακαλύψουμε την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως μας παρουσιάζεται.
 
 
Tμήμα ειδήσεων defencenet.g
r

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Πλάτωνος «Π Ο Λ Ι Τ Ε Ι Α» (Η συζήτηση περί δικαιοσύνης και αδικίας)



Α’ βιβλίο

Η κατάβαση στον Πειραιά, στο σπίτι του Κέφαλου.
Η απόπειρα ορισμού : τι είναι δίκαιο;
Το πρώτο βιβλίο της Πολιτείας ανοίγει την αυλαία για το μεγάλο έργο. Μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα γιορτής, που γίνεται αφορμή για την κατάβαση του Σωκράτη στον Πειραιά, και την προσδοκία του θανάτου, που επιστεγάζει τα γηρατειά, όπως τη ζει και την εκφράζει ο Κέφαλος, ακολουθεί η συζήτηση για τη δικαιοσύνη, που κορυφώνεται σε μιαν έσχατη αναμέτρηση ανά­μεσα στον βίο του δικαίου και του αδίκου. Απέναντι στον φιλό­σοφο στέκει ο σοφιστής, απέναντι στον αληθινό πολιτικό ο τύραννος.
            Ο Κέφαλος, ο γηραιός οικοδεσπότης, είναι ένας μέτοικος, πλούσιος έμπορος, όμως η ζωή του είναι κόσμια και τα πλούτη που κέρδισε, μετρημένα. ‘Εχει την αίσθηση ότι έζησε μια δίκαιη ζωή, και ήρεμα, με αγαθή ελπίδα, αντικρύζει τώρα τον θάνατο. ‘Οταν αποχωρεί όμως ο Κέφαλος, ο διάλογος αρχίζει έντονος.
            Το θέμα ξεκινά από μια παραδοχή της αρχής, που είναι κοινά αποδεκτή και ακολουθεί τη συμβατική ηθική, για να φτάσει σε μια καίρια αμφισβήτηση γύρω από την αξία της ζωής και το μέτρο που κρίνει αυτή την αξία.

Στην πρώτη σκηνή ο Σωκράτης συζητά με τον Πολέμαρχο, τον γιο του Κέφαλου.


α. Ο παραδοσιακός ορισμός του δικαίου.

Η πρώτη προσπάθεια ορισμού, δηλ. της συνειδητοποίησης του τι είναι δίκαιο, αρχίζει.
            Δίκαιο, λέει ο Πολέμαρχος, είναι να δίνει κανείς πίσω τα οφει­λόμενα. Με το πνεύμα αυτό αναμένεται να ενεργεί ένας καλός έμπορος στις δοσοληψίες του. Ο ορισμός επεξηγείται όμως: δίκαιο είναι να κάνει κανείς καλό στους φίλους και κακό στους εχθρούς. Και πάλι βρισκόμαστεστε στο επίπεδο μιας γενικά αποδεκτής παραδοσιακής ηθικής. Σε ποιο όμως θέμα; Ο Πολέμαρχος απαντά: στις συναλλαγές, όταν πρόκειται για χρήματα. Ο χώρος είναι, ωστόσο, πολύ στενός για τον καθορισμό του δικαίου.

            Ο Πλάτων σκόπιμα διάλεξε ως υποστηρικτή της συμβατικής ηθικής έναν εκπρόσωπο αυτής της αντίληψης που, ως μέτοικος, εύλογα δεν επικαλείται την “πόλη” και τα έθιμά της· ο κανόνας του Κεφάλου δεν χαρακτηρίζει ειδικά μία πόλιν αλλά ένα επάγγελμα. Η ηθική του γέροντα αυτού είναι ακριβώς η χαρακτηριστική ηθική του τιμίου εμπόρου κάθε τόπου. Δίκαιο είναι να εκπληρώνεις τις εμπορικές σου υποχρεώσεις και ο λόγος σιυ “να αποτελεί εγγύηση”.

            Σ’ όλες όμως τις σχέσεις που αφορούν τη χρήση χρημάτων για ωφέλεια ή βλάβη, προβαίνουν, παρατηρεί ο Σωκράτης, οι τέχνες: η τέχνη της πλοήγησης (κυβερνητική), η οικοδομική, η ιππική κτλ. Αυτές λένε τι είναι ωφέλιμο και τι βλαβερό.
            Η δικαιοσύνη όμως δεν έχει τόπο δικό της, είναι άχρηστη. Κι αν την ταυτίσει κανείς με την τέχνη της σωτηρίας χρημάτων, συμ­βαίνει το παράδοξο, αυτή να γίνεται μια τέχνη που δεν αποκλείει την κλοπή για σκοπούς συντήρησης των χρημάτων .
            Στο επίπεδο λοιπόν της οποιασδήποτε τέχνης η δικαιοσύνη γίνεται άχρηστη ή συμμαχεί με την κλοπή (!), αφού όλες οι τέχνες αυτού του είδους μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το καλό ή το κακό.

β. Ο ορισμός επανέρχεται: αν δίκαιο είναι να ωφελείς τους φίλους και να βλάπτεις τους εχθρούς, οι φίλοι είναι οι καλοί, οι εχθροί οι κακοί.


            Είναι όμως, παρατηρεί ο Σωκράτης, αυτοί που νομίζουμε ή αυτοί που πράγματι είναι καλοί; Αναμφισβήτητααυτοί που είναι πραγματικά καλοί‘Ετσι τίθεται θέμα γνώμης, ενδεχομένως απα­τηλής, ήγνώσης της αλήθειας. Η δικαιοσύνη έχει να κάνει.όχι με το φαινομενικό, αλλά με την αλήθεια. Και ύστερα, παρατηρεί ο Σωκράτης, πώς είναι δυνατόν ο δίκαιος, που είναι καλός, να προ­ξενεί κακό βλάπτοντας τους εχθρούς;


Το δίκαιο είναι μια ηθική αξία ασυμβίβαστη με το άδικο και το κακό.

            Η άσκηση του δικαίου δεν μπορεί να οδηγεί στην ανταδικία. Αφήνεται λοιπόν εδώ να υπονοηθεί η επαναστατική για την εποχή της σωκρατική αρχή, ότι όχι μόνο δεν πρέπει να αδικούμε, αλλά και να μην ανταποδίδουμε την αδικία (μή ανταδικεϊν).

“οὐ δεῖ ἀδικεῖν, οὐδέ ἀνταδικεῖν ἀδικούμενος” (Κρίτων)

            Η αρχή λοιπόν της συμβατικής ηθικής, να ωφελείς τους φί­λους και να βλάπτεις τους εχθρούς, ναυαγεί μέσα στην ίδια την επιφανειακή της προσέγγιση, που δεν αντέχει ούτε στο κριτήριο της γνώσης ούτε στο κριτήριο του αληθινά καλού. Η ηθική στο επίπεδο της δοσοληψίας ερμηνευόμενη έτσι οδηγεί τον άνθρωπο στην ύβρη της πλεονεξίας.

            “Ο απλός αυτός κανόνας που ισχύει για τις εμπορικές συναλλαγές δε μπορεί να θεωρηθεί υπέρτατη ηθική αρχή· και τούτο για δύο λόγους :
                α) Σε πολλές περιπτώσεις η ενδεχόμενη τήρησή του κατά γράμμα θα αποτελούσε προφανή παραβίαση του πνεύματος της δικαιοσύνης, και
                β) Αν επιχειρήσουμε να τον διατυπώσουμε ως γενική αρχή, προκύπτει μια ηθική αρχή κακή.
                Εναντίον της απόψεως του Πολεμάρχου ότι η ηθική ανάγεται στο  “να δίνεις στον καθένα ότι δικαιούται”, με το νόημα του να είσαι άκρως πολύτιμος φίλος για τους φίλους σου και άκρως επικίνδυνος εχθρός για τους εχθρούς σου, είναι ανάγκη να δειχτεί ότι για να δεχτεί η συνείδηση ενός τιμίου ανθρώπου τέτοιο κανόνα συμπεριφοράς, πρέπει τουλάχιστον να θεωρήσουμε ότι ως “φίλοι” και “εχθροί” μας εννοούνται, αντιστοίχως, “οι καλοί” και ” οι κακοί”. ακόμη και στην περίπτωση αυτή, όμως, μια τέτοια γενική αρχή καταδικάζεται από το γεγονός ότι θεσπίζει ως στοιχείο ηθικής την πρόκληση κακού σε κάποιον”.    
                                                                                                                                                                                                                                                                                      Α.Ε. Τaylor


Ο διάλογος με τον σοφιστή Θρασύμαχο

Στη δεύτερη σκηνή ο Σωκράτης συζητεί με τον σοφιστή Θρα­σύμαχο.
Κατά τη συζήτηση αυτή μεταφερόμαστε από την περιοχή των ιδιωτικών σχέσεων στην περιοχή των πολιτικών πραγμάτων, και από τη συμβατική παραδοσιακή ηθική στον επαναστατικό «αντιη­θικισμό».
Στο πρόσωπο του Θρασύμαχου έχουμε μιαν άλλη ενσάρκωση του σοφιστή, και στις απόψεις του εντοπίζονται οι αντίστοιχες περί δικαιοσύνης της Σοφιστικής.  Αν ο Γοργίας είναι ο σοφιστής-ρήτορας, ο Καλλι­κλής ο σοφιστής-κήρυκας της βούλησης για δύναμη, ο Θρασύμα­χος είναι ο σοφιστής-εκπρόσωπος του τυράννου.
Κατά τον Θρασύμαχο δίκαιο είναι «τό τοῦ κρείττονος συμφέ­ρον», το συμφέρον δηλ. του πιο ισχυρού. Και ο πιο ισχυρός (ὁ κρείττων) είναι αυτός που κατέχει την εξουσία μέσα στην πόλη, ο ηγεμόνας. Όχι λοιπόν ο πλούσιος, ο χρηματιστής (Πολέμαρχος) στις ιδιωτικές του σχέσεις, αλλά ο τυραννικός άνδρας στα πράγ­ματα της πολιτείας, αυτός ενσαρκώνει τη δικαιοσύνη.
            Δεν πρόκειται, απαντά στον Σωκράτη, για έναν οποιονδήποτε «δημιουργό» -τεχνίτη ή ειδικό μιας επιστήμης, αλλά γι ‘ αυτόν που έχει εξουσία πάνω σε όλους, τον ηγεμόνα της πολιτείας. (Και ο Γοργίας στον ομώνυμο διάλογο είχε πει ότι η ρητορική έχει όλες τις δυνάμεις υπό την εξουσία της). Ο αληθινός άρχοντας κάνει ό, τι τον συμφέρει, κι αυτή είναι η δικαιοσύνη.
                        Ωστόσο, αντιπαρατηρεί ο Σωκράτης, κάθε τέχνη αποβλέπει πάντοτε στο συμφέρον αυτού, για τον οποίο απεργάζεται το έργο της: ο γιατρός αποβλέπει στο συμφέρον του αρρώστου, ο κυβερνή­της του ταξιδεύοντος κτλ.

            Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με τον άρχοντα-πολιτικό. Θα πρέπει κι αυτός με την τέχνη του να αποβλέ­πει στο συμφέρον των αρχομένων και όχι του ιδίου. Γι ‘ αυτό και υπάρχει σε κάθε τέχνη ο μισθός, για να ανταμείβει τον δημιουργό.



Η αντιστροφή των βίων

Ο Θρασύμαχος όμως είναι ανένδοτος. Η εμπειρία, λέει, της ζωής δείχνει ότι ο ποιμένας, όπως και ο άρχοντας, δεν αποβλέ­πουν στο συμφέρον της αγέλης ή του λαού τους, αλλά στο δικό τους. Ο τύραννος είναι αυτός που φτάνει στην τέλεια αδικία, γιατί κατορθώνει, σε αντίθεση προς τους κοινούς εγκληματίες, που συλλαμβάνονται, όχι μόνο ν’ αρπάξει, χωρίς να γίνει αντιλη­πτός, όλα μαζί τα ξένα αγαθά, τα ιδιωτικά και τα δημόσια, τα ιερά και τα όσια, αλλά και να καταστήσει υποχείριούς του όλους τους άλλους. Αυτόν που υπεξαιρεί την ελευθερία των συμπολι­τών του είναι που ονομάζουμε ευδαιμονέστατο, ενώ τους άλλους, που δεν βαστάζει η καρδιά τους να αδικήσουν, αθλιώτατους. Η αδικία, συμπεραίνει, είναι «ἰσχυρότερον καί ἐλευθε­ριώτερον καί δεσποτικώτερον τῆς δικαιοσύνης».
            Κατά τη συλλογιστική του στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ηθική υποχρέωση. Πρόκειται για τη θεωρία ότι η δικαιοσύνη ή η ηθική ισοδυναμεί με συμμόρφωση προς το νόμον (υπακοή δηλ. στους θεσμούς και παραδόσεις  της κοινωνίας). Αλλά τους θεσμούς αυτούς τους επέβαλε αρχικά στο λαό η κυρίαρχη εξουσία, με μοναδικό στόχο το όφελός της, και ο μόνος λόγος που πρέπει να τους σεβόμαστε είναι ότι η εξουσία αυτή έχει τη δύναμη να κάνει να υποφέρει αυτόν που δεν τους τηρεί.
            Πρόκειται ωστόσο, παρατηρεί ο Σωκράτης, ώ δαιμόνιε Θρα­σύμαχε, για μια πολύ μεγάλη υπόθεση, που δεν αφορά ένα μικρό πράγμα, αλλά την ίδια την «διαγωγήν του όλου βίου». Είναι η ίδια η ζωή μας που συζητείται και καταξιώνεται ή συντρίβεται μέσα στον διάλογο. Γι ‘ αυτήν πρόκειται, απαντά ο Θρασύμαχος. Κι ο τύραννος έχει τη δική του αξιολογική κλίμακα στηριγμένη στην πλεονεξία και την αδικία. Ο βίος του άδικου, σύμφωνα με την κλίμακα αυτή, είναι ανώτερος από εκείνον του δικαίου.

            Κατά συνέπεια:
 - η δικαιοσύνη είναι ευγενής βλακείαΗ αδικία είναι ευβουλία
             - οι άδικοι είναι φρόνιμοι και καλοί. Η αδικία είναι αρετή και σοφία.

            Η μεταστροφή των αξιών είναι λοιπόν πλήρης: ο βίος αναποδο­γυρίζεται όπως και τα κριτήρια που τον στηρίζουν. Το συμβατικό, παραδοσιακό νόημα των λέξεων, μεταβάλλει ριζικά τη σημασία του και περνούμε σε μια περιοχή αντισυμβατική, που εγκαθιδρύει μια νέα αντεστραμμένη ηθική, μιαν αντιηθική.

            Ο ισχυρισμός όμως του Θρασύμαχου αντιμετωπίζει τρία σημεία της κριτικής του Σωκράτη:

                α. Ότι το να άρχεις είναι γνώση. Η γνώση όμως είναι πάντα γνώση ενός μέτρου, όχι η αμετρία της πλεονεξίας. Η δικαιοσύνη γνωρίζει την περιοχή του δικαίου του άλλου, χωρίς όριο είναι η αδικία.
                β. Η δύναμη δεν υπάρχει χωρίς γνώση, αλλιώς είναι αδυναμία.
                γ. Κάθε ον έχει την αρετή του επιτελώντας το έργο του. Η αρετή της ψυχής είναι η δικαιοσύνη. Εφόσον είναι δίκαιη, θα ζήσει καλά (εὖ βιώσεται), θα είναι ευδαίμων.
Ο βίος του δικαίου είναι επομένως αυτός που εγγυάται την ευδαιμονία.

            Και τα τρία αυτά σημεία αποδεικνύουν την αντιφατικότητα του ισχυρισμού του Θρασύμαχου, που ορθώνεται σαν μια απειλή και οδηγεί ήδη μέσ’ από την ίδια τη σύστασή της στην αυτοκατα­στροφή. Γιατί ο άδικος ζώντας μέσα σ’ ένα συνεχή διχασμό δεν μπορεί να συμβιώσει ούτε με τους άλλους, ούτε με τον εαυτό του. Ο Θρασύμαχος με τον αυθάδη κυνισμό του μας φανερώνει έτσι το αντιείδωλο του πολιτικού, που επιχειρεί να ορθώσει ο Σωκράτης. Είναι κι αυτός ένα πρότυπο, που κυοφορείται σε μια εποχή, κατά την οποία η δημοκρατία έχει παραδοθεί στη δημαγω­γία και οι αξίες που συνιστούσαν την παραδεδομένη αρετή, έχουν φθαρεί.
                        Ο Σωκράτης όμως ξέρει ότι αυτό το πρότυπο είναι ένας έσχατος κίν­δυνος. Και γι’  αυτό επιχειρηματολογώντας προχωρεί έως τις ρίζες της ελληνικής ηθικής, που είναι ηθική του μέτρου.
            Είναι αυτό το μέτρο και η αρμονία, που έχουν πηγή τους την πυθαγόρεια θεωρία της μουσικής και των αριθμών. Είναι η ηθική μιας οντολογικής τάξης, όπως την είδαμε στον Γοργία, που οικεί μέσα στη χορδή της λύρας, την όραση του ματιού, την υγεία του σώματος και την αρετή της ψυχής. Το μέτρο αυτό χαρακτηρίζει τον κόσμο στο σύνολό του ως μια τάξη και όχι ως αταξία και αμετρία.
            Το προανάκρουσμα της αντιπαράθεσης των δύο παραδειγμά­των βίου θα αποτελέσει ένα κέντρο αναφοράς σ’ όλη την Πολι­τεία, που σχεδιάζοντας τον αληθινό πολιτικό-φιλόσοφο θα βρί­σκεται σε συνεχή αναμέτρηση με το αντεστραμμένο είδωλό του, τον τύραννο ή τον σοφιστή, ώσπου στον μύθο που επιστεγάζει το έργο, η κρίση να γίνει από τη σκοπιά της μεταθανάτιας μοίρας της ψυχής.


                Η θεωρία του Θρασύμαχου στην πράξη θα συνέπιπτε με τη θεωρία του Καλλικλή στον “Γοργία”, αλλά υπάρχει η σημαντική διαφορά ότι οι δύο ανηθικιστές ξεκινούν από δύο αντίθετες παραδοχές. Ο Καλλικλής είναι οπαδός της  “φύσεως”, δηλ. πιστεύει ειλικρινά ότι, ο εκ φύσεως ισχυρός έχει πράγματι το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται απόλυτα τη δύναμή του· αντίθετα ο Θρασύμαχος πρεσβεύει την άποψη ότι ολόκληρη η ηθική αποτελεί  “σύμβαση”. Ένδειξη της ορθότητας της θεωρίας του αποτελεί το απλό γεγονός ότι όλα τα κράτη χαρακτηρίζουν ως βαρύτερο έγκλημα την “έσχατη προδοσία”, δηλ. την υπονόμευση της κυρίαρχης εξουσίας. Πρώτη μέριμνα κάθε κράτους είναι να διασφαλίσει το σύνταγμα, προστατεύοντάς το από την επανάσταση. Στη συνέχεια η διασφάλιση του συντάγματος ταυτίζεται με τη διασφάλιση των ιδιωτικών συμφερόντων των εκάστοτε συγκεκριμένων ατόμων που ασκούν την εξουσία. Κατόπιν μνημονεύεται η “ανάποδη όψη” του πολιτικού και του ιδιωτικού βίου, δηλ. η ασυνειδησία και η ιδιοτέλεια των πολιτικών και η ετοιμότητα των ιδιωτών να εξαπατούν τους συμπολίτες τους ή το δημόσιο, όποτε τους δοθεί η ευκαιρία. Η συλλογιστική του Θρασυμάχου βασίζεται στη πρόσθετη παραδοχή  ότι η  “ανάποδη όψη” της ζωής είναι και η μοναδική…
                Και ο Σωκράτης, όταν έρχεται η σειρά του να απαντήσει, Δε δυσκολεύεται καθόλου να επικαλεστεί γεγονότα εξ ίσου  “πραγματικά” αλλά πολύ διαφορετικά, λ.χ. το γεγονός ότι ο πολιτικός περιμένει κάποιου είδους ανταμοιβή για το έργο του, πράγμα που δείχνει ότι αυτό καθαυτό δεν είναι απαραίτητα “συμφερτικό”. Ακόμα και όπως έχει ο κόσμος η ζωή του “ισχυρού” δε συνίσταται μόνο σε απόκτηση χωρίς αντιπαροχή. 
                                                                                                                                                                                                                                                                                          Α.Ε. Τaylor

      

Β΄ βιβλίο

            Με την έναρξη του β΄ βιβλίου κάνουμε τη γνωριμία της γνήσιας διατύπωσης της ανηθικιστικής διδασκαλίας (της οποίας υπερβολική παραλλαγή παρουσίασε ο Θρασύμαχος), δηλαδή της θεωρίας ότι ο σεβασμός των ηθικών κανόνων αποτελεί την έσχατη λύση, αναπόφευκτη δυστυχώς για τους κοινούς ανθρώπους.
            Η άποψη αυτή αναφέρεται γενικά ως θεωρία του Γλαύκωνα και του Αδειμάντου·· ας σημειωθεί όμως ότι ο Αδείμαντος δεν συμμετέχει στη διατύπωση της θεωρίας, και ο Γλαύκων, που την εξηγεί διεξοδικά, φροντίζει να διαχωρίσει τη θέση του·· την παρουσιάζει ως διαδεδομένη στους μορφωμένους κύκλους της εποχής της Α΄ φάσης του Πελοποννησιακού πολέμου (Αρχιδάμειου) και στηριγμένη σε επιχειρήματα αληθοφανή αλλά, αβάσιμα. Ο ίδιος κάνοντας το συνήγορο του διαβόλου αναλαμβάνει να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τη θέση που χειρίστηκε αδέξια ο Θρασύμαχος, ώστε να καταστεί αυτή η θέση στη συζήτηση διαψεύσιμη, αφού εξεταστούν τυχόν θετικά της στοιχεία.
            Η συλλογιστική του εστιάζεται στο ότι «οι άνθρωποι εφαρμόζουν τους κανόνες του δικαίου όχι από προτίμηση, αλλά επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή». Κατά βάθος καθένας επιδιώκει την ικανοποίηση των παθών του, η οποία όμως εξασφαλίζεται καλύτερα όταν υπάρχει ο φόβος των συνανθρώπων· αυτός αποτρέπει τις επιθετικές πράξεις σε βάρος τους. Όποιος έχει την ευκαιρία να ικανοποιήσει τα πάθη του χωρίς τύψεις, και είναι βέβαιος ότι δεν θα αποκαλυφθεί ούτε θα τιμωρηθεί, θα ήταν ανόητος να μην εκμεταλλευτεί την περίσταση.
            Αυτό είναι το νόημα του παραστατικού μύθου «του δαχτυλιδιού του Γύγη».

                Το βασικό γεγονός που δίνει περιεχόμενο και αιχμή στο μύθο είναι απλώς ότι, πασίγνωστα, δεν υπάρχει ανθρώπινη αρετή που δε θα την διέφθειρε η βεβαιότητα της ασυλίας. Για κανένα μας δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα έβγαινε από μια τέτοια δοκιμασία με το χαρακτήρα του αλώβητο.

Παρακολουθούμε λοιπόν τον Γλαύκωνα στην αρχή του δευτέρου βιβλίου της «Πολιτείας» και λίγο πριν την παρουσίαση του μύθου του Γύγη να εκθέτει, κάνοντας το συνήγορο του διαβόλου όπως προαναφέρθηκε, τις απόψεις του περί δικαιοσύνης :





            «Είναι, λέγουν από τη φύση καλό πράγμα να αδικεί κανείς, αλλά κακό να αδικείται, και μάλιστα πολύ περισσότερο κακό απ’  ότι είναι καλό να αδικεί· ώστε οι άνθρωποι, αφού με το να αδικούν και να αδικούνται μεταξύ των εδοκίμασαν και τα δύο, όσοι απ’ αυτούς δεν είχαν τη δύναμη ούτε να αποφεύγουν τις αδικίες των άλλων, ούτε οι ίδιοι να αδικούν, εσχημάτισαν την ιδέα πως τους είναι συμφερώτερο να συμφωνήσουν μεταξύ τους μήτε να αδικούν μήτε να αδικούνται· και από τότε άρχισαν να βάζουν νομους και να κάνουν συμφωνίες μεταξύ τους και να ονομάζουν δίκαιο και νόμιμο εκείνο που προστάζει ο νόμος· και αυτό είναι η γέννηση και η ουσία της δικαιοσύνης, που είναι το μέσο μεταξύ του καλύτερου, δηλ. να αδικεί κανείς χωρίς να παθαίνει τίποτα, και του χειρότερου, δηλ. να μην έχει κανείς τη δύναμη να εκδικείται όταν τον αδικούν· το δίκαιο λοιπόν, που είναι το μέσον αυτών των δύο, ικανοποιεί όχι επειδή είναι αφεαυτού καλό πράγμα, αλλά επειδή η αδυναμία πολλών να αδικούν το κάνει να το τιμούν για τέτοιο· γιατί ένας που μπορεί να κάνει το άδικο και είναι πραγματικά άντρας, ποτέ δε θα μπορούσε να έρθει με κανένα σε τέτοιο συμβιβασμό, ώστε μήτε να αδικεί, μήτε να αδικείται· γιατί αυτό θα ήταν τρέλλα εκ μέρους του. Αυτή λοιπόν και τέτοια είναι, Σωκράτη, η φύση της δικαιοσύνης, και από τα τέτοια που είπαμε είναι που γεννήθηκε, καθώς λένε».


                Η δικαιοσύνη, ισχυρίζεται ο Γλαύκων, είναι προϊόν αδυναμίας, διότι εάν είχαν εξασφαλισμένη την ατιμωρησία, και οι δίκαιοι και οι άδικοι, θα έκαν όλοι τα χειρότερα εγκλήματα για να κορέσουν τη φιληδονία τους. Η δικαιοσύνη συνεπώς δεν ανταποκρίνεται σε κάποια καθαρή ψυχική διάθεση, αλλά σε βιασμό της θελήσεως, είναι συμβιβασμός που επιτρέπει τη δύσκολη συνύπαρξη του συλλογικού με το ατομικό και τίποτε άλλο. Η απόδειξη που θα φέρει ο Γλαύκων για να στηρίξει τη θέση του είναι ο μύθος του Γύγη.       
                Έτσι ο Γλαύκων θα θέσει στο Σωκράτη το ερώτημα περί της ουσίας της δικαιοσύνης.

http://ekivolosblog.wordpress.com/